Πουλουκτσή Ευτυχία
Τα μηνύματα

Ήταν πέρυσι που την είδε ο Γιώργης για πρώτη φορά. Ένα λαμπρό πρόσωπο που τον κοιτούσε κατάματα από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Του άρεσε. Η κοπέλα τον κοιτούσε απ’ το προφίλ της στο facebook κι ο Γιώργης είπε «αυτό θέλω να το αγαπήσω και να πεθάνω στα χέρια του». Ήξερε ότι μια γυναίκα από μεγάλη πόλη με τόσους φίλους, με μόρφωση και ομορφιά  δεν θα δεχόταν καν το αίτημα φιλίας ενός κακομοίρη χωρικού, παγιδευμένου σ’ ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, για να φροντίζει την ογδοντάχρονη μάνα του. Κι όμως αποφάσισε να της στείλει μήνυμα. Κι αυτή του απάντησε. Κι από τότε βρέθηκαν και ξαναβρέθηκαν κι εκείνη κατέβηκε τρεις φορές στα μέρη του. Και γίνηκαν «ζευγάρι».

Ο Γιώργης δεν πίστευε στην τύχη του. Του φαινόταν σαν όνειρο που μια τέτοια γυναίκα ερχόταν για χάρη του στην Κρήτη. Τη γνώρισε στους φίλους του και όλοι οι χωριανοί  του, που τον στραβοκοίταζαν έως τώρα, έμαθαν ότι δεν ήταν πια μόνος, ότι είχε κι αυτός μια γυναίκα και μάλιστα όμορφη, μορφωμένη, με τρόπους.

Και τώρα την είχε συνοδέψει ως τον μεγάλο δρόμο με το μηχανάκι του για να φύγει με το αεροπλάνο. Η καρδιά του βούλιαζε από λαχτάρα στην θύμηση των λίγων ημερών που πέρασαν μαζί. Γύρισε στο σπίτι. Του φαινόταν έρημο, σκοτεινό χωρίς την λάμψη της.

Κάθισε στον υπολογιστή για να περάσει την ώρα του μέχρι αυτή να φτάσει στον προορισμό της και να της τηλεφωνήσει. Και τότε κάτι παράξενο έγινε, «κάποιος διάβολος το έκανε» και όλα τα μηνύματά της έτρεξαν μπροστά απ’ τα μάτια του σαν ποταμός. Μιλούσε σ’ έναν Ζαφείρη, που ήταν παντρεμένος, κι όσο ο Γιώργης διάβαζε ήξερε πως ποτέ εκείνη δεν θα μιλούσε έτσι στον ίδιο. Ήταν φανερό ότι αγαπούσε τον Ζαφείρη.

Ο Γιώργης έπεσε βαριά στην καρέκλα. Ίδρωσε, τα μάτια του έκαιγαν, η ψυχή του ολόκληρη γέμισε αγκάθια. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα μηνύματα και όσο διάβαζε, ένιωθε ένα κόμπο στο στομάχι του να σφίγγει. Αποφάσισε να της μιλήσει, να τη διώξει. Όχι, καλύτερα θα την αφήσει να διαλέξει, θα της έλεγε «τι νιώθεις για μένα» κι αυτή παγιδευμένη θα του έλεγε την αλήθεια. Προσπάθησε να μπει στην θέση του Ζαφείρη, πόσο θα ήθελε να είναι σ’ αυτή τη θέση. Μήπως θα χωρίσει και θα του την πάρει; Άραγε κοιμήθηκε μαζί του; Απ’ τα μηνύματα δεν φαινόταν κάτι τέτοιο, αλλά δεν φαινόταν και το αντίθετο. Μήπως τα είχαν πριν τη γνωρίσει, αλλά οι ημερομηνίες ήταν μόλις χθεσινές. Μπορεί βέβαια να έχει γίνει και λάθος. Αναθεμάτισε τη συνήθειά του να μη ρυθμίζει τα ρολόγια και τις ημερομηνίες πουθενά.

Το σπίτι τού φαινόταν μικρό και άθλιο, ένιωθε βρώμικος κι έρημος τώρα που καταλάβαινε πόσο γελοίος ήταν που πίστεψε ότι μια τέτοια γυναίκα θα γινότανε δική του και θα μοιραζόταν μαζί του τη βαρετή και άνοστη ζωή του.

Έψαξε το προφίλ της, κάθε ανάρτηση, κάθε φωτογραφία της του φαινόταν ότι έκρυβε ένα μήνυμα γι’ αυτόν τον κλέφτη γυναικών, τον Ζαφείρη, που είχε την πολυτέλεια να έχει δύο γυναίκες και μάλιστα την καρδιά και της μόνης γυναίκας που είχε αγαπήσει ο Γιώργης και που νόμιζε ότι κι αυτή τον νοιαζόταν. Τον μισούσε με όλη του την καρδιά και τον ζήλευε για την τύχη του. Ήθελε να πάει να τον βρει, να του μιλήσει, να μάθει αν την αγαπάει κι αυτός, αν θα του την έπαιρνε οριστικά μια μέρα, αν θα της έφτιαχνε μια ζωή σαν κι αυτή που είχε ονειρευτεί να της χαρίσει ο ίδιος.

Αποφάσισε να της μιλήσει αμέσως, της τηλεφώνησε, δεν είχε ακόμα φτάσει, ο συνδρομητής δεν ήταν διαθέσιμος, θα τους σκότωνε μ’ εκείνο το κρητικό μαχαίρι που είχε απ τον παππού του, καλύτερα θα την άφηνε να διαλέξει κι ας έφευγε να πάει στο καλό να μην βασανίζεται ο ίδιος, καλύτερα στην  μοναξιά του χωρίς βάσανα. Δεν του πήγαινε η αγάπη, το ήξερε. Δεν ήταν στην μοίρα του. Έπρεπε ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν και τη σκέψη της όσο πιο γρήγορα γινόταν. Δεν θα απαντούσε αν τον έπαιρνε. Μάλλον θα της έλεγε ότι τα ήξερε όλα και θα την έδιωχνε. Κι ας διάλεγε αυτή στο κάτω-κάτω.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε στον τρίτο χτύπο «Έφτασες, αγαπούλα μου; Τι νέα; Τίποτα… εδώ όλα καλά όπως τα άφησες...»

© 2022 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.