διηγήματα φίλων Αντωνόπουλος Πάνος με κεφαλαία οι Άνθρωποι (απόσπασμα 1)

με κεφαλαία οι Άνθρωποι (απόσπασμα 1)

(προδημοσίευση)

 

Δίπλα του κάθονταν δυο τύποι, που δεν τους είχε δει ξανά, σε δύο κασόνια μπύρας. Ένα τρίτο κασόνι βρισκόταν στη μέση, μ’ ένα παλιό σκάκι πάνω του. Μια παρτίδα ήταν σ’ εξέλιξη. Τον γοήτευε το σκάκι, αν και δεν ήξερε να παίζει πολύ καλά. Όποτε μπορούσε να παρακολουθήσει ένα παιχνίδι το έκανε με μεγάλη προσοχή. Έβλεπε άλλους να παίζουν, και προσπαθούσε, συνήθως με μεγάλη επιτυχία, να προβλέψει τις επιλογές κινήσης του καθενός. Αν μπορούσε να μπει κανείς στο μυαλό του θα νόμιζε ότι κατασκοπεύει τις σκέψεις του παγκόσμιου πρωταθλητή. Δοκίμασε να παίξει μερικές φορές, με τραγικές επιδόσεις.

Είναι ίσως το μόνο παιχνίδι που η τύχη δεν υπήρχε σαν παράγοντας και αυτός ήταν και ο βασικός λόγο που τον γοήτευε. Το μόνο που μπορούσε να περιμένει ο κάθε παίκτης είναι να κάνει λάθος ο αντίπαλος, κάτι που δεν είναι θέμα ούτε τύχης ούτε πιθανοτήτων.
Το μάτι του έπεσε πάνω στο ταμπλό του σκακιού. Μόλις τέσσερα απ’ τα τριάντα δύο πιόνια είχαν κουνηθεί, τα δύο πιονάκια στις δύο άκρες. «Περίεργη αρχή», μουρμούρισε. Τα υπόλοιπα στεκόντουσαν μ’ αξιοπρέπεια στην αρχική τους θέση. Οι δύο παίκτες ήταν νεαροί, το πολύ τριάντα χρονών, με βλέμμα και παρουσιαστικό πενηντάρηδων. Μία απ’ τις αλλαγές που είχε υποστεί το «Στέκι» τα τελευταία χρόνια ήταν ότι πλέον μάζευε και τις νέες φουρνιές παρακμιακών και μη.

Η παρτίδα κράτησε πάνω από δύο ώρες. Οι δύο παίκτες είχαν αποδειχθεί πολύ δυνατοί, αρνούμενοι πεισματικά να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση δίχως να τη σκεφτούν καλά. Τελικά νικητής αναδείχθηκε ο λιγότερο ριψοκίνδυνος, ένας ξανθός τύπος, ο Τζάνυ, που καθόταν στ’ αριστερά. Ο άλλος, ο Τζόναθ, ήταν ένας ψιλόλιγνος μαυριδερός.

«Κάθε φορά που παίζω σκάκι, τόσο και πιο πολύ εκτιμώ αυτό το παιχνίδι», είπε ο Τζάνυ. «Και παίζω σχεδόν μέρα παρά μέρα έτσι; Σπίτι, στο δρόμο, ακόμα και στη δουλειά, όταν την είχα βέβαια. Γι’ αυτό και την έχασα αλλά χαλάλι. Δούλευα μ’ ένα τύπο απ’ την ανατολή που όμοιό του δεν είχα ξαναδεί. Ο τύπος ήταν απίστευτος, δεν πρέπει να έχει χάσει ποτέ στη ζωή του. Όμως το έχει φιλοσοφήσει το σκάκι. Και είχε δίκιο. Αν το σκεφτείς είναι ουσιαστικά μια αναπαράσταση της κοινωνίας.»

Και οι τρεις, ο Πετρ, ο Τζόναθ κι αυτός, άκουγαν χωρίς να τον διακόπτουν. Ο τρόπος ομιλίας του ήταν «γοητευτικά ώριμος», παρά το νεαρό της ηλικίας του.

«Πάρτε για παράδειγμα τα πιόνια. Τα πιόνια είναι οι εργάτες, οι πολλοί, οι αναλώσιμοι. Τα θυσιάζεις χωρίς πολύ σκέψη. Αλλά αν ένα πιόνι φτάσει στο τέλος, τότε παίρνει προαγωγή. Γίνεται βασίλισσα. Αλλά για να φτάσει στο τέλος πρέπει να δουλέψουν όλοι γι’ αυτόν, αφού βέβαια στην αρχή κανείς δεν το παίρνει χαμπάρι ότι πλησιάζει στο τέλος. Όλοι το αγνοούν μέχρι που ξαφνικά όλοι το προστατεύουν γιατί βλέπουν ότι είναι κοντά στην προαγωγή. Ο βασιλιάς είναι ουσιαστικά ένα πιόνι που δεν απειλεί ούτε κάνει μεγάλες κινήσεις. Ένα άβουλο ον που απλά πρέπει να το προστατεύεις. Αλλά αν χάσεις το βασιλιά χάνεις το παιχνίδι. Τέλος. Κι ο βασιλιάς είναι ο βασιλιάς, δεν αλλάζει. Η βασίλισσα είναι ουσιαστικά ο προστάτης του βασιλιά. Πάει παντού κι απειλεί τους πάντες. Θυσιάζεις όλους τους εργάτες, και τα υπόλοιπα πιόνια προκειμένου να κρατήσεις τη βασίλισσα. Αυτή ελέγχει τα νήματα. Αυτή είναι το αφεντικό. Απλά πρέπει να συντηρεί και να προστατεύει το βασιλιά. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι εργάτες θέλουν να γίνουν βασίλισσες κι όχι βασιλιάδες. Μετά υπάρχουν οι πύργοι, τα κάστρα. Πιάνουν τις άκρες, είναι ουσιαστικά οι βάσεις. Κανείς δεν θέλει να χάσει τη βάση του. Οι αξιωματικοί είναι οι «λαγοί», οι γρήγοροι, μπορούν να πάνε απ’ τη μία άκρη του ταμπλό στην άλλη με μία κίνηση. Όμως τρώγονται γρήγορα. Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια. Το μυαλό είναι τ’ αλογάκια, τα μόνα που μπορούν να περάσουν πάνω απ’ τον οποιοδήποτε. Τους αξιωματικούς τους χαραμίζεις εύκολα, τ’ αλογάκια όχι και τόσο. Όλοι οι μεγάλοι παίχτες ποτέ δεν χάνουν τ’ αλογάκια τους. Είναι οι «επιστήμονες» του παιχνιδιού.»

Σταμάτησε, έβηξε και πήρε μια γερή τζούρα απ’ το κουτάκι μπύρας που βρισκόταν ακουμπισμένο δίπλα στ’ αριστερό του πόδι.

«Απίστευτος παίκτης αυτός σας λέω, δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Μπορεί να έπαιζε επί ώρες με υπομονή και το ίδιο ύφος. Γι’ αυτό με απέλυσαν. Παίζαμε σκάκι και ξεχάσαμε να παραλάβουμε μία παραγγελία. Φυσικά την «πλήρωσα» εγώ που ήμουν μόνο μερικούς μήνες στη δουλειά. Αλλά δεν πειράζει, άξιζε τον κόπο.»

Έκανε μία ακόμα παύση, ήπιε την υπόλοιπη μπύρα, πήρε δυο γερές τζούρες απ’ το τσιγάρο του και μετά χαιρέτισε λέγοντας ότι τον περιμένει μία γκόμενα.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.