θα σε λέω απόλαυση

Το ταξίδι στα πέρατα του κόσμου είναι μονάχα μια απάτη. Όσοι νέοι πιστεύουν σε αυτό, μάλλον δεν έχουν υπόψη τους τα ταξίδια του νου. Φθάνω τα πενήντα και ακόμη να δω ξένη γη... Το νησί μου είναι αυτό που με έχει γοητεύσει.

Ένα αυγουστιάτικο απόγευμα απολάμβανα το δροσερό κύμα σε έναν κολπίσκο της Ρόδου. Ώρες ατέλειωτες περνούσα βουτώντας στο υγρό βασίλειο. Γύριζα ανάσκελα, άνοιγα πόδια-χέρια, πίεζα την κοιλιά προς τα πάνω κι ανέπνεα ιώδιο και αλάτι. Τα αυτιά μου βυθισμένα παρακολουθούσαν κάθε κίνηση μέσα στο νερό. Σαν σειρήνες με τραβούσαν απόκοσμοι ήχοι κι ένα συνεχές μεθυστικό βουητό. 

Άκουγα τον ήχο του κογχυλιού. Αναδευόμουν στις στροφές του κελύφους του. Η άμμος σερνόταν με τους κόκκους της ψιθυρίζοντας. Ένα θερμό κύμα ένιωσα να με τινάζει. Όλο μου το σώμα είχε ανατριχιάσει. Μάλλον έφταιγε η απότομη αλλαγή θερμοκρασίας. Κοιτώντας γύρω μου δεν έβλεπα πια την παραλία.

Το ρεύμα με είχε παρασύρει μάλλον αρκετά μέτρα μακριά. Μπροστά μου έβλεπα μονάχα τη σπηλιά στους πρόποδες ενός βράχου. Σε ποιον λαβύρινθο είχα χαθεί; Τα πόδια μου τα ένιωθα ζεστά˙ το δροσερό νερό πλέον δεν μου έδινε την ίδια ευχαρίστηση. Κολυμπούσα με ορμή προς τη σπηλιά. Έβλεπα κάποιον να γυροφέρνει εκεί. Χάρηκα. Με όλη μου τη δύναμη έσπρωχνα το νερό για να φθάσω έως εκεί.

Κάποια στιγμή κουράστηκα. Βάρυναν οι βραχίονες˙ βάρυναν τα πόδια. Λες και μου είχαν δέσει πέτρες. Τόσο σκληρός και δύσκαμπτος ένιωθα. Ο ήλιος έκανε τα πράγματα χειρότερα. Δεν ήξερα αν αυτός έφταιγε για τη φούντωση που ένιωθα. Γιατί μόλις πριν από μερικά λεπτά είχα καταφέρει να αντικρίσω τη νεράιδα, που κειτόταν μέσα σε εκείνη τη σπηλιά. Ίσια, μακριά μαλλιά μέχρι τη μέση. Μελαψή, ηλιοκαμένη. Σοκολάτα το δέρμα της˙ περίμενε να το δοκιμάσεις. Οι χτύποι στο εσωτερικό του στήθους μου έδωσαν το έναυσμα.

Τα χέρια έγιναν κουπιά... Τα πόδια βατραχοπέδιλα... Δεν κατάλαβα πότε άγγιξα τη λευκή άμμο που ήταν στρωμένη σαν χαλί. Γελώντας εκείνη έτρεξε στο βάθος. Τέτοια ομορφιά δεν είχα ξαναδεί στο νησί. Τα χείλη της ζουμερά, με καλούσαν να τα ρουφήξω. Τα πόδια της αναδείκνυαν τις ανάλαφρες καμπύλες της μέσης. Χτένια κρατούσαν το στήθος της. Δίχως να νιώθω καμία απολύτως εξάντληση,την ακολούθησα μαγεμένος. Οι κόρες μου είχαν διασταλεί κοιτώντας το κορμί της να λικνίζεται. Άρχισα να φωνάζω: «Περίμενε, νεράιδα! Περίμενε!».

