Μαύρες αύρες

Μία στο μαυροπίνακα του δημοτικού και μία στο μουχλιασμένο από την υγρασία μπετόν, που σα σαρκοβόρο περιφέρεται γύρω από το ράντζο μου, παρανόησα δυο φορές στη ζωή μου, από απλή έμπνευση την πρώτη φορά, ουρλιάζοντας από αγανάχτηση τη δεύτερη, ν’ αποτυπώσω τη λαχτάρα μου να δω το ουράνιο τόξο, αυτό που βλέπει όποιος αντέχει την καταιγίδα και να γινόταν το κόκκινο, λέει, η αγάπη που ήθελα να πάρω και να δώσω, η δράση της ψυχής και του κορμιού μου, και ραντισμένος με τον ενθουσιασμό και την ανεξαρτησία που το πορτοκαλί θα μου έφερνε να κολυμπούσα στη χαρά μιας κίτρινης καθημερινότητας, φωτεινής, απαλλαγμένης από πάθη, που θα ξεκινούσε και θα τελείωνε γαλήνια στα πράσινα λιβάδια σχέσεων αρμονικών μ’ ανθρώπους, με νόμους και θεσμούς και να βουτούσα στην μπλε αναγέννηση του νου να κολυμπούσαν μαζί μου και οι δικοί μου άνθρωποι, αυτοί που με κάνουν να νιώθω ασφαλής, κι ένα βιολετί δείλι ν’ άπλωνε πάνω μου ο ουρανός  την αντανάκλασή του και να ‘φερνα σε συμφιλίωση τον κάτω με τον πάνω μου εαυτό και να διάβαινα επιτέλους την ιώδη πύλη της γνώσης και της αλήθειας, εκεί που το πνεύμα ηρεμεί ισορροπώντας ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη το καινούργιο και τη νοσταλγία, εκεί που η ψυχή ευδαιμονεί, και να μην αισθανόμουν ούτε λεπτό ότι πάει χαμένος ο χρόνος έγκλειστος σε μια τρώγλη δέκα επί δέκα με έναν άλλο μαζί που κάποτε πήγε να με πνίξει αλλά το μετάνιωσε σαν έβγαλα σουγιά κι αποφασίσαμε από τότε κάλλιο να τα βρούμε και να γίνουμε αδέρφια, ενάντια στον άτυπο νόμο της στενής που μηχανορραφεί να σε ξεχωρίσει από τους άλλους το ίδιο ύπουλα όπως και να σε ξεσχίσει στα κομμάτια σου, που δεν ήξερες ότι έχεις τόσα, παρά να σαλτάρουμε πάλι στα μπλε κελιά βασανισμένοι με τη σάρκα μας αργά κι εναλλάξ πότε να μελανιάζει  από το ψύχος και πότε να ψήνεται από τον καύσωνα και στους  μαρμάρινους σταυρούς καθηλωμένοι σε πλήρη καταστολή από τις ενέσεις που να μην ήξερες εάν ήταν μέρα ή νύχτα, και να σταμάταγε αυτό το μαρτύριο να αποδεικνύω ότι σωφρονίστηκα αρκετά και ότι είμαι έτοιμος να ζήσω ξανά σ’ ένα σπίτι καθαρό, που το ταβάνι του θα σκεπάζει μόνο εμένα κι όχι άλλους δέκα χιλιάδες, με δίχως κάμερες να παρακολουθούν την παραμικρή μου κίνηση και με δική μου ολόδική μου τουαλέτα και δωμάτια που θα μυρίζουν κέδρο από τα φρεσκογυαλισμένα τους έπιπλα κι όχι χλώριο απολύμανσης των διαδρόμων και που στο υπνοδωμάτιό μου δε θα αιωρείται η βρώμα των σκουπιδιών από τον προαύλιο χώρο αλλά η ευωδιά του νυχτολούλουδου από τον κήπο έξω και που στην γάστρα μου θα ψήνεται το φαγητό μου από ολόφρεσκο κι όχι σάπιο κρέας κι αγανάχτησα να περιμένω τα κρατικά κονδύλια και τις φιλανθρωπίες να μου φέρουν σαπούνι και χαρτί υγείας, αλλά θα ’θελα να είχα δέκα ράφια γεμάτα από τέτοια, το δικό μου εργαστήρι σαπωνοποιίας να είχα, τόσο που το στερήθηκα το σαπούνι, κι επιθύμησε η ψυχή μου τους φίλους μου τους καρδιακούς και τις κουβέντες μας για δύναμη και σχέδια, να ‘ταν κι εκείνοι καθαροί, να πίναμε και να μερακλώναμε  μ’ έναν με ολίγη και τίποτ’ άλλο - ούτε κόκα ούτε φούντες ούτε τρυπάκια ούτε αλκοόλ - και να με έφτιαχναν πάλι τ’ αστεία και οι ατάκες τους, αυτές που καταλαβαίνω, και να μην ήμουν αναγκασμένος να γελώ με κάτι που ακούω μόνο και μόνο για να μην αγριέψει μαζί μου το σκληρό καρύδι της διπλανής που μ’ έχει στη μπούκα, έτοιμος να μου τη στήσει στο ντους για να με κάνει μαύρο, και θα ‘θελα να αγγίζω ελεύθερα τους ανθρώπους και να έπινα νερό από το ποτήρι τους να ‘τρωγα τη μπουκιά από το πιρούνι τους χωρίς να σκέφτομαι εάν έχουν AIDS η ηπατίτιδα και κολλήσω τη  βρωμολοίμωξή τους και δε γουστάρω να δω ξανά γιατρό ούτε ζωγραφιστό να ψάχνει το σώμα μου και να ταπεινώνομαι καθώς θα βγάζω  όλα μου τα ρούχα θα σκύβω θ’ ανοίγω  τα κωλομέρια θα βήχω για να παρατηρεί το έντερό μου, σα να ‘μαι κτήνος, και στη συνέχεια να με υποχρεώνει να κατουρήσω μπροστά στον δεσμοφύλακα για να κάνουν τεστ για ναρκωτικά και τρελαίνομαι στην ιδέα να μπορούσα να δανειστώ άπειρα βιβλία από τη δημοτική και κάποια να αγόραζα και να ’ταν ολόδικά μου να μη τα μοιραζόμουν με κανέναν και να μελετούσα τα πάθη και τη σωτηρία των συγγραφέων και των ηρώων τους  για να μη νιώθω τόσο αποκλεισμένος, τόσο άθλιος, τόσο ιδιαίτερα προβληματικός, τόσο απροσάρμοστος και να έπαιρνα θα ’θελα δύναμη από το χρόνο που μου κλείνει το μάτι και μου ετοιμάζει σε εφτά ώρες την έξοδό μου και την επαναφορά μου στην άλλη φυλακή εκεί έξω, που όμως φαντάζει ελευθερία και που τα προσχήματα των έξω δεσμοφυλάκων κι οι ψευδαισθήσεις των έξω  φυλακισμένων την κάνουν να μοιάζει λύτρωση και ζωή, και να θεωρούσα τα εφτά χρόνια εγκλεισμού μου ως ένα διάλειμμα από το όνειρο και να συνέχιζα να κοιμάμαι μέχρι να πεθάνω σε βαθιά γεράματα, σοφός από πόνο κι από χαρά, χορτάτος από σκοτάδι κι από φως, ένας πια σωφρονισμένος φυλακισμένος που από παιδί λάτρεψε το ουράνιο τόξο και που γι αυτό τιμωρήθηκε σε τόσα μαύρα χρόνια, όσες και οι αύρες του.

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.