διηγήματα ασκούμενων Λαδικός Δημήτρης «Πρέπει να φας, να πάρεις μπόι…»

«Πρέπει να φας, να πάρεις μπόι…»

Αφού έφθασα χθες το απόγευμα στη δουλειά, βρήκα μια μπουγάτσα να με περιμένει στο γραφείο μου. Σκεπασμένη με αρκετές χαρτοπετσέτες, προσεγμένη, ήταν ζεστή ακόμη. Η αλήθεια είναι ότι πεινούσα και την δέχθηκα σαν θείο δώρο. Πριν προλάβω να σκεφτώ ποιου ιδέα ήταν, μπήκε μέσα μια συνάδελφος, βουτηγμένη στην άχνη ζάχαρη και μου ευχήθηκε καλή όρεξη. Καθώς την απολάμβανα, συνειδητοποιούσα πως ήταν η πρώτη φορά που κάποιος με κερνούσε στο γραφείο. Κάτι τόσο καθημερινό μου φαινόταν θησαυρός ανάμεσα στους γρήγορους ρυθμούς και στο άγχος της δουλειάς. Τη χαρά του φαγητού την είχα ξεχάσει ήδη από το σχολείο.

Δεν θέλω να θυμάμαι την ντροπή που ένιωθα, κάθε φορά που η μητέρα μου με κυνηγούσε με ένα σάντουιτς σε όλο το προαύλιο. «Πρέπει να φας, να πάρεις μπόι», μου έλεγε την ώρα που δάγκωνα διστακτικά το ψωμάκι. Ήθελα να είμαι ανεξάρτητος. Έβλεπα πολλούς από τους συμμαθητές μου να αγοράζουν λιχουδιές από το κυλικείο. Πάντα όμως, εγώ θα έπρεπε να υπομένω το βάσανο ενός σάντουιτς ζαμπόν-τυρί και τα βλέμματα των περισσοτέρων συμμαθητών μου. «Τον ταΐζει η μαμά του! Μάλλον μόνος του δεν μπορεί…», έλεγαν χασκογελώντας σε πηγαδάκια.

Παρ’ όλα αυτά είχα μάθει ορισμένα κρυφά σημεία στα οποία πήγαινα με τη μητέρα μου αποφεύγοντας τα αδιάκριτα μάτια. Κάποιες στιγμές, τη δικαιολογούσα. Δεν ήμουν ο μόνος που τον τάιζε η μητέρα του. Ο Κωστάκης, ένα καχεκτικό αγοράκι, ο Τζίμης, του οποίου η μητέρα ήταν μια ξένη τρελοκαμπέρω, περνούσαν κι αυτοί το δικό τους Γολγοθά. Κατάφερα να υπομείνω την όλη κατάσταση για ένα χρόνο. Μαζί με τον προβιβασμό ήρθε και η ελπίδα την αποκόλλησης από τη φροντίδα της μητέρας. Ποιος να ήξερε πως τώρα θα ήμουν ευγνώμων για μια σπιτική τυρόπιτά της!

Ξέρω πως δεν το έκανε για τα χρήματα, αλλά γιατί ήταν υπερπροστατευτική. Δεν περνούσε μέρα που να μην μου έλεγε πόσο ανθυγιεινά είναι τα προϊόντα του κυλικείου. «Σαν το σάντουιτς και το χυμό της μαμάς δεν είναι κανένα!». Μάταια περίμενα να αλλάξει η κατάσταση και στις επόμενες τάξεις του δημοτικού. Όσο κι αν μεγάλωνα δεν έλεγε να καταλάβει, πως μπορούσα να φροντίσω και μόνος μου τον εαυτό μου. Όλοι πλέον είχαν μάθει στην πίτσα και τη λουκανικόπιτα του σχολείου. Ο Τζίμης είχε φύγει στο εξωτερικό, ο Κωστάκης είχε αλλάξει σχολείο… Ένιωθα τόσο απομονωμένος και μοναχός. Μια μέρα, ένας από τους «σκληρούς» του σχολείου με πήρε είδηση που καθόμουν σε μια γωνιά και έτρωγα με τη μητέρα μου. Δεν πέρασαν αρκετά λεπτά, ώσπου μαζεύτηκαν καμιά δεκαριά μαθητές και μας παρακολουθούσαν «κρυμμένοι» στα δεντράκια. Για να ικανοποιηθούν περισσότερο άρχισαν να φωνάζουν, «Ποιος είναι μαμμόθρεφτο;». Η μητέρα μου έκανε πως δεν άκουγε. Δεν παραδεχόταν με τίποτα το φταίξιμό της. «Άσε τους να λένε… Σιγά μην τους δώσουμε και λογαριασμό για το τι κάνουμε».

