Η Αρετή

Το Νεογνολογικό Τμήμα μύριζε βρεγμένη πούδρα. Ξημερώματα. Οι δύο νοσοκόμες που είχανε βάρδια, κοιμόνταν πάνω στα γραφεία τους. Η Αρετή γλίστρησε στον πρώτο θάλαμο με τα νεογνά. Κοίταξε τριγύρω. Άρπαξε στην αγκαλιά της το πρώτο μωρό στα δεξιά της και το έκρυψε σε μιαν εσάρπα, κάτω από το παλτό της.

-Ταξί, ταξί! Ελεύθερος;

-Πού πάς;

-Πέραμα.

-Πέρνα. Τυχερή είσαι. Εκεί πάω και εγώ. Τελειώνει η βάρδια μου και γυρίζω σπίτι.

-Πάμε όμως. Βιάζομαι. Φύγε σε παρακαλώ!

-Πώς κάνεις έτσι κορίτσι μου; Τέτοια ώρα και με βροχή δεν θα έβρισκες κανέναν να σε πάει εκεί πέρα. Κατακλυσμός γίνεται απόψε. Ψυχή δεν έχει στον δρόμο. Πού πάμε ακριβώς;

-Λεωφόρο Ειρήνης 240, μετά τα καζάνια.

-Απίστευτο! Είναι δύο στενά από το σπίτι μου. Τίνος είσαι εσύ;

-Κανενός που γνωρίζεις άνθρωπε μου. Από επαρχία είμαι. Νοικιάζω εκεί.

-Είπα κι εγώ.  Μεγάλωσα και γέρασα σ’ αυτή την γειτονιά, θα σε ήξερα.

Τo ταξί έτρεχε στους άδειους δρόμους. Η ροή του νερού το παράδερνε στην άσφαλτο. Η Αρετή σταύρωσε τα χέρια της γύρω από την κοιλιά της. Ένιωσε το απαλό τρεμούλιασμα και ρίγησε. Το χάιδεψε τρυφερά.  Ένα κόκκινο αμάξι πετάχτηκε από το στενό και το ταξί φρενάρισε απότομα. Ίσα που δεν τρακάρανε. Η κοπέλα πετάχτηκε στην άλλη μεριά του καθίσματος. Το κλάμα του μωρού μαχαίρωσε την ησυχία. Ανάστατος ο ταξιτζής γύρισε πίσω να κοιτάξει.

-Παναγιά μου. Τι είναι τούτο; Έχουμε μωρό εδώ μέσα; Είσαι καλά; Είσαστε καλά; Μα πού είναι;

-Ε, εδώ. Το έχω τυλιγμένο. Με αυτό τον καιρό… ήθελα να το προστατέψω. Ξεκούμπωσε το παλτό της και προσπάθησε να το ησυχάσει αλλά αυτό δεν σταμάταγε με τίποτα.

Αφού πήρε μια βαθιά ανάσα έβαλε εμπρός ξανά το ταξί και φύγανε. Καθώς προσπέρναγε το κόκκινο αμάξι, έριξε μια ανάποδη μούντζα στον οδηγό που έδειχνε ακόμη σοκαρισμένος και ξανά επικεντρώθηκε στην πελάτισσα του.

-Είναι το πρώτο σου ε; Μη μου πεις πως είσαι λεχώνα; Μα φυσικά, έξω από το «Έλενα» δεν σε πήρα;

-Μπορούμε να μη μιλάμε για λίγο κύριε; Δεν βλέπετε που δεν μπορεί να ηρεμήσει το μωρό.

-Περικλή με λένε. Εσένα πως σε λένε;

-Ας πούμε Αρετή. Αλλά φτάνει κύριε Περικλή τις ερωτήσεις. Έχουμε πολύ ακόμα για να φτάσουμε;

-Κοντεύουμε.

Την κοίταζε κλεφτά από το καθρεφτάκι. Η γυναίκα ένιωσε το βλέμμα του. Έσκυψε. Χαμήλωσε τα μάτια. Έβαλε την παλάμη της μπροστά από το πρόσωπο της. Αυτός όμως απτόητος. Μετά την μικρή παύση του, συνέχισε.

-Μα για να φεύγεις από το νοσοκομείο τέτοια ώρα μοναχή σου, σημαίνει πως ζεις μόνη σου, σωστά δεν τα λέω Αρετή; Θα μπορούσες να ήσουν κόρη μου. Θα ήθελα να βοηθήσω αν μπορώ. Πληροφοριακά, σου λέω πως μένω επάνω από τον φούρνο του Αβραμίδη. Αν με χρειαστείς για οτιδήποτε χτύπα. Εντάξει; Φτάσαμε.

-Κύριε Περικλή, μου μιλάτε σαν να με ξέρατε και από χθες. Δεν σας ξέρω, δεν με ξέρετε, δεν με είδατε ποτέ. Αν ήξερα πως θα περνούσα από ανάκριση δεν θα έμπαινα ποτέ σε αυτό το ταξί.

