Ταξίδι στο Αστέρι

Για πόσο καιρό βρίσκομαι μέσα σ’ αυτό το ορθογώνιο κελί δεν γνωρίζω. Γύρω μου άσπροι τοίχοι διακοσμημένοι με χρυσά ποικίλματα. Στις γωνίες τους στρόβιλοι κάνουν τη δίνη, στην οποία νομίζω πως βρίσκομαι, πιο έντονη. Κολλημένος σε αυτό το δωμάτιο, δίχως να υπάρχει ελπίδα σωτηρίας φαίνομαι συνεχώς γελαστός. Πίσω μου, στο βάθος, ένα χωράφι γεμάτο με ανεμοδαρμένες ελιές. Γύρω τους ψηλώνουν ξερά αγριόχορτα. Κάθε τόσο, νιώθω τον ισχυρό άνεμο εκείνης της ημέρας να μου χτυπά το πρόσωπο.

Ξυπνώ… παρ’ όλο που νιώθω πως τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει, χαμογελάω. Νιώθω σαν μια ψυχή ξεχασμένη από τον κόσμο. Μα δεν μπορεί… κάποιος θέλει να με θυμάται για να με βάλει εδώ μέσα. Δεν ξέρω πώς συντηρούμαι. Κάθε φορά που με χτυπάει ο άνεμος ξυπνώ. Και πάλι από την αρχή… δεν αισθάνομαι τίποτα. Μονάχα όταν κοιτώ πίσω μου το χωράφι, μια μικρή σπίθα λησμονιάς κατακλύζει το μυαλό μου.

Θυμάμαι που κρατούσα το δρεπάνι και την τσάπα. Οι κόποι μου δεν πήγαν χαμένοι. Τελικά κάρπισαν οι ελιές. Κοιτώ τα χέρια, χαραγμένα. Ακόμη κι αν τους αγγίξω ο πόνος δεν με πιάνει. Δεν καταλαβαίνω πότε με πιάνει αυτός ο περίεργος ύπνος. Κάθε φορά που ξυπνώ προσπαθώ να προσανατολίσω τη σκέψη μου. Η τελευταία μου ανάμνηση με οδηγεί στο σπίτι∙ το πατρικό μου. Αγροτική συνοικία, το μάτι χάνεται στα στάχυα, χωματόδρομοι παντού. Άνθρωπος και φύση εκμεταλλεύονταν ο ένας τον άλλο για να συνυπάρξουν. Βρίσκομαι στο τραπέζι της κουζίνας. Αρχίζω να χάνομαι στο καρό του τραπεζομάντηλου…

Ξυπνώ… ο άνεμος του κελιού θα ευθύνεται. Νιώθω τον εαυτό μου γέρο∙ δυσκίνητο. Η γυναίκα στη λάντζα. Φωνές παιδιών ακούγονται μέσα στο υπνοδωμάτιο. «Ποιος είναι μέσα;», ρώτησα. Γελώντας πειραχτικά γύρισε και μου απάντησε: «Έλα, χαζοπαππού! Ξεμωράθηκες εντελώς;». Μα μέσα μου νιώθω ακόμη νέος. Ο ήχος της λέξης «χαζοπαππού» μού χτύπησε στ’ αυτιά σαν καμπάνα. Στηριγμένος στο μπαστούνι μου προσπάθησα να σηκωθώ και να πάω προς το δωμάτιο. Κάθε βήμα αντιστοιχούσε και σ’ έναν βαθύ ύπνο στο περίεργο αυτό κελί. Έπρεπε να συντονίσω τις κινήσεις και τη σκέψη μου. Ακούμπησα την κάσα της πόρτας. Γύρισα προς τα μέσα το κεφάλι και είδα δύο πιτσιρίκια να παίζουν πάνω στο διπλό κρεβάτι.

