Χωρίς αναστολή

- Λοιπόν, Ιωάννη  Περραιβαίε, γιατί το έκανες;

Ο υπεύθυνος αναστολών κοίταζε τον κατάδικο απέναντί του. Το χέρι του κρατούσε ένα ακριβό στυλογράφο, πάνω σε μια λευκή σελίδα στο σημειωματάριο, με μόνο μια ημερομηνία γραμμένη στην πάνω δεξιά γωνία.

- Τι έκανα;

Εκείνος, είχε τα μάτια κλειστά. Το κεφάλι ελαφρά χαμηλωμένο, έγερνε λίγο προς το πλάι, αριστερά. Τα χέρια του, με τα δάχτυλα μπλεγμένα και τις χειροπέδες πάντα κλειδωμένες γύρω από τους καρπούς, ήταν ακουμπισμένα πάνω στο απλό τραπέζι που τους χώριζε.

- Γιατί είσαι στο γραφείο μου;

- Αιτούμαι την αναστολή της ποινής μου.

- Είκοσι χρόνια κάθειρξης…

- Έχω εκτίσει τα τρία.

- Για ποιό έγκλημα;

- Κανένα έγκλημα.

- Αν θέλεις μπορούμε να σταματήσουμε.

- Είκοσι χρόνια κάθειρξης για φόνο εκ προμελέτης.

- Γιατί το έκανες; Δεν έδωσες απάντηση ούτε στη δίκη σου, ούτε κατά την έφεση. Δεν μπορώ να αποφανθώ για αναστολή, πριν διαμορφώσω μια άποψη.

- Δεν ικανοποιώ την περιέργεια κανενός. Ή μήπως γράφεις βιβλίο; Πόσων χρονών είσαι;

- Είμαι σαράντα και κάνω αυτή τη δουλειά εφτά χρόνια. Δεν γράφω τίποτα. Η δουλειά μου είναι να διαπιστώσω αν είσαι έτοιμος να λάβεις αναστολή.

- Δηλαδή, αν δεν απαντήσω, δεν είμαι;

- Αν δεν απαντήσεις, δεν θα μπορώ να πω. Έχει να κάνει με τον αδερφό σου;

- Εντάξει. Νομίζω πως θέλω να σταματήσουμε.

- Τότε να σταματήσουμε. Δεν θα έχεις δικαίωμα νέας αίτησης για τα επόμενα πέντε χρόνια, όμως.

- Εντάξει.

- Γιατί ήρθες;

- Γιατί είμαι μέσα τρία χρόνια. Αρκετό καιρό.

- Η ποινή σου είναι είκοσι.

- Του άξιζε ο θάνατος.

- Δηλαδή;

- Δεν θα πω τίποτα παραπάνω.

- Τότε δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε. Η αίτησή σου απορρίπτεται.

- Εντάξει.

Ήταν 16 Ιουλίου του 1998. Πέντε χρόνια αργότερα, ο υπεύθυνος αναστολών έλαβε νέο αίτημα και κάλεσε πάλι τον Περραιβαίο.

- Συνέβη κάτι που θέλεις να μου πεις;

- Ήρθα να συζητήσουμε την αναστολή μου.

- Το πρόσωπό σου;

- Τίποτα σπουδαίο.

- Εγώ βλέπω εκτεταμένους μώλωπες.

- Έπεσα από το κρεβάτι μου.

- Πότε έγινε αυτό;

- Πριν δυο μέρες.

- Χτύπησες κι αλλού πέφτοντας από το κρεβάτι σου;

- Σε μερικά σημεία. Τίποτα. Να μπούμε στο θέμα μας;

- Πολύ καλά. Τι θυμάσαι περισσότερο από τα παιδικά σου χρόνια;

- Γεννήθηκα το 1976 στα Σέρβια Κοζάνης. Τι θες να ξέρεις;

- Είχες ήρεμη παιδική ηλικία; Πως ήταν η κατάσταση στο σπίτι σου;

- Εγώ κι ο αδερφός μου μέναμε με τον πατέρα μας, το ξέρεις.

