διηγήματα φίλων Αντωνόπουλος Πάνος με κεφαλαία οι Άνθρωποι (απόσπασμα 2)

με κεφαλαία οι Άνθρωποι (απόσπασμα 2)

(προδημοσίευση)

 

Ζούσε σε μια περιοχή μεταναστών, με όλα τα χρώματα του «τέλειου» ουράνιου τόξου. «Είναι δυνατόν να λείπει το μαύρο, το πιο σημαντικό απ’ τα χρώματα», σκεφτόταν.  Θα ήταν μια στιγμή που η φύση είχε σουρεαλιστικές ορέξεις. Απ’ το παράθυρό του έβλεπε εβραίους, κινέζους, «πάκις», όπως ονόμαζε τους πακιστανούς, μαύρους, κυρίως από την αφρική, «μόνο εκεί υπάρχουν γνήσιοι μαύροι, όπως μόνο στην κολομβία υπάρχει γνήσια κοκαΐνη», μεξικανούς και λοιπούς λατινοαμερικάνους, βραζιλιάνους στην πλειοψηφία τους, μερικούς ινδιάνους και ντόπιους λευκούς. Όλους τους «χώριζε» σε δύο κατηγορίες.

Υπήρχαν οι γνήσιοι και οι επαγγελματίες αλήτες. Ένας γνήσιος αλήτης δεν έχει ζενίθ, γιατί τότε δεν θα ήταν αλήτης, αλλά ούτε και ναδίρ γιατί ούτε τότε θα ήταν αλήτης. Ο «άλλος» αλήτης έχει ναδίρ, δεν τρώει ποτέ απ’ το δρόμο, παρά μόνο απ’ τους κάδους, και μόνο απ’ τους μικρούς κάδους, όπου το φαγητό δεν έχει υποστεί τέτοια συμπίεση ικανή ν’ αναμείξει τα υγρά των διαφόρων απορριμμάτων. Όμως, ακόμα κι απ’ τους μικρούς κάδους, τρώει αφού πρώτα έχει επικεντρώσει το στόχο του κι έχει κινηθεί σαν πιράνχας που έχει μυρίσει αίμα μέσα στη λίμνη. Ο μέγιστος χρόνος που παραμένει το υπόλειμμα φαγητού στον κάδο είναι ένα λεπτό. Ο γνήσιος αλήτης δεν σκοτίζει τον εγκέφαλό του με τέτοια ζητήματα, είναι ερασιτέχνης, κάνει ό,τι κάνει για τη χαρά της πράξης. Βλέπει την αλητεία σαν ευχάριστη εκκεντρικότητα, όπως είχε γράψει κάποτε ο Τζακ Λόντον. Όσο πιο μεγάλη είναι η συμπίεση κι ο χρόνος παραμονής μέσα στον κάδο, τόσο πιο μεγάλη ποικιλία υπάρχει στη γεύση.

Η πλειοψηφία των αλητών ανήκε στους ντόπιους λευκούς. «Ποιος θα άφηνε τη χώρα του, όπου ξέρει τα κατατόπια για να κάνει την ίδια δουλειά σ’ ένα ξένο μέρος;» αναρωτιόταν. Ο ίδιος δεν ήταν αλήτης, ούτε απ’ τους γνήσιους, ούτε απ’ τους επαγγελματίες, παρόλο που περιστασιακά είχε βάλει στο βιογραφικό του κι αυτήν την «εργασία».

Εκτός απ’ τους αλήτες, υπήρχαν και οι ζητιάνοι. Πάλι κυρίως ντόπιοι λευκοί αλλά κι αρκετοί διάσπαρτοι μαύροι και κινέζοι, αρκετοί σαλεμένοι στο μυαλό. Οι επαγγελματίες ζητιάνοι, ήξεραν πού να σταθούν, με τι ύφος να ικετέψουν, πόση ώρα να κάτσουν, σε ποιες περιοχές να κινηθούν. Είχαν φτιάξει ένα business plan και το διαμόρφωναν ανάλογα με τις συνθήκες, καιρικές και μη.

Οι γνήσιοι ζητιάνοι, ήταν οι «βουδιστές» της ζητιανιάς. Δεν τους ένοιαζε πόσο κόσμο έχει αρκεί να ήταν άνετα και «ζεστά». Ο χρόνος που μεσολαβούσε μεταξύ σκέψης και δράσης ήταν μικρότερος των δύο δευτερολέπτων. Μπορεί να βρισκόντουσαν στο ζενίθ της «φιλευσπλαχνίας» των περαστικών κι αυτοί να έπεφταν να κοιμηθούν αν νύσταζαν. Και να συνέχιζαν μόλις είχαν ξεκουραστεί, ακόμα κι αν δεν περνούσε ψυχή. Ούτε ζητιάνος ήταν. Είχε υπάρξει και παραδεχόταν στον Εαυτό του ότι ήταν απ’ τους «άλλους».

