Κατάστημα παπουτσιών

Κάθονταν κι οι δυο αμίλητοι. Περίμεναν να πάει η ώρα τρεις. Για να περνάει ο χρόνος τακτοποιούσαν τα κουτιά κι άλλαζαν λίγο τη θέση των παπουτσιών στη βιτρίνα. Ο Λευτέρης ζήτησε από τον Στράτο να κατεβάσει τα ρολά του καταστήματος.
«Λοιπόν κατέβασε λίγο τα ρολά θέλω να μιλήσουμε.»

 Ο Στράτος κατάλαβε πως δε θα ήταν ευχάριστα τα νέα που ήθελε το αφεντικό του να πει. Κατέβασε τα ρολά κι έκατσε στην καρέκλα.

 Ο Λευτέρης στάθηκε όρθιος έξυσε λίγο το κεφάλι του, φύσαγε και ξεφύσαγε.

-Άκου Στράτο είμαι σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν είναι ευχάριστο αυτό που θέλω να σου πω. Το μαγαζί δεν πάει καθόλου καλά, με τα χίλια ζόρια το κρατάω. Χωρίς να τα πολυλογώ, από δω και στο εξής θα το δουλεύω μόνος μου.

-Κατάλαβα, άρα λύεται η συνεργασία μας.

-Πιστεύω να με καταλαβαίνεις. Είμαστε το μόνο παπουτσάδικο που έχει απομείνει στη γειτονιά. Μας φάγανε τα εμπορικά κέντρα που έχουν ανοίξει. Δεν ξέρω πόσο θα αντέξω να το κρατήσω ακόμα. Εκτός αν θέλεις να βάλεις κεφάλαιο και να γίνουμε συνέταιροι.

-Και πόσα χρήματα θες να βάλω;

-Για να έχουμε μισό-μισό το μαγαζί πρέπει να βάλεις δέκα χιλιάρικα ευρώ.

-Και που να τα βρω τα λεφτά, ίσα-ίσα για να ζω έχω. Και δεν υπάρχει περίπτωση να πάρω δάνειο από την τράπεζα. Τώρα στα σαράντα μου με απολυτήριο Λυκείου και  προϋπηρεσία μόνο ως παπουτσής, να δω τι θα κάνω!

-Ίσως ήρθε η ώρα να ρισκάρεις, κάτι που δεν έκανες ποτέ σου. Όπως όταν πρωτοήρθες, μου είχες πει ότι θα είναι προσωρινή δουλειά αλλά τελικά βολεύτηκες μια χαρά.

Ο Στράτος ταραγμένος έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό και κατέβασε το κεφάλι του.

-Ότι και να κάνουμε δεν θα αντέξουμε πολύ, είμαστε μαγαζί γειτονιάς.

-Είμαστε όμως το μόνο παπουτσίδικο της γειτονιάς! Του είπε και του έπιασε τον ώμο.

-Κι εσύ τι θα κάνεις αν κλείσεις το μαγαζί μια και ξέρεις να δίνεις καλές συμβουλές; Γιατί ούτε εσύ ρίσκαρες ποτέ όσο θυμάμαι. Το μαγαζί έτοιμο το βρήκες από τον πατέρα σου, μια χαρά είχες βολευτεί κι εσύ.

Ο Λευτέρης απάντησε χαμογελαστά.

-Εγώ τουλάχιστον δεν είχα ποτέ κάποιον πάνω απ’ το κεφάλι μου. Ήμουν το αφεντικό του εαυτού μου. Ξύπναγα ότι ώρα ήθελα και δούλευαν άλλοι για μένα, όπως εσύ, ίσως δεν σου ήταν εύκολο να είσαι υπάλληλος του διπλανού σου στο σχολείο. Το μαγαζί το βρήκα έτοιμο, αλλά το γεγονός πως το έχω κρατήσει τόσα χρόνια κάτι δείχνει. Ίσως το ταβάνι των ονείρων μας να έφτανε μέχρι αυτό το παπουτσάδικο. Σκέψου και τα παιδιά σου, μπορούν να έχουν μια έτοιμη δουλειά.

Ο Στράτος ανέβασε τα ρολά και γύρισε στον Λευτέρη.

-Λοιπόν εγώ φεύγω, πάω να σκεφτώ, θα το συζητήσω με την οικογένεια και αύριο θα περάσω να σου πω τι θα κάνω.

