Παπαδημητρίου Χρύσα
Μικρή μου μπουκίτσα

Στα πενήντα τρία του ζούσε μόνος. Τα μάτια του μαύρα, θεοσκότεινα και κανένας δεν μπορούσε να δει τι κρύβουν μέσα τους. Τα ρουθούνια του ανοιγόκλειναν με σταθερό παλμό, ρουφώντας με κόπο λίγο αέρα. Κάθε προσπάθεια για λίγο οξυγόνο συνοδευόταν από έναν ελαφρύ συριγμό. Η γενειάδα δεν πετύχαινε να σκεπάσει το βλογιοκομμένο του πρόσωπο. Το δέρμα του ξηρό και το σπίτι του, η τρώγλη που θεωρούσε για σπίτι, παγωμένο. Έξυσε την πλάτη του. Η πλάτη του γεμάτη εξανθήματα. Τα νύχια του κίτρινα. Έγλειψε τα δάχτυλα του. Τον ευχαριστούσε να τα γλύφει, συχνά ολόκληρη την παλάμη του, μπρος και πίσω, για να μαλακώσει τα χέρια του. Ξεδιάλεξε το μπρίκι από το νεροχύτη της κουζίνας. Ο σωρός με τα άπλυτα πιάτα κουδούνισε επικίνδυνα. Έβαλε στο μπρίκι νερό και καφέ σκέτο και άναψε το μάτι της κουζίνας. Η γλίτσα πάνω στο μάτι τσιτσίρισε. Ήπιε τον καφέ του ζεστό χωρίς να σκουπίσει τα κατακάθια απ’ τα μουστάκια του.

Δύσκολα κινούσε το παχύσαρκο σώμα του. Περιφερόταν μέσα στην ακαταστασία σκουντουφλώντας πάνω στα σκονισμένα έπιπλα. Το πρωί ήταν κλεισμένος στο σπίτι. Διάβαζε εφημερίδες και έβλεπε τηλεόραση. Έτσι μάθαινε για τον κόσμο. Σιχαινόταν τους ανθρώπους της ηλικίας του, τους έβρισκε όλους ηλίθιους και αηδιαστικούς. Όταν βρισκόταν σε δημόσιο χώρο τον έκοβε κρύος ιδρώτας.

Τα απογεύματα, ωστόσο, έκανε τη βόλτα του στην πλατεία της γειτονιάς. Με τα παιδιά τα πήγαινε καλά. Η θέα τους τον ηρεμούσε. Καθόταν σ’ ένα παγκάκι και παρακολουθούσε τα παιχνίδια τους. Στην έξαρση της χαράς τους, γελούσε κι αυτός, αφήνοντας να φανούν τα σάπια δόντια του. Αν η μπάλα έπεφτε προς τη μεριά του, τη μάζευε με χαρά και τους την επέστρεφε. Προσπαθούσε να πει δυο λόγια μαζί τους, αλλά τα παιδιά δεν άντεχαν ούτε την όψη του ούτε τη βρώμα της αναπνοής του που τους ερχόταν με βία στα ρουθούνια, όταν έσκυβε στο ύψος τους για να τους μιλήσει.

Έχοντας ρουφήξει όση παιδική φρεσκάδα μπορούσε, επέστρεφε στο σπίτι του και κοιμόταν σχετικά νωρίς, πάνω στα κιτρινισμένα και λερά σεντόνια του. Το ροχαλητό του ήταν βροντερό μα ήσυχο, όπως και η αδίστακτη συνείδησή του. Άνοιγε το στόμα και το σαγόνι του έγερνε προς τα αριστερά, αφήνοντας να στάξει πάνω στο μαξιλάρι μια κολλώδης αλυσίδα από πηχτό, κίτρινο σάλιο.

Εκείνο το απόγευμα, έκανε τη συνηθισμένη του βόλτα στο πάρκο. Λαχανιασμένος από το περπάτημα, ανασήκωσε λίγο το γεμάτο λεκέδες παντελόνι του στο ύψος των γονάτων και κάθισε σε ένα παγκάκι. Ακριβώς μπροστά του κάποια παιδιά έπαιζαν καμάρα και γελούσαν. Άκουγε τα γέλια τους και ευφραινόταν. Ιδρώτας κυλούσε απότομα στους κροτάφους του. Τον σκούπιζε με την ανάστροφη της παλάμης του και τίναζε το χέρι του στο κενό.

