διηγήματα φίλων Αντωνόπουλος Πάνος με κεφαλαία οι Άνθρωποι (απόσπασμα 3)

με κεφαλαία οι Άνθρωποι (απόσπασμα 3)

(προδημοσίευση)

 

Κοίταξε γύρω του και είδε διάφορες παρέες αραγμένες στο γρασίδι, ν’ απολαμβάνουν τις τελευταίες ηλιαχτίδες. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Η μεγάλη πλειοψηφία ήταν άτομα νεαρά που ξεκουραζόταν πριν τη βραδινή τους έξοδο, ακούγοντας μουσική, χαχανίζοντας ή παίζοντας διάφορα παιχνίδια. Αυτή τη φορά επιθυμούσε να κάνει μια πιο πονηρή χρήση του χειριστηρίου του. Ένα αυθόρμητο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του χωρίς να μπορέσει να το ελέγξει. Πατώντας το πράσινο κουμπί, θα υπήρχαν μόνο χρωματιστά κουμπιά, θα εξαφάνιζε τα ρούχα όλων των ανθρώπων που βρισκόταν στο οπτικό του πεδίο.

Αφού θα χάζευε λίγο τα γυμνά σώματα αγοριών και κοριτσιών, και κυρίως αυτών που βρισκόταν σε κίνηση, θα πατούσε το κόκκινο κουμπί και θα απελευθέρωνε όλα τα ένστικτα που κρύβονταν μέσα στα σώματά τους. Η αρχική τους αμηχανία, που εσκεμμένα δεν θα είχε αφαιρεθεί με το κίτρινο κουμπί, θα έδινε τη θέση της σε λεκτικές και σωματικές, αυτές τον ενδιέφεραν, εκφράσεις θαυμασμού κι ερωτισμού μεταξύ τους.

Θα έδινε λίγο χρόνο στα σώματά τους να οικειοποιηθούν τελείως το ένα το άλλο και στη συνέχεια, σαν το αποκορύφωμα της ταινίας που ο καλός αστυνομικός συλλαμβάνει τους κακούς εγκληματίες, θα πατούσε το μαύρο κουμπί. Το μαύρο κουμπί ήταν το σημαντικότερο όλων στο νέα μορφής χειριστήριο που «κρατούσε» στα χέρια του. Καταργούσε τις ηθικές αναστολές οποιασδήποτε μορφής.

Το αποτέλεσμα θα ήταν σαν ένα έργο τέχνης, σαν ένας σύγχρονος πίνακας του Νταλί, διαδραστικός, υπό μορφή βίντεο. Σώματα θα μπλεκόταν μεταξύ τους, το φύλο θα χανόταν και δεν θα είχε πια σημασία, οι διάφορες παρέες θα είχαν γίνει μία. Θα είχε δημιουργηθεί ένα σώμα που σα λερναία ύδρα θα ξεπέταγε χέρια, πόδια, βυζιά, πέη κι ότι άλλο συμπεριλαμβάνεται στο ανθρώπινο είδος. Οι ήχοι ηδονής που θα ξεπεταγόταν από γυναικεία κι αντρικά στόματα θα αποτελούσαν το soundtrack της νέας μορφής θεάματος, επιπέδου αντίστοιχου της καλύτερης μουσικής συμφωνίας που θα μπορούσε να φανταστεί και να συνθέσει το ανθρώπινο μυαλό. Έννοιες όπως κούραση, αντοχή και δύναμη θα είχαν καταργηθεί. Αυτή η κινούμενη εικόνα θα μπορούσε να τελειοποιείται συνεχώς, όπως ένας πίνακας ζωγραφικής.

Το σεξ θα κυριαρχούσε όμως δεν θα ήταν το κλασικό «υπερτιμημένο» σεξ, αλλά θα είχε μετατραπεί σε τέχνη. Μία καινούρια μορφής τέχνη, με πρωταγωνιστές τους ανθρώπους σ’ έναν όμως, διαφορετικό, καινούριο ρόλο. Αυτός θα ήταν ο καλλιτέχνης, στην άκρη, κάτω απ’ το δέντρο, απολαμβάνοντας το τελευταίο κουτάκι μπύρας, μία ζωντανή υπογραφή όπως αυτή που υπάρχει σε κάθε πίνακα, συνήθως στο δεξί κάτω άκρο του.

Είχε δημιουργήσει κάτι τόσο μοναδικό, ακριβώς επειδή μπορούσε να το εξαφανίσει οποτεδήποτε ήθελε. Θα υπήρχε ένα και μόνο αντίτυπο, με πεπερασμένο χρόνο ύπαρξης κι απόλαυσης του μοναδικού επισκέπτη του ζωντανού μουσείου. Κι αυτό θα ήταν η τελευταία ιδιαιτερότητα του έργου του. Ο μοναδικός επισκέπτης που θα μπορούσε να το απολαύσει θα ήταν ο ίδιος ο δημιουργός του. Ήταν η πιο ιδιωτική συλλογή έργων τέχνης που θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει.

Με αυτές τις σκέψεις τον πήρε ο ύπνος και συνέχισε ν’ απολαμβάνει την τέχνη του στα όνειρά του. Ξύπνησε. Δεν είχε ιδέα πόση ώρα κοιμόταν κι ονειρευόταν. Η παράσταση είχε τελειώσει κι ο ήλιος είχε φύγει, όπως και οι περισσότεροι πρωταγωνιστές. Είχαν μείνει μόνο κάποια δίποδα που έκαναν τζόκινγκ. Η μπαταρία του χειριστηρίου είχε εξαντληθεί.

Χρειάστηκε κάποια δευτερόλεπτα που έγιναν λεπτά για να συνέλθει. Άκουσε το στομάχι του να γουργουρίζει. Έβαλε το χέρι του ανάμεσα απ’ τα πόδια του, πάνω απ’ το παντελόνι και ξύθηκε. Σηκώθηκε, γύρισε την πλάτη του στην αλάνα που είχε στήσει αυτήν την μοναδική εγκατάσταση και κατούρησε στο μέρος που πριν από λίγο ήταν ο καναπές του. Το κατούρημα ήταν η εύκολη ικανοποίηση. «Τώρα πρέπει να βρούμε λύση και για την άλλη», μουρμούρισε. Πεινούσε. Θυμήθηκε ότι στην τρύπα του, είχε μόνο μισή φραντζόλα ψωμί που θα είχε πετρώσει, ανίκανη να μαλακώσει ακόμα κι αν την κατουρούσε. Δεν είχε κι αλκοόλ που μπορούσε να του κόψει, προσωρινά, την πείνα.

Αναζήτησε την έξοδο του πάρκου, καθώς είχε ήδη σκοτεινιάσει και οι μεγάλες καγκελόπορτες κάποια στιγμή κλείδωναν. Μετά από κανένα μισάωρο αναζήτησης, βρήκε μία έξοδο, που ήταν απ’ την αντίθετη πλευρά από εκεί που είχε μπει. Δεν του θύμιζε τίποτα. Πρόλαβε για πολύ λίγο το κλείσιμο του πάρκου, και γλίτωσε έτσι την οποιαδήποτε προσπάθεια ακροβατικής εξόδου του απ’ αυτό.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.