Το τσιγάρο

Η Φωφώ είναι μια ξεδοντιασμένη γριά μιας άλλης εποχής. Διατηρεί τα καροτί μαλλιά κι ας φαίνονται σαν αραιωμένη διαδήλωση. Αγαπά τα λουλούδια και τα κουβαλά ακόμη και στο ντύσιμό της. Οι γείτονες κουτσομπολεύουν την παλιομοδίτικη εμφάνισή της  και πίσω από την πλάτη της αναρωτιούνται εάν ξέχασε να πεθάνει. Δεν είναι και τόσο μεγάλη πια, αλλά οι κακουχίες της ζωής την κατάντησαν σαν χαλασμένη χύτρα ταχύτητας.

Η Φωφώ προέρχεται από μια φτωχή οικογένεια με πολλά παιδιά που έμπαιναν στο μεροκάματο πολύ νωρίς, πριν καν τελειώσουν το δημοτικό. Πάντα όμως αυτή ξεχώριζε. Είχε ένα άλλο αέρα. Παρίστανε την πρωτευουσιάνα και την μεγαλοαστή. Προσπαθούσε πάντα να μιμηθεί τις πλούσιες κυρίες στα σπίτια των οποίων πήγαινε για μικροθελήματα. «Αντέγραφε» το ντύσιμό τους και τους τρόπους τους. Και πώς θαύμαζε τη φινέτσα, τις κινήσεις, το χαμόγελο και τον τρόπο που μιλούσαν! Και ζήλευε! Ένα πράγμα όμως είχε πάντα καημό. Λάτρευε να βλέπει τις κυρίες των σαλονιών να φουμάρουν τα τσιγάρα ή την πίπα. Πίστευε πως αυτό ενδυνάμωνε την αριστοκρατικότητά τους. Τους προσέδιδε ένα ιδιαίτερο στυλ.

Ολ’ αυτά κι άλλα πολλά είχε κατά νου η Φωφώ να κάνει τα επόμενα χρόνια της ζωής της. Κι επιτέλους τα κατάφερε. Κι έμαθε να ντύνεται ωραία και προκλητικά και να ελκύει τα αντρικά βλέμματα επάνω της. Κι η φιλαρέσκειά της αυτή, αποδείχθηκε τελικά μεγάλο κουσούρι. Γιατί η Φωφώ, μάθαινε και μιμείτο μόνο ό,τι της άρεσε. Εκείνα που κατά τη γνώμη της ήταν περιττά τα άφηνε στην πάντα. Κι από μυαλό, κουκούτσι.

Μόλις στα δεκαοκτώ της, κάπνιζε αρειμανίως. Πριν καν πετάξει τη γόπα, άναβε το επόμενο τσιγάρο. Και το κρατούσε στα χέρια της επιδεικτικά και φινετσάτα. Ένιωθε πριγκίπισσα. Όλη η αξία της κρεμόταν από ένα τσιγάρο. Και φυσικά δεν άργησε να βρεθεί στον δρόμο της κι ο επιτήδειος που την «ερωτεύτηκε» παράφορα. Και την έβγαλε στο κλαρί  χωρίς να χάσει χρόνο. Της πουλούσε φούμαρα κι αυτή η χαζή τα έχαφτε. Της έφερνε να καπνίζει ακριβά τσιγάρα και της υποσχόταν γάμο και αιώνια αγάπη. Και μια κοπέλα στα δεκαεννιά της σαν τη Φωφώ, ένιωθε πως της χάριζαν τον κόσμο όλο. Ο καιρός περνούσε και η Φωφώ που δεν έβλεπε αυτόν τον γάμο να γίνεται, αγωνιούσε. Δεν ήθελε όμως να πολυσκοτίζει τον αγαπημένο της και να τον φορτίζει με τις χαζομάρες της. Ήταν σίγουρη πως το καθυστερούσε για να μαζέψουν περισσότερα χρήματα για ν’ αγοράσουν ένα σπιτάκι και να στεγάσουν τον έρωτά τους.

Παρότι η Φωφώ «δούλευε» ασταμάτητα, δεν κατάφερε ποτέ να γίνει πλούσια. Γιατί τα λεφτά τα κρατούσε ο αγαπητικός της τάχα για το σπίτι και στη Φωφώ έδινε μόνον ένα μικρό χαρτζιλίκι. Το χαρτζιλίκι ίσα ίσα που έφτανε για τα λούσα και τα τσιγάρα της.