-Εντάξει σε περιμένω.

Πέρασε από το πρώτο περίπτερο που βρήκε κι αγόρασε τρία πακέτα τσιγάρα. Στάθηκε μπροστά από μια τράπεζα. Άναψε το πρώτο τσιγάρο.



Ο Στράτος κοίταζε το ρολόι του περιμένοντας να τελειώσει μια ακόμα μέρα στη δουλειά. Ήταν συμβιβασμένος με τη ζωή του. Η χώρα περνάει μεγάλη κρίση, δουλειές δεν υπάρχουν πολλές να ψάξει. Παλαιότερα ίσως να μπορούσε. Έχει μια γυναίκα και δύο αγοράκια να σκεφτεί. Κοίταζε τον Λευτέρη, ο διπλανός του στις τάξεις του Λυκείου, αφεντικό του τώρα στη δουλειά. Ήταν πολύ σκυθρωπός όλη μέρα του μίλαγε μόνο για τα τυπικά που αφορούν το μαγαζί. Φαινόταν ότι κάτι τον απασχολούσε. Καμιά δεκαριά μεσήλικες μόνο μπήκαν στο κατάστημα ν’ αγοράσουν παπούτσια κι έκαναν παζάρια για τις τιμές.

Το τελευταίο μισάωρο δεν πάτησε ψυχή, έπαιζαν παιχνίδια στον υπολογιστή και στα κινητά τους τηλέφωνα, πείραζαν τα παπούτσια στις βιτρίνες, τα μετακινούσαν ελάχιστα από τη θέση τους,  έλυναν κι έδεναν τα κορδόνια.

Ο Λευτέρης ζήτησε από τον Στράτο να κατεβάσει τα ρολά για να μιλήσουνε. Του ανακοίνωσε ότι θα λυθεί η συνεργασία τους και θα το δουλεύει μόνος του το μαγαζί. «Μας έφαγαν τα εμπορικά καταστήματα», του είπε χαρακτηριστικά και του πρότεινε να βάλει κεφάλαιο στην επιχείρηση, να γίνουν συνεργάτες.

Του Στράτου από τη μία πλευρά τον έλκυε η ιδέα να πάψει να είναι υπάλληλος του παλιού του συμμαθητή αλλά απ’ την άλλη θα έπαιρνε μεγάλο ρίσκο. Χρήματα δεν είχε θα έπρεπε να πάρει δάνειο από την τράπεζα. Πολλές σκέψεις περνούσανε από το μυαλό του.

«Κι αν δεν πάει καλά τι θα κάνω, θα καταστραφώ, στο δρόμο θα βρεθώ! Και πωλητής να πάω, ποιος θα προσλάβει έναν μεσήλικα, όλοι θέλουν νεαρούς και όμορφους». Θα έπρεπε να πάρει μια πολύ μεγάλη απόφαση. Αυτό του προκάλεσε εκνευρισμό. Έγινε επιθετικός απέναντι στον Λευτέρη, ο οποίος του απαντούσε σε ανάλογο ύφος. Περισσότερο όμως ήταν εκνευρισμένος με τον εαυτό του γιατί ο Λευτέρης του έλεγε τα ίδια πράγματα που άκουγε κι από τη συνείδησή του. Ακόμα περισσότερο τον εκνεύριζε η χαλαρότητα και η σιγουριά του φίλου του ως προς τον εαυτό του. «Εσύ, τι θα κάνεις που τα λες τόσο ωραία;» του είπε αλλά έπαιρνε πειστικές απαντήσεις.

Δεν είχε πολλά περιθώρια, ήταν η μοναδική δουλειά που είχε κάνει. Πίστευε ότι θα έπαιρνε σύνταξη από εκεί. Τα πράγματα πολλές φορές έρχονται αλλιώς. Ένας μεσήλικας σαν κι αυτόν που αλλού θα μπορούσε να αναζητήσει την τύχη του ως υπάλληλος; Είναι τώρα η κατάλληλη εποχή να κάνει επένδυση όταν τα γύρω μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο; Πόσο ωραία είναι όμως η εξουσία, να είσαι εσύ το αφεντικό να έχεις τον δικό σου υπάλληλο και η μοναδική σου έννοια να είναι αν βγάζει χρήματα το μαγαζί;

 Άρχισε και πνιγόταν ήθελε να βγει έξω να πάρει αέρα. Έδωσε στον Λευτέρη την υπόσχεση ότι θα του απαντήσει την επόμενη μέρα.