Η δίνη του κελιού μ’ ένα τίναγμα του ανέμου με μετέφερε ψηλά∙ ίσως και πάνω από τα σύννεφα, αν ήταν σύννεφα αυτά που έβλεπα βαθιά κάτω από τα πόδια μου. Το άγχος και η ανησυχία με κυρίευσαν. Μήπως είχα περάσει στη μετά θάνατον ζωή; Ένιωθα τόσο ανάλαφρος όσο ποτέ άλλοτε. Δεν το πίστευα πως ήταν αλήθεια, όταν κήρυττε ο παππάς στην εκκλησία. Όμως ακόμη και οι αρχαίοι πρόγονοί μας το πίστευαν. Κάποια στοιχεία αλήθειας θα έπρεπε να έχουν όλες αυτές οι θεωρίες. Είμαστε ιδέες μέσα στο μυαλό. Στην πραγματικότητα παύουμε να υπάρχουμε μόνο αν μας ξεχάσουν. Γι’ αυτό ίσως πασχίζουμε να μην ξεχάσουμε τους δικούς μας∙ αυτούς που αγαπήσαμε και χάσαμε.

Καθώς αιωρούμουν αγνάντευα τον γαλάζιο θόλο και την άσπρη βαμβακερή θάλασσα από κάτω μου. Η μόνη κατεύθυνση που μου δινόταν ήταν μακριά, πολύ μακριά στον ορίζοντα. Ένα αστέρι έκαιγε μεταφέροντας μια εκτυφλωτική λάμψη προς όλην την πλάση. Να ήταν ο ήλιος; Να ήταν αυτό που λέγαμε μέχρι τώρα Θεό; Να ήταν η πηγή του Σύμπαντος; Δεν μου ήταν καθόλου σαφές από τόσο μακριά. Κουνώντας χέρια-πόδια ξεκίνησα να πετάω –μάλλον καλύτερα να κολυμπάω– σε αυτήν την άυλη ατμόσφαιρα.

Τέτοια ζωντάνια είχα να νιώσω από τα βαθιά μου νιάτα. Δεν με εμπόδιζε πια το μπαστούνι και τα βαριά πόδια μου. Κολυμπούσα και όσο άφηνα το μυαλό μου ελεύθερο, η ταχύτητα δεν ήταν πια εμπόδιο παρά σύμμαχος. Ήχοι περνούσαν μέσα από τα αυτιά μου. Γλυκύτατοι και απόκοσμοι ήχοι. Όσο έφθανα στη λάμψη τόσο βεβαιωνόμουν για τη φύση του φωτός. Εδώ είναι η Αρχή και το Τέλος των πάντων. Είναι το Α και το Ω, όπως μας μάθαιναν αρχαία γραπτά. Την ανέμελη πορεία μού τη διέκοψε ένας δυνατός άνεμος. Με τίναξε κάνοντάς με ν’ ανοίξω τα μάτια μου.

Ξυπνώ… μα πόσο θα κρατήσει αυτό το βασανιστήριο; Το χαμόγελο κολλάει στα χείλη μου. Πίσω μου έχω το χωράφι. Στύβω το μυαλό μου και καταφέρνω να γυρίσω εκεί, όπου ξεκίνησαν όλα. Τα εγγόνια μου φώναζαν παίζοντας στο διπλό κρεβάτι. Στέκοντας στην πόρτα κοίταξα προς την άλλη μεριά του δωματίου. Στον μεγάλο καθρέφτη αντικατοπτριζόταν ένας νεαρός. Βήμα βήμα, πιάστηκα από ένα έπιπλο και πλησίασα. Όσο κόντευα στο γυαλί αναγνώριζα και περισσότερα χαρακτηριστικά του ίδιου του εαυτού μου. Ήμουν νέος και ακμαίος. Άγγιξα τις ρυτίδες του προσώπου μου. Σε κάθε κίνησή μου ένιωθα μια σπίθα ν’ ανάβει μέσα μου. Κάθε ανάμνηση ήταν χαραγμένη σε αυτό το πρόσωπο. Μα στον καθρέφτη έβλεπα την ψυχή μου. Οι σπίθες άρχισαν να φουντώνουν σε μια φλόγα λευκού φωτός.

Περνώντας μέσα από όλες τις διαστάσεις η αθάνατη ψυχή μου έφθασε και πάλι στα ουράνια. Το αστέρι ήταν εκεί∙ πολύ πιο κοντά πλέον. Εκείνη η στιγμή της αυτογνωσίας έκανε το κελί μου να μοιάζει με μιαν απλή φωτογραφία. Έβλεπα τον εαυτό μου να χαμογελάει ακίνητος μέσα σ’ έναν ελαιώνα. Το μέλλον, το αιώνιο μέλλον, ήταν μπροστά μου. Έκλεισα τα μάτια και κολύμπησα προς τα εκεί.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.