Έστριψε ένα τσιγάρο αργά, πολύ αργά, απολαμβάνοντας το θέαμα. Το κάπνισε κρατώντας το ανάμεσα σε μέσο και παράμεσο, τραβώντας βαθιές ρουφηξιές με μισόκλειστα μάτια. Ξάφνου, φυσώντας τον καπνό προς τα πάνω, χαμήλωσε το κεφάλι και την είδε. Είχε θυμώσει που δεν την έπαιζαν τα άλλα παιδιά και είχε καθίσει μόνη της μισό-κλαψουρίζοντας κάτω από ένα πεύκο. Το φορεματάκι της ήταν σκονισμένο. Κάποιες τούφες είχαν δραπετεύσει από την προσεκτικά φτιαγμένη αλογοουρά των καστανών μαλλιών της. Τα γόνατα τα είχε διπλώσει στο στήθος για ν’ ακουμπήσει επάνω τους αγκώνες και να δώσει καλύτερο στήσιμο στο κλάμα της. Πίσω από τα λευκά καλτσάκια της φάνηκε ένα ακόμα πιο λευκό κιλοτάκι. Έτρεξαν τα σάλια του και ξεροκατάπιε.

«Μικρή μου μπουκίτσα... μπουκίτσα μου… Πώς να μυρίζεις άραγε; Δεν είναι κακό, δεν είναι κακό. Πρέπει να έρθεις σε μένα. Δεν φταίω εγώ. Τι κλαψουρίζεις έτσι; Το δέρμα σου είναι τόσο απαλό. Το χρειάζομαι αυτό το απαλό δερματάκι. Ο αέρας μου δείχνει το δρόμο και οι βελόνες του πεύκου το ίδιο. Δεν είσαι εσύ σαν τα άλλα παιδιά. Είσαι καλύτερη, γιατί είσαι δική μου κι ας μην το ξέρεις. Γι’ αυτό δεν άφησες να φανεί το βρακάκι σου; Για μένα δεν το ’κανες; Το ’ξερες πως θα μ’ αρέσει. Καθόμουν εδώ και σε περίμενα. Ναι, περίμενα ειδικά εσένα. Είδες τι φρόνιμος που είμαι; Μη με τιμωρήσεις. Θα μου βάλεις τιμωρία; Είμαι καλό παιδί κι εγώ σαν κι εσένα. Μη με βαρέσεις κι εσύ σαν τη μαμά μου που όλο με χτυπούσε. Θέλω να με χαϊδέψεις και να μου πεις πόσο καλό παιδί είμαι κι εγώ θα σου δώσω ολόκληρο το κουτί με τις καραμέλες. Με βλέπεις μαμά; Είμαι πολύ καλός, ο καλύτερος απ’ όλους. Θα μου κάνεις λίγη παρέα; Μη με φοβάσαι. Να, πάρε μια καραμέλα και δώσε μου το χέρι σου, έτσι, έλα να πάμε λίγο πιο πέρα. Τίναξε τη σκόνη από το φουστανάκι σου, έτσι και δώσε μου το χέρι σου. Θα ’ρθεις να σε πάρω λίγο αγκαλίτσα; Να σε σηκώσω ψηλά; Κοίτα, θα σου δώσω κι άλλη καραμέλα αν έρθεις. Πες μου ότι είμαι καλός και θα σε πάω στο περίπτερο να σου πάρω και σοκολάτα, την πιο μεγάλη. Πες μου ότι είμαι το καλύτερο παιδί. Έλα, μη με φοβάσαι, μην τραβιέσαι, δεν θα σε πειράξω. Μη με σπρώχνεις κι εσύ. Μη με σπρώχνεις σου λέω. Να τώρα εδώ που ήρθαμε δεν μας βλέπει κανείς. Μην τραβιέσαι. Θα σε πιάσω λίγο απ’ το λαιμάκο σου. Μην κουνιέσαι. Κάτσε φρόνιμα. Να, έτσι, βλέπεις τι καλά; Θα πιέσω λίγο ακόμα το λαιμάκο σου, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα… Ησύχασες τώρα. Βλέπεις πως ησύχασες; Δεν θα με σπρώχνεις πια. Να, τώρα θα βάλω τα χεράκια σου γύρω απ’ το δικό μου λαιμό για να μ’ αγκαλιάσεις. Μαμά, μαμά, αγκάλιασέ με μαμά. Μαζί θα περάσουμε το βράδυ, πες μου ένα παραμύθι μαμά να μην φοβάμαι, έλα, κλείσε τα μάτια να κοιμηθούμε, κοιμήσου μικρό μου, κοιμήσου μη φοβάσαι.»

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.