Στο δρόμο παρατηρούσε τα νεαρά παιδιά να κυκλοφορούνε με σακούλες που είχαν το όνομα από μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων. «Αυτά τα παιδιά δεν ήρθαν σε μας και γιατί να έρθουν; Πήγαν τη βόλτα τους, ήπιαν τον καφέ τους σε κάποιο πολυκατάστημα και έκαναν και τις αγορές τους. Ο μέσος όρος ηλικίας όμως αυξάνεται και τα ζευγάρια κάνουν όλο και λιγότερα παιδιά.»

Ύστερα από αρκετό καιρό αγόρασε πάλι τσιγάρα. Πέρναγε έξω από τράπεζες κι εκεί σκεφτόταν ταυτόχρονα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.



Ο Στράτος στην Τρίτη λυκείου μετακόμισε από τη Νέα Ιωνία στη Νέα Φιλαδέλφεια. Έβλεπε παντού άγνωστα πρόσωπα. Έκατσε μόνος στο τελευταίο θρανίο. Μπροστά του καθόντουσαν δύο αγόρια που όλη την ώρα μιλάγανε ώσπου η καθηγήτρια τους άλλαξε θέση. Τον έναν τον έστειλε στο πρώτο θρανίο κι έβαλε τον Στράτο μια θέση μπροστά να καθίσει μαζί με τον άλλον.

«Στράτος», «Λευτέρης», συστηθήκανε κι άρχισαν να κάνουν παρέα. Δεν τους άρεσε το διάβασμα. Ο Λευτέρης έλεγε πως θα αναλάβει το μαγαζί του πατέρα του. Είχε κατάστημα με παπούτσια. Ο Στράτος δεν ήξερε τι ήθελε, έλεγε πως θα δώσει τις πανελλήνιες εξετάσεις και θα πήγαινε σε όποια σχολή τύχαινε. Πήγαιναν ο ένας στο σπίτι του άλλου για διάβασμα και κατέληγαν να παίζουν play station.

Όταν ήρθε η ώρα των τελικών εξετάσεων αρκέστηκαν και οι δύο να πάρουν το απολυτήριο λυκείου δεν κατάφερε κανείς να περάσει σε κάποια σχολή. Εκπλήρωσαν τη στρατιωτική τους θητεία, δεκαοχτώ μήνες ο καθένας. Ο Λευτέρης ξεκίνησε δουλειά στο κατάστημα του πατέρα του. Πουλούσε παπούτσια. Ο πατέρας του, έλεγε ότι πρέπει πρώτα να ξεκινήσει ως πωλητής για να γίνει καλός επιχειρηματίας.

Ο Στράτος έψαχνε για δουλειά. Δεν έβρισκε τίποτα και πήγε στο μαγαζί του Λευτέρη.

«Έλα να δουλέψεις εδώ, το μαγαζί πάει καλά, μπορούμε να έχουμε κι άλλον πωλητή. Θα είμαστε και παρέα θα έχει πολύ πλάκα.»

«Ωραία θα δουλέψω εδώ. Θα έρθω για λίγο καιρό μέχρι να βρω κάτι άλλο.»

Το μαγαζί ήταν κοντά στα σπίτια τους.

Ύστερα από πέντε χρόνια ο πατέρας του Λευτέρη συνταξιοδοτήθηκε κι ανέθεσε στον γιό του τη διεύθυνση του καταστήματος. Θα είχε περισσότερες ευθύνες τώρα αλλά θα είχε μεγαλύτερη ευελιξία στο ωράριο.

Έδωσε αντικλείδι στο Στράτο και του είπε πως εκείνος θα ανοίγει από εδώ και στο εξής το μαγαζί. «Θα έρχομαι κι εγώ τις ώρες αιχμής να σε βοηθάω» πρόσθεσε.