Υπήρχαν οι πλανόδιοι μικροπωλητές. Του άρεσε να τους παρακολουθεί. Είχαν οτιδήποτε μπορεί να σκεφτεί το ανθρώπινο μυαλό. Ποτήρια, βάζα, κολιέ και χάντρες. Φαγητό σε πλαστικά τάπερ, που είχε μαζευτεί ακόμα κι απ’ τους κάδους και είχε γαρνιριστεί με τέτοιο τρόπο, που ένας γνήσιος αλήτης ένοιωθε ότι ήταν πολυτέλεια να τ’ αγγίξει και να το γευτεί. Οι πλανόδιοι έκαναν χρυσές δουλειές τις δευτέρες, σήμερα ήταν δευτέρα, καθότι είχαν βγει στη γύρα την προηγούμενη, μάζευαν και πουλούσαν ό,τι είχαν παρατήσει στους δρόμους οι κάτοικοι.

Οι γνήσιοι πλανόδιοι δεν μοστράριζαν την πραμάτεια τους, δεν τη γαρνίριζαν και δεν την περιποιούνταν. Πίστευαν στο οργανοειδές του πράγματος, στη μετατροπή του σε όργανο. Η παραμικρή επεξεργασία θα στερούσε αυτήν την ιδιότητα και θεωρούσαν τους εαυτούς τους καλλιτέχνες μη δεχόμενοι καμιά παρεμβολή στο έργο τους. Το κέρδος ήταν δευτερεύον στόχος. Οι επαγγελματίες πλανόδιοι είχαν υψηλές, για τα δεδομένα τους, γνώσεις μάρκετινγκ. Ήξεραν πως θα παρουσιάσουν την πραμάτεια τους, πού θα την πουλήσουν και πώς θα μιλήσουν σε κάθε πιθανό πελάτη. Υπήρχαν πολλοί κι ευκατάστατοι. Η αγορά μεταχειρισμένων ήταν πολύ της μόδας. Έκανε πολλούς κυριλέ τύπους να φαίνονται «ψαγμένοι», αφού έβγαιναν στις αγορές του δρόμου για να πετύχουν τις ευκαιρίες και να κάνουν την αγορά της χρονιάς. Ούτε πλανόδιος ήταν κι ούτε υπήρξε ποτέ.

Υπήρχαν και οι τεμπέληδες. Οι γνήσιοι τεμπέληδες απολάμβαναν την, πραγματικά δύσκολη, εργασία του «δεν κάνω τίποτα». Συνήθως είχαν κάποια λεφτά στη άκρη, απ’ την εργασία της γυναίκας τους ή της γκόμενά τους, απ’ την οικογένεια κι από διάφορες άλλες πηγές. Είχαν μια λογική και μια συμπεριφορά σαν αυτή των βουδιστών μοναχών. Μπορούσαν να κάτσουν σ’ ένα παγκάκι για ώρες, μην κάνοντας τίποτα και παρατηρώντας τα πάντα γύρω τους. Τους περαστικούς, τις ωραίες νεαρές κοπελίτσες και τις πιο ώριμες κυρίες με το μεγάλο στήθος που πάντα τους άναβε. Τα αδέσποτα σκυλιά και τις μύγες που πετούσαν στον απέναντι κάδο σκουπιδιών, συμμετέχοντας σ’ ένα ξέφρενο τσιμπούσι χωρίς τέλος. Το έκαναν, όχι γιατί δεν είχαν κάτι να κάνουν, που όντως δεν είχαν, αλλά γιατί δεν είχαν κάτι καλύτερο να κάνουν. Τους άρεσε η «αεργία» τους. «Μακάρι ο κάθε εργαζόμενος να ένοιωθε το ίδιο συναίσθημα ικανοποίησης κατά τη διάρκεια του θεωρητικού οκταώρου» σκεφτόντουσαν.

Μπορεί να είχαν χρήματα και δεν ήθελαν άλλα. Δεν τους ένοιαζε, όχι να τα ξοδέψουν, αλλά και να τα χάσουν. Η τεμπελιά τους δεν εξαρτιόταν από αυτά, η αξία της ήταν ανεκτίμητη. Το μέλλον τους αφορούσε μερικές ώρες μόνο. Αν νύσταζαν, κοιμόντουσαν, αν πεινούσαν έτρωγαν, αν ήθελαν φασαρία κι όχλο καθόταν επί ώρες σε κάποιο μπαρ, πίνοντας ένα καφέ ή ένα τσάι μέντας, το μοναδικό τσάι που κυκλοφορούσε στα μαγαζιά της περιοχής, στον πολυσύχναστο κεντρικό δρόμο. Μπορεί να είχαν σπίτι μπορεί κι όχι. Όσοι είχαν σπίτι σπάνια περνούσαν πάνω από μερικές ώρες μέσα σ’ αυτό. Τα ενδιαφέροντα αντικείμενα προς παρατήρηση είναι έξω στο δρόμο.

Είχε υπάρξει γνήσιος τεμπέλης, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του, και πάντοτε σε όποια κατάσταση και να βρισκόταν, είχε στιγμές γνήσιας τεμπελιάς. Οι επαγγελματίες τεμπέληδες ήταν απλά ανίκανοι να βιώσουν και να κατανοήσουν οτιδήποτε παρόμοιο. Οι υπόλοιπες κατηγορίες ανθρώπων, όπως φοιτητές, εργαζόμενοι, γραβατωμένοι και μη, μαγαζάτορες, δεν τον ενδιέφεραν.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.