- Πώς ήταν απέναντί σας; Θα τον χαρακτήριζες στοργικό ή αυταρχικό;

- Όπως όλοι οι πατεράδες, φαντάζομαι.

- Όπως εσύ;

- Λίγο πιο αυστηρός. Αλλά εγώ δεν πρόλαβα να χαρώ το παιδί μου.

- Πότε γεννήθηκε;

- Το ’95. Αφού μπήκα μέσα.

- Ο πατέρας σου σας χτύπαγε;

- Όχι συχνά.

- Είχες συχνά καυγάδες στο σχολείο;

- Σαν όλα τα αγόρια.

- Σχέσεις;

- Δυο-τρεις.

- Πώς γνώρισες τη γυναίκα σου;

- Στο Λύκειο.

- Και παντρευτήκατε;

- Λίγο μετά, αφού έπιασα δουλειά.

- Τι δουλειά;

- Σε συνεργείο.

- Οι σχέσεις σου με τον αδερφό σου;

- Ο Αλέξης, η καρδιά του χωρούσε όλο τον κόσμο.

- Πότε διαγνώστηκε με αυτισμό;

- Κάπου στο Δημοτικό, η δασκάλα είπε πως δεν έπαιρνε τα γράμματα. Προκαλούσε, λέει προβλήματα στην τάξη. Σήκωνε το χέρι να ρωτήσει κάτι και παρότι δεν καταλάβαινε την απάντηση, επέμενε να ρωτά για το ίδιο πράγμα.

- Σαν τι;

- Γιατί η μέρα έχει είκοσι τέσσερις ώρες όταν ο Φεβρουάριος έχει δίσεκτα χρόνια, κάτι τέτοια.

- Πώς σκοτώθηκε;

- Τον χτύπησε αυτοκίνητο. Ένας φονιάς. Στογιάνοβος στο όνομα. Οδηγούσε μεθυσμένος, και δεν έστριψε. Τον χτύπησε μέσα στο φαρμακείο. Είχε πάει για τα φάρμακα του πατέρα. Εγώ δούλευα. Μετά έκανε να φύγει, αλλά μπλέχτηκε στα συντρίμμια. Κι έσερνε μαζί του τον Αλέξη. Φυλακίστηκε για ένα χρόνο. Το είπαν ατύχημα. Οπότε κι εγώ τον περίμενα να βγει.

- Γιατί τον σκότωσες;

- Κάποιοι άνθρωποι δεν πρέπει να βρίσκονται με τους ζωντανούς. Καλύτερα θα ήταν να μη γεννιόνταν ποτέ. Μιας και γεννήθηκαν πρέπει κάποιος να τους στείλει πίσω εκεί που τους πρέπει. Αλλά δεν ήμουν εγώ αυτός.

- Δεν ήσουν;

- Πρέπει να με βοηθήσεις. Έχω ένα παιδί να θρέψω κι είμαι αθώος.

- Γιατί δεν είπες τίποτα στη δίκη σου;

- Θα με λέγανε τρελό. Θα με κλείνανε στο ίδρυμα. Οι γιατροί θα με κράταγαν για όλη μου τη ζωή. Είκοσι χρόνια ήταν προτιμότερο, σκέφτηκα. Αλλά δεν θα ζήσω τόσο. Όχι εδώ.

- Περραιβαίε, εγώ δεν είμαι δικαστής. Δεν είμαι αρμόδιος…

- Όχι. Κανένας δεν είναι αρμόδιος. Ούτε οι δικαστές, ούτε οι γιατροί, ούτε οι δικηγόροι. Εσύ είσαι η μόνη ελπίδα που έχω. Εγώ είμαι απέναντί σου κι εσύ απέναντί μου. Πρέπει να μ’ ακούσεις τουλάχιστον. Εσύ. Δεν μπορείς να μου το αρνηθείς αυτό. Δεν είσαι άνθρωπος;