Του πέταξε τα λεφτά που έγραφε το ταξίμετρο και χάθηκε μέσα στην βροχή και τα λασπόνερα. Το κλάμα του παιδιού την ακολούθησε.

 

                                                                        ***

-Κύριε Περικλή; Είσαστε μέσα; Κύριε Περικλή;

-Ποιος είναι;

-Η Αρετή. Δεν ξέρω αν με θυμάστε από την προηγούμενη εβδομάδα. Η κοπέλα με το μωρό.

Ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο κύριος Περικλής με τις πυτζάμες.

-Είναι τρεις το πρωί. Τι συμβαίνει;

-Δεν είχα που αλλού να πάω. Ίσως να μην ήταν καλή ιδέα. Φεύγω. Συγνώμη.

-Όχι, όχι πες μου. Το παιδί;

-Ναι. Δεν ξέρω τι να κάνω; Ψήνετε στον πυρετό. Είναι κατακόκκινο. Ώρες-ώρες του κόβεται και η ανάσα. Τι έχω κάνει Θεέ μου;

-Τι εννοείς; Αυτά συμβαίνουν. Πάμε. Θα ντυθώ γρήγορα και θα το πάμε στο νοσοκομείο.

-Όχι. Όχι, σε νοσοκομείο! Της γειτονιάς είσαι. Δεν ξέρεις κανένα γιατρό;

-Στις τρεις το πρωί;

-Αφήστε το. Θα δω τι θα κάνω.

-Αρετή πού πας; Έλα πίσω; Σε πέντε λεπτά θα είμαι έτοιμος. Αρετή;



                                                                      ***

-Αρετή άνοιξε, ο Περικλής είμαι.

Μετά από μια παρατεταμένη σιωπή ακούστηκε το κλειδί να ξεκλειδώνει την πόρτα.

-Σας περίμενα. Ελάτε.

Η Αρετή ήταν ωχρή μα ήρεμη, σχεδόν γαλήνια. Τα μαλλιά της λιτά στους ώμους. Τα μάτια της γυάλινα. Φορούσε μια μακριά λευκή νυχτικιά που σερνόταν στο πάτωμα. Περπατούσε αργά πάνω κάτω, ξυπόλυτη στα κρύα μάρμαρα.

-Πώς είσαι; Πού είναι το παιδί;

-Το παιδί ξεκουράζεται… Τι να πω, δεν έχω λόγια πια. Στέρεψα.

-Πού το έχεις; Να το δω! Από την επίσκεψή σου κατάλαβα πως είναι σοβαρά για αυτό πήρα το νοσοκομείο που γέννησες, να δω αν εφημερεύει. Τους είπα πως γέννησες εκεί μόνη σου πριν μία εβδομάδα. Το πιστεύεις πως προθυμοποιήθηκαν να έρθουν αυτοί; Αν είναι δυνατόν! Τους είπα να το φέρω με το ταξί αλλά δεν άκουγαν τίποτα. Όπου να είναι έρχονται. Και ύστερα σου λένε πως δεν ενδιαφέρονται.

Έκανε να την πλησιάσει μα αυτή απομακρύνθηκε.

Το παιδί μου πέθανε. Το ξέρατε αυτό κύριε Περικλή; Όχι, δεν σας το είπα. Σας το είπα;

Ο ηλικιωμένος άνθρωπος με ένα σάλτο την πλησίασε και την άρπαξε από τους ώμους.

-Τι εννοείς; Ποιο παιδί; Το παιδί που είδα; Άλλο παιδί; Με έχεις μπερδέψει. Τι συμβαίνει Αρετή. Η φωνή του δυνάμωνε.

-Μα γιατί με κοιτάτε έτσι; Τι δεν καταλαβαίνετε; Το παιδί μου, το αγοράκι μου, γεννήθηκε και πέθανε. Έτσι μου είπαν. Δεν άκουσα το κλάμα του, δεν το έσφιξα στην αγκαλιά μου. Πέθανε μου είπαν και εγώ αυτό έπρεπε να το δεχτώ. Μόνη μου πήγα στο νοσοκομείο. Άνθρωπο δεν είχα μαζί μου. Ντροπής πράμα, πώς θα μπορούσα άλλωστε. Για αυτό έφυγα και από το χωριό. Και τώρα…

Η φωνή της έγινε ένας ψίθυρος.

-Ούτε το άλλο μωρό είναι καλά. Με καταδιώκει η κατάρα της μάνας μου, οι αμαρτίες μου, ποιος ξέρει.

Ο κύριος Περικλής έκρυψε το πρόσωπο του με τις παλάμες του. Μετά την κοίταξε με απορία.

-Το μωρό στο ταξί ήταν κλεμμένο; Το μωρό που είναι Αρετή; Γιατί δεν το ακούω;

Δεν του απάντησε. Ακολούθησαν ποδοβολητά από αρβύλες. Μέσα σε μερικά λεπτά το σπίτι γέμισε αστυνομικούς.

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.