Βασιλείου Μαριάννα
Πρώτη κατοικία

Ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού της, μια μυρωδιά κλεισούρας θύμισε στην Ερμιόνη ότι είχε περάσει καιρός από την τελευταία της επίσκεψη. Με τα κλειδαμπαρωμένα παράθυρα που σκότιζαν το φως, μόνο τα λευκά καλύμματα των επίπλων διακρίνονταν στον χώρο. Αμέσως κίνησε να ανοίξει τα πατζούρια. Το πρωινό φως χύμηξε στο μισοάδειο σπίτι, εστιάζοντας την προσοχή του στις καφετιές, σκαλιστές κορνίζες, σκορπισμένες να δεσπόζουν σε όλο το σαλόνι και να καθρεφτίζουν μια όμορφη γυναίκα στο πέρασμα των ετών. Μία από αυτές, πάνω στο πιάνο – ένα καλλίγραμμο δεκαεξάχρονο κορίτσι στην παραλία, με το θαλασσινό νερό να νοστιμεύει το κορμί του. Και στο σκαμπό, το ίδιο κορίτσι να γεννάει μελωδικά κύματα που αντανακλώμενα στους κενούς λευκούς τοίχους, φτάνουν εκκωφαντικά στα τύμπανα των αυτιών. Στο τραπέζι του σαλονιού, η μικρή κοπέλα, μητέρα πια, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά να το φιλάει στο στόμα. Και πιο δίπλα μια φωτογραφία σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί, με φόντο άσπρα σπίτια με γαλανά παράθυρα, με μάτια σπινθηροβόλα, με τα μαλλιά πιασμένα κι ένα φόρεμα ν’ αφήνει ακάλυπτους τους ώμους, εκτεθειμένους στον φωτογράφο τους. «Πώς φαίνεται μια ερωτευμένη γυναίκα. Με το σώμα μιλάει, αλλά και με το βλέμμα. Έχουν ορμή…», σκέφτηκε.

Βγήκε στη βεράντα να καπνίσει το τσιγάρο της. Παιδικές φωνές ήχησαν στα αυτιά της από το απέναντι δημοτικό σχολείο. Είναι μεσημέρι του Ιουνίου, πλησιάζει το τέλος της σχολικής χρονιάς. Η μητέρα της την κρατάει από το χέρι, έχει την τσάντα της στον ώμο και με ένα χαμόγελο σαν τόξο ανθισμένο τής απευθύνεται.

-Μπράβο κοριτσάκι μου, πάντα πρώτη στο σχολείο!

-Τι δώρο θα μου πάρεις μανούλα; είπε το κοριτσάκι.

-Η μανούλα δεν έχει πολλά λεφτά Ερμιονάκι μου, αλλά σου πήρα τις χρωματιστές κιμωλίες που σου άρεσαν, τις έχω στο πινακάκι σου.

-Ααα! Και τη ροζ και την πορτοκαλί και την πράσινη;

-Ναι αγάπη μου, είπε και κοιτούσε το χαρούμενο κορίτσι της να τρέχει μπαίνοντας στο σπίτι για το έπαθλό της.

Τα μάτια της Ερμιόνης ήταν καρφωμένα μπροστά, οι κόρες των ματιών της διεσταλμένες και οι αχτίνες του ήλιου φανέρωναν την υγρασία στα μελιά της μάτια. Ο καπνός του τσιγάρου της μπλέκεται με τον καπνό της μητέρας της που κάθεται στο τζάκι και, ξεφυσώντας, παρέα με ένα ποτήρι ουίσκι με κοκα-κόλα, αποφορτίζεται από άλλη μια κουραστική ημέρα.

Περνώντας η ώρα, κατευθύνεται προς την κουζίνα. Ψάχνει το γκαζάκι να φτιάξει έναν ελληνικό καφέ. Η μητέρα της μαγειρεύει παραδίπλα. Φοράει τα γιορτινά της, το σπίτι αστράφτει από καθαριότητα, οι δυο φούρνοι ψήνουν ακατάπαυστα και οι μυρωδιές από τις σπεσιαλιτέ της γεμίζουν τον χώρο. Αγαπούσε το μαγείρεμα μα πάνω από όλα αγαπούσε τους ανθρώπους, έχει ένα μεράκι να τους φροντίζει, να τους περιποιείται, να τους ευχαριστεί. Γιορτή να ‘ναι σήμερα ή ένα από τα κυριακάτικα οικογενειακά τραπεζώματα;

Η πόρτα που οδηγούσε στα υπόλοιπα δωμάτια, έτριξε καθώς άνοιξε. Δεύτερη πόρτα δεξιά η κρεβατοκάμαρά της. Το κρεβάτι στρωμένο, σκονισμένο. Φιλοξένησε την τελευταία ανάσα της μάνας της και θα έμενε άθικτο για πάντα. Εντολή ρητή. Τα κομοδίνα με τα μικρά πορτατίφ να έχουνε και αυτά φωτογραφίες. Στο δεξιό του κρεβατιού, η μητέρα της ως νύφη με τα μεγάλα της μάτια να φανερώνουν την αβεβαιότητα, την απορία, το χαμόγελο του ανθρώπου που ελπίζει στο καλύτερο, αλλά γνωρίζει από ένστικτο ότι η ζωή θα του φέρει κύματα να αντιμετωπίσει. Και στο αριστερό, ένα κοντινό πλάνο στο πρόσωπό της. Οι έντονες γωνίες του προσώπου της να μαρτυρούν τη μαχητικότητα του χαρακτήρα της. «Αντράκι ήσουν», σκέφτηκε. Και τα μεγάλα της μάτια να προδίδουν την αισιόδοξη φύση μιας ευαίσθητης ψυχής σε διαρκή επαφή με το συναίσθημά της. Και ξαφνικά, σαν κύμα, σαν αιθέρας, το άρωμα της μητέρας της γέμισε τα πνευμόνια της. Εκείνο το βαρύ άρωμα απόσταγμα πικραμύγδαλου και γιασεμιού, που σε όποιο σώμα και να το μύρισε, μόνο από το δικό της δέρμα είχε χαραχτεί στο μυαλό της. Ο αιθέρας συμπυκνώθηκε και τα δάκρυα κύλησαν καυτά από τα σωθικά της, αναβλύζοντας έναν πόνο βαθύ, σύντροφό της έναν χρόνο τώρα. Τα ψυχοφάρμακα δεν κατάφεραν στιγμή να τον ξορκίσουν, οι αναμνήσεις σαν φαντάσματα στοίχειωναν στις κρυψώνες του μυαλού της, και τις επιτίθονταν όποτε τις αντίκριζε. Τα πόδια της λύγισαν, δεν μπόρεσαν να την κρατήσουν όρθια, και ξάπλωσαν τον κορμό της στο κρεβάτι. Εμπρός της το πορτραίτο της μητέρας· τα μάτια των δυο γυναικών να συναντιούνται και με μάτια θολά σε γλώσσα σιωπηλή τα σώματα να αγκαλιάζονται.

-Τις σιωπηλές αγκαλιές να αγαπάς, από εμένα θα έχεις πάντα μια, όπου σταθείς κι όπου βρεθείς.

Με την κορνίζα να τη σφίγγει στο στήθος της και τα μάτια της σφαλιστά από έναν ύπνο που κατάφερε να κοπάσει τα αναφιλητά της, τη βρήκε το επόμενο πρωί.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.