- Μου ζητάς κάτι στα όρια των κανονισμών. Ας υποθέσουμε ότι ισχύουν όσα λες κι είσαι αθώος. Τότε υπάρχει ένας άλλος ένοχος. Που δεν μπορώ να αφήσω αδίωκτο. Και που εσύ, σιωπώντας, καλύπτεις. Λέω κάτι αστείο;

- Όχι. Από την πλευρά σου τα βλέπεις σωστά. Αλλά υπάρχει μια ειρωνεία στη μέση. Μιλάς για νόμους. Αλλά δεν είδες όσα είδα. Κάποια πράγματα ξεπερνούν τα όρια των κανονισμών. Δεν έχουν καν κανονισμούς, ή αν έχουν, αυτοί είναι πέρα απ’ τους δικούς μας.

- Ποιους δικούς μας;

- Τους ανθρώπινους γενικότερα, αν θες.

- Δεν καταλαβαίνω.

- Κι εγώ δεν τα καταλαβαίνω όλα. Ξέρω όμως πως δεν είμαι τρελός.

- Δεν μου δίνεις τέτοια εντύπωση.

- Τότε άκου με. Τη μέρα που ο φονιάς του αδερφού μου αποφυλακίστηκε, κανένας δεν ήρθε να τον παραλάβει.

- Το ξέρω. Μπορείς να μου πεις τι έγινε στην παραλία;

- Η παραλία. Σταμάτησε στην παλιά εθνική, λίγο πριν την Ακράτα.

- Στα Μαύρα Λιθάρια.

- Εκεί.

- Πώς τον ακολούθησες μέχρι εκεί;

- Υπάρχουν κάποιες συσκευές που σου δείχνουν με GPS τη θέση τους στο χάρτη, όπου και να βρίσκονται. Έβαλα μία στο αυτοκίνητό του. Οδήγησα αργά, όταν τον έφτασα είχε ήδη ανάψει τη μηχανή, αλλά η θάλασσα είχε γίνει τόσο μπλε. Δεν έχεις δει τέτοιο χρώμα. Καταμεσήμερο κι ο ήλιος έριχνε ένα βαθύ πορτοκαλί. Όλα τα χρώματα ήταν σαν να τους πέρασες ακόμα ένα χέρι μπογιά, αν με καταλαβαίνεις. Τότε είδα τον «άγγελο».

- Συγγνώμη;

- Κάπως έτσι πρέπει να είναι οι άγγελοι. Εμφανίστηκε σαν αχνός καπνός κάτω απ’ τις μπροστινές του ρόδες. Και όσο έπαιρνε στέρεα μορφή τόσο ψήλωνε. Ο ίσκιος του κάλυψε όλο τ’ αμάξι. Έσκυψε πάνω στο παρμπρίζ και ξεδίπλωσε τα φτερά του. Πάγωσα στη θέση μου, αλλά ο Στογιάνοβος ούρλιαξε σαν τρελός. Βγήκε κι έφυγε τρέχοντας προς τη θάλασσα, με τον άγγελο να τον ακολουθεί. Ήταν τόσο ψηλός που δεν χρειαζόταν καν να τρέξει…

- Περραιβαίε, μου ζητάς να σε στείλω σπίτι σου γιατί το φόνο τον έκανε ένας άγγελος;

- Γιατρέ, δεν λέω ψέματα, τ’ ορκίζομαι στο παιδί μου, να μη σώσω το λόγο μου.

- Δεν είμαι γιατρός. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ψεύδεσαι, αλλά αφήνω κάποια κλινικά ενδεχόμενα. Πότε έκανες εξετάσεις για τελευταία φορά;

- Δεν είμαι τρελός.

- Γιατί με αποκάλεσες γιατρό;

- Έχεις διδακτορικό, έτσι;

- Έχω. Υπάρχουν κι άλλες πιθανές αιτίες να βλέπεις πράγματα που δεν βλέπουν οι γύρω σου. Σου έχει συμβεί παλιότερα;

- Κι ο Αλέξης παρατηρούσε λεπτομέρειες που οι άλλοι χάνανε. Έβλεπε πόσα γράμματα έχουν οι υπότιτλοι. Μέτραγε πόσα πλακάκια είχε η πλατεία. Οι γιατροί συμφωνούσαν πως δεν τα φαντάζονταν όλα αυτά.