Η σήραγγα που απλωνόταν κάτω από το βουνό έμοιαζε με παλιά αυτοσχέδια στοά. Τα τοιχώματα στηρίζονταν σε χοντρά ξύλινα δοκάρια. Καθώς βυθιζόμουν μέσα της ένιωθα σαν να συμμετείχα σε ένα κυνήγι θησαυρού. Μπορούσα να φανταστώ τους πειρατές να μεταφέρουν τα λάφυρά τους σε κάποια μυστική κρύπτη. Το σεντούκι του θησαυρού, όμως, για μένα ήταν εκείνη. Δεν με ένοιαζε πού θα με οδηγούσε αυτή η φλόγα. Κυριευμένος από ερωτική έξαψη προχωρούσα στο άγνωστο. Ίσως και να έφθανα σε μια παλιά ξεχασμένη μπαρουταποθήκη. Έτσι κι αλλιώς, ήμουν έτοιμος να εκραγώ.

Φθάνοντας στην άκρη της σήραγγας θαμπώθηκα με αυτό που είδα. Τα μάτια μου άρχισαν να πεταρίζουν. Ίσως και να σας θυμίζει παραμύθι αυτός ο μαγικός κόσμος. Από τις ιστορίες που είχα ακούσει ήταν καλύτερος και από αυτόν της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων: την είχα εμπρός μου! Ξαπλωμένη πάνω στο κλαδί ενός τροπικού δέντρου. Το ηλιόλουστο περιβάλλον τόνιζε ακόμη περισσότερο τα μάτια της. Πράσινα˙ γατίσια. Μπορεί να είχα βρεθεί σε μια τροπική όαση στη μέση του πουθενά. Τίποτα όμως δεν μπορούσε να με ελευθερώσει από τα δεσμά της. Την κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό, σαν να περίμενα να με κεράσει το μέλι της. Μου έριχνε συνέχεια λοξές ματιές, μέχρι που μου μίλησε: «Για σένα έκρυψα αυτήν εδώ την παραλία».

Το ερωτικό μου μεθύσι είχε κυριεύσει όλα τα όργανα του σώματός μου. Εκστασιασμένος άπλωσα το χέρι ν’ αγγίξω τα σφιχτά της μάγουλα. Δεν ήθελα να τη φοβίσω. Εκείνη μου είπε ψιθυριστά: «Η κρυφή παραλία είναι το βασίλειό μου. Πόσο καιρό περίμενα έναν άντρα. Μόνο τα πουλάκια μού έκαναν παρέα». Καθώς τη χάιδευα στα πλευρά της υποσχόμουν: «Θα γίνω ο προστάτης σου! Ο σκλάβος σου! Κράτα με μονάχα μαζί σου!».

Με έβαλε στην αγκαλιά της κι αμέσως βρέθηκα στα ουράνια. «Θα σε λέω Απόλαυση! Δεν έχω ξανανιώσει τέτοια ηδονή!». Με έτριβε στο στήθος και με το άλλο της χέρι έκοψε μια καρύδα. Αφού την τρύπησε άρχισε να στάζει γάλα μέσα στο στόμα μου. Για μια στιγμή αφέθηκα και έκλεισα τα μάτια μου. Ένιωθα να με λούζει με αυτό παντού.

Σε ποιο μέρος της Ρόδου άραγε βρίσκεται κρυμμένη αυτή η εκστατική φαντασίωση; Μα φυσικά, σε κανένα. Ένας ψαράς απ’ ένα καΐκι με ξύπνησε ρίχνοντας πάνω μου νερά. Είχε πιστέψει πως ήμουν πνιγμένος. Έχοντας χάσει την Απόλαυση, κατηγορούσα ενδόμυχα τον ψαρά για τη χαλάστρα. Βγαίνοντας έξω στην παραλία με μουλιασμένο κορμί άρπαξα την πετσέτα μου να σκουπιστώ. Περπατώντας λίγα μέτρα παραπέρα, δεν μπορούσα να πιστέψω πως στην καντίνα ήταν ζωγραφισμένη η νεράιδά μου. Σε μια ταμπέλα πάνω από τον άντρα που έφτιαχνε τα τοστ έγραφε: «Η Απόλαυση!».

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.