Τα χρόνια πέρασαν και η μπογιά της Φωφώς άρχισε να ξεθωριάζει. Το δέρμα της παρουσίασε τα πρώτα σημάδια γήρανσης, το πρόσωπό της έχασε τη λάμψη του και τα δόντια της άρχισαν να κιτρινίζουν. Ο γάμος βέβαια δεν έγινε ποτέ. Η Φωφώ από χρόνια ρωτούσε αλλά οι προφάσεις ήταν πάντα έτοιμες στο στόμα του καλού της. Μια εκείνο, μια το άλλο η Φωφώ γέρασε. Και βέβαια ο καλός της αφού την έστυψε σαν λεμονόκουπα, την παράτησε.

Το κάπνισμα η Φωφώ δεν το αποχωρίστηκε ποτέ. Και στα καλά και στα κακά ήταν η μόνιμη συντροφιά και παρηγοριά της. Και το απολάμβανε. Και έπαιρνε απ’ αυτό την αίγλη που τόσο είχε απωθημένο.

Φτάνοντας όμως σε μια Χ ηλικία, το τσιγάρο πλέον δεν ήταν της μόδας. Κι εκείνοι που κάπνιζαν θεωρούνταν άνθρωποι αδύνατοι και δέσμιοι της κακιάς συνήθειας. Έτσι, αποφάσισε να το σταματήσει. Όπως είχε ακούσει στο κομμωτήριο της γειτονιάς που πήγε για την καθιερωμένη καροτί βαφή των μαλλιών, ένας τρόπος που θα τη βοηθούσε, ήταν να καταγράψει τα κακά που της προκαλούσε. Δέκα λόγους για τους οποίους έπρεπε να σταματήσει να καπνίζει. Και τους κατέγραψε με τα ανορθόγραφα σαν ορνιθοσκαλίσματα, γράμματά της. Πρώτος και κύριος λόγος ήταν η γήρανση του δέρματος. Νόμιζε πως υπήρχε περίπτωση το δέρμα της να ανακτήσει τη σφριγηλότατα που είχε στα δεκαεννιά της. Η δύστυχη ήταν έκτοτε, και παρέμενε χαζή. Α! και το οικονομικό ήταν ένας σπουδαίος λόγος. Γιατί τα τσιγάρα αυτές τις μέρες ακρίβυναν πολύ. Τέλος πάντων, έγραψε τους δέκα λόγους και ανάρτησε τη λίστα μεγαλοπρεπώς πάνω στο ψυγείο. Για το κακό που έκανε γενικά στην υγεία της, ούτε λόγος.

Έπειτα, κάθε φορά που άναβε τσιγάρο, κατέγραφε την ώρα και τον λόγο. Λόγου χάρη, εννέα η ώρα το πρωί με τον πρώτο καφέ της ημέρας. Στις δέκα  γιατί δεν της έβγαινε το φλιτζάνι, στις έντεκα επειδή ήρθε μια φίλη για καφέ, στις μία για να χωνέψει μετά το φαγητό. Στις τρεις, μετά τον μεσημεριανό ύπνο και ούτω καθ’ εξής. Αυτή η διαδικασία συνεχίστηκε για αρκετές ημέρες. Η Φωφώ βέβαια δεν είχε μειώσει το κάπνισμα ούτε στο ελάχιστο. Πίστευε πως η καταγραφή από μόνη της θα έκανε θαύματα. Και ρωτούσε κάθε φορά που περνούσε από το κομμωτήριο, την κομμώτρια, κι αυτή της εξηγούσε από την αρχή πως χωρίς τη δική της ενσυνείδητη θέληση και προσπάθεια, τίποτε δεν θα καταφέρει. Και νόμιζε η δύστυχη η Φωφώ πως πραγματικά  προσπαθούσε.

Οπόταν μπαίνει μια μέρα στο κομμωτήριο, μες την τρελή χαρά κι ανακοινώνει μεγαλοφώνως «τα κατάφερα, επιτέλους άλλαξα μάρκα τσιγάρων».

Κόκκαλο η κομμώτρια…

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.