- Ο αδερφός σου ήταν παρατηρητικός πέρα από το συνηθισμένο. Αλλά ένας άγγελος πάνω από τρία μέτρα. δεν περνά απαρατήρητος από κανέναν.

- Κι άλλοι πρέπει να τον είδανε, δυο τρεις φεύγανε από μπροστά του.

- Όλοι οι μάρτυρες είπαν πως έφευγαν από εσένα.

- Όχι, εγώ ακολουθούσα σε μεγάλη απόσταση. Τουλάχιστον τριάντα μέτρα από τον άγγελο κι άλλα τόσα μέχρι τον Στογιάνοβο. Αυτός έτρεξε μέχρι το νερό κι εκεί τον έπιασε ο άλλος. Τον έσυρε στη θάλασσα δέκα μέτρα και τον έπνιξε σα σκυλί. Όταν έφτασα εγώ ήταν ήδη πεθαμένος.

- Κι ο άγγελος;

- Μόνο το κεφάλι του φαινόταν πάνω απ’ το νερό. Μετά χάθηκε κι αυτό.

- Δεν πέταξε;

- Βούτηξε. Εγώ έβγαζα το πτώμα απ’ το νερό, όταν με είδαν οι άλλοι μάρτυρες. Ο ιατροδικαστής είπε πως είχε γεμάτο νερό το στομάχι του. Δεν ήταν φυσιολογικός ο πνιγμός.

- Κανένας βίαιος θάνατος δεν είναι φυσιολογικός. Έχεις κάτι άλλο να προσθέσεις;

- Σου λέω την αλήθεια.

- Η αναστολή αποκλείεται. Θα φροντίσω να μεταφερθείς σε άλλο κελί. Και να δεις κάποιον ειδικό.

- Όχι γιατρούς. Δεν πρόκειται να επαναλάβω τίποτα. Ευχαριστώ για το κελί. Είσαι καλός άνθρωπος. Αλλά δεν έχεις ιδέα για κάποια πράγματα. Κανένα κελί δεν είναι ασφαλές. Θέλω να το ξέρεις, εγώ δεν σε θεωρώ υπεύθυνο.

- Υπεύθυνο για ποιό πράγμα;

- Για ό,τι συμβεί σ’ εμένα και στο παιδί μου αν πάθω κάτι. Ελπίζω ο Θεός να σε συγχωρέσει.

- Προσπαθείς να με χειραγωγήσεις, Περραιβαίε. Αλλά δεν θα υποκύψω.

- Όχι, όχι. Τίποτε τέτοιο. Ένα αντίο λέω.

- Θα τα ξαναπούμε. Σε πέντε χρόνια.

- Πέντε χρόνια; Δύσκολο. Και δεν είμαι άρρωστος, όσους γιατρούς κι αν βάλεις το ίδιο θα σου πούνε. Εμένα σκοτωμένο θα με βρούνε.

- Γιατί το λες αυτό;

- Ένα όνειρο μου είπε πως φτάνει η ώρα μου.

Ήταν ένα βροχερό, χειμωνιάτικο απόγευμα, όταν ο Περραιβαίος βρέθηκε μαχαιρωμένος σε μια γωνιά στο προαύλιο. Κανείς δεν είδε τίποτα. Παρά το χειρουργείο, έχασε σπλήνα και συκώτι. Ετοιμοθάνατος, ζήτησε να δει και πάλι τον υπεύθυνο αναστολών.

- Γεια σου γιατρέ. Σε λίγο θα είμαι ελεύθερος.

Ένας κεραυνός έκοψε για λίγο το ρεύμα. Μόνο οι αστραπές φωτίζανε έξω απ’ τα κάγκελα.

- Δεν είμαι γιατρός, Γιάννη.

- Σωστά. Ένας άγγελος είσαι.

Όταν μπήκε μπροστά η γεννήτρια, ο Περραιβαίος είχε πια φύγει.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.