Είχα φθάσει σχεδόν πέμπτη δημοτικού και η μητέρα μου δεν έλεγε να καταλάβει πως είχα πλέον ωριμάσει. Από τη μία έφταιγα και εγώ, καθώς δεν τις έφερνα πολλές αντιρρήσεις. Εκείνη πάντα κατάφερνε να με πείθει – για να το πω καλύτερα, να με αναγκάζει – να κάνω αυτό που πίστευε. Το ποτήρι της απελπισίας μου ξεχείλισε, όταν μια μέρα μπαίνοντας στην τάξη έγινα το πρώτο θέμα και επισήμως. Στον πίνακα, κάποιος από την παρέα που με βασάνιζαν, είχε σκιτσάρει πρόχειρα ένα παιδί και μια γυναίκα να το κρατάει από το χέρι. «Ποιος είναι άραγε αυτός; Για λύστε το αίνιγμα;», πέταξε πειραχτικά κάποιος.

Τα χαχανίσματα μού έρχονται ακόμη στο μυαλό. Όλη η τάξη γελούσε, δίχως ο δάσκαλος να μπορεί να τους σταματήσει. Ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Βρήκα την ευκαιρία και γλίστρησα έξω από την πόρτα. Έτρεξα στις τουαλέτες κλειδώνοντας πίσω μου. Άρχισα να σκέφτομαι πως έπρεπε να αλλάξω σχολείο. Αλλά πρώτα απ’ όλα έπρεπε να αλλάξω μυαλά στη μητέρα μου. Όταν την επομένη ήρθε στο σχολείο για να μου δώσει να φάω, εγώ εξαφανίστηκα. Κρυμμένος πίσω από τις σκάλες του πρώτου ορόφου είχα διαφύγει την προσοχή όλων.

Αυτό που ακολούθησε όμως ήταν τραγικό. Έπειτα από μερικά λεπτά, ακούστηκε από τα μεγάφωνα του σχολείου η ανακοίνωση πως είχα χαθεί. Ήμουν καταζητούμενος στο ίδιο μου το σχολείο! Δεν μπορώ να περιγράψω το πώς ένιωθα. Είχα γίνει ήδη ρεζίλι. Και θα γινόμουν ακόμη περισσότερο όταν θα με έβρισκαν. Μαμά ψάχνει το μαμόθρεφτο παιδί της στο σχολείο για να το ταΐσει, θα σκέφτονταν όλοι. Ούτε τους δασκάλους πλέον δεν μπορούσα να αντικρίσω.

Και οι δυο μας είχαμε πέσει σε βαριά στεναχώρια, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Εγώ, που δεν ήθελα πλέον να βλέπω φαγητό και εκείνη, που με είχε κάνει τόσο δυστυχισμένο με την τακτική της. Αρνιόμουν να τρώω και αυτό την έκανε τελικά να με αλλάξει σχολείο. Κατάφερα έτσι να πετύχω την αλλαγή στη συμπεριφορά της.

Πάντως τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί αυτή η τακτική να με έσωσε από πολλά συντηρητικά και λιπαρά. Μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που βλέπω κάποιον από τους παλιούς συμμαθητές. Οι περισσότεροι κουβαλούν πάνω τους πολλά παραπανίσια κιλά. Τουλάχιστον εγώ στάθηκα σε ένα μέτρο. Όμως, πόσο άσχημα πέρασα τα καλύτερά μου χρόνια μέχρι να αποδείξω ότι το έμαθα…

 

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.