Ερχόταν για λίγες ώρες υπήρχαν και μέρες που δεν πάταγε το πόδι του στο μαγαζί. Ο Στράτος είχε αρχίσει να τον ζηλεύει, γνώριζε πως μπορεί να ήταν φίλοι αλλά η σχέση τώρα θα είναι εργοδότης-εργαζόμενος. Είχαν αρχίσει να περνάνε σκέψεις από το μυαλό του, να στρωθεί στο διάβασμα και να αναζητήσει σχολές που θα μπορούσε να φοιτήσει. Ποτέ δεν είναι αργά του έλεγαν οι οικείοι του, φέροντας παραδείγματα γνωστών τους προσώπων. «Θα κοιτάξω από αύριο» έλεγε συνεχώς στον εαυτό του κι εκεί που το πέρασμα της κάθε ημέρας του φαινόταν το απόλυτο τίποτα, το ξαφνικό βλέμμα στην ώρα, του έδειξε ότι είχαν περάσει δέκα χρόνια. Στο σπίτι τον περίμενε η γυναίκα του και τα δύο νεογέννητα μωρά του. Που καιρός τώρα για διάβασμα.

Στην Αθήνα ήδη είχαν χτιστεί μεγάλα εμπορικά καταστήματα. Τα μαγαζιά της γειτονιάς άρχιζαν να βάζουν λουκέτο. Ένιωθε ότι είχαν πέσει σε θάλασσα γεμάτη ανθρώπους και καρχαρίες κι άρχισαν να τους τρώνε μέχρι να έρθει η σειρά τους ευελπιστώντας να έχουν χορτάσει.

«Έλα μη φοβάσαι, εμείς δεν θα κλείσουμε εγώ έχω μυαλό κι εσύ είσαι εργατικός!» του έλεγε ο Λευτέρης.

«Δεν ήταν και δύσκολη δουλειά, θα μπει ο πελάτης θα διαλέξει παπούτσι και θα φύγει, εντάξει καλά είμαστε» επαναλάμβανε στον εαυτό του ο Στράτος.

«Μια ζωή αισιόδοξος, όταν δεν ζητάς πολλά από τη ζωή σου είσαι ευτυχισμένος μ’  αυτά που έχεις. Μπορεί να μου λέει ψέματα αλλά τι συμφέρον έχει; Μήπως θέλει να με κρατήσει δέσμιο στο μαγαζί, λες και δεν μπορεί να βρει άλλον. Μήπως δεν θέλει να σπουδάσω και γίνω πιο μορφωμένος και ίσως να βγάζω περισσότερα χρήματα  απ’ αυτόν; Πως θα μπορούσα να ξέρω τι σκέφτεται;»

Έψαχνε στο διαδίκτυο για διάφορα σεμινάρια και σπουδές εξ αποστάσεως να αποκτήσει κάποιες πιστοποιημένες γνώσεις.

«Το ένα δε θα μου χρειαστεί σε τίποτα το άλλο έχει πολύ διάβασμα, άσ’ το για τώρα, θα δούμε…».

Κοίταξε και πάλι το ρολόι και έδειχνε ότι πέρασαν άλλα δέκα χρόνια. Ο Λευτέρης του ανακοινώνει την απόλυσή του.

«Αποκλείεται ο φίλος μου να μ’ απολύσει»

«Δεν σ’ απολύει ο φίλος σου, αλλά ο εργοδότης σου, τώρα ο καθένας κοιτάει να σώσει τον εαυτό του, κι εσύ το ίδιο θα κάνεις» του έλεγε μια άλλη φωνή.

Κοίταξε την ώρα κι έδειχνε είκοσι χρόνια πίσω, το σώμα του όμως δεν είχε αλλάξει χρονικό σημείο. Τα μυρμηγκάκια που επιτίθενται σ’ ένα λιοντάρι δεν τα καταλαβαίνει τόσο μικροσκοπικά που είναι και το τρώνε ζωντανό χωρίς να το καταλάβει. Έτσι είναι κι ο χρόνος πολλές φορές.

Ο Λευτέρης του έδωσε μια εναλλακτική λύση, να βάλει λεφτά και να γίνουν συνέταιροι. «Δέκα χιλιάρικα ευρώ να το έχουμε μισό-μισό» του πρότεινε. Το μυαλό του σκεφτόταν πάντα επαγγελματικά. Ήξερε κι αυτός πως αν έκλεινε το μαγαζί θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση.

Ο Στράτος πήρε τους δρόμους και το μυαλό του ήδη τον πλάνευε.

«Θα διαλέξεις να πεινάσεις ή θα επιδιώξεις να δώσεις στα παιδιά σου μια έτοιμη δουλειά και να βλέπεις μέσα από αυτά τον χειρότερο εχθρό σου; Και γιατί να βάλω δέκα κι όχι έντεκα χιλιάρικα και να πραγματοποιήσω το όνειρό μου;»

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.