διηγήματα κλασικά Καζαντζάκης Νίκος Στα Καρούλια (από την «Αναφορά στον Γκρέκο»)

Στα Καρούλια (από την «Αναφορά στον Γκρέκο»)

Τελείωνε πια το προσκύνημά μας. Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν’ ανέβω στ’ άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους. Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ό,τι έχουν, για να μην αφήσουν τούς ασκητές να πεθάνουν της πείνας. Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται. θαρρούν πως έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από τον γκρεμό και γκρεμίζουνται. κάτω ὁ γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα.

Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αυτόν κίνησα να δω. από τη στιγμή πού πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω, να σκύψω να τού φιλήσω το χέρι και να τού ξομολογηθώ. Όχι τα κρίματά μου, δεν πίστευα να ’χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματά μου παρά την εωσφορική αλαζονεία πού συχνά μ’ έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.

Έφτασα κατά το μεσημέρι στ’ ασκηταριά. τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπηλιά, τρόμαξα. σα να ’χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία και ξεπρόβαλε ὁ σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του. Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαμασμός. δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά. άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μού ’δειξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια τού γκρεμού.

Πήρα ν’ ανεβαίνω πάλι τούς βράχους, με καταξέσκισαν τ’ άγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα. μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ. σιγά σιγα διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα τού βράχου, τίποτα άλλο. έκαμα να φωνάξω, μα ἡ σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μού φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, πού δεν τόλμησα. σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μού φάνηκε εδώ ἡ φωνή τού ανθρώπου.

Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός, ένα πρόσωπο χλωμό, δυο χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:

-Καλώς τον!

Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ὁ ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα, μέ αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα. τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.

-Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να τού φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ώρα σωπαίναμε. κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη πού είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν’ ανέβει στον ουρανό. Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό ἡ ψυχή πού πιστεύει. κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα τού τα ’χε φάει.

Δεν ήξερα τι να πω, από πού ν’ αρχίσω. Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μού φάνταζε τό σαράβαλο κορμί μπροστά μου. ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές τού Πειρασμού.

Αποκότησα τέλος:

-Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα.

-Όχι πια, παιδί μου. τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου. δεν έχει δύναμη. παλεύω με το Θεό.

-Με το Θεό! έκαμα ξαφνιασμένος. κι ελπίζεις να νικήσεις;

-Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου. μού απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. αυτά αντιστέκουνται.

-Βαριά ἡ ζωή σου, γέροντά μου• θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;

-Πιο βολικός; έκαμε ὁ ασκητής και χαμογέλασε μέ συμπόνια.

-Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.

-Ένας μονάχα δρόμος.

-Πώς τον λεν;

-Ανήφορο. ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί. από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο. στην κορφή τής πείνας, τής δίψας, τού πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στην κορφή τής καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος. διάλεξε.

-Είμαι ακόμα νέος. καλή ’ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.

Άπλωσε ὁ ασκητής τα πέντε, κόκαλα τού χεριού του, άγγιξε τό γόνατό μου, μέ σκούντηξε:

-Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει ὁ Χάρος.

Ανατρίχιασα.

-Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.

-Ο Χάρος αγαπάει τούς νέους. η Κόλαση αγαπάει τούς νέους. ἡ ζωή ‘ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!

Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:

-Είσαι έτοιμος; μού κάνει.

Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.

-Όχι! φώναξα.

-Αυθάδεια τής νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. δε φοβάσαι;

-Ποιός δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τής Παράδεισος. μα θ’ ανοίξει ἡ πόρτα αυτή να μπεις; θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος;

Δυο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. αναστέναξε. και σε λίγο:

-Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη τού Θεού. αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.

-Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη τού Θεού. αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.

-Αλίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη τού Θεού. ἡ κακία τότε κι ἡ αρετή θα ’μπαιναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.

-Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τού Θεού τόσο μεγάλη;

Κι ως το ’πα, άστραψε στο νου μου ὁ ανόσιος, μπορεί, μα, ποιός ξέρει, μπορεί ὁ τρισάγιος στοχασμός, πώς θα ’ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές τής Κόλασης, κι ὁ Άσωτος Υιός, ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι τού Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ’ ανοίξει την αγκάλη του:

«Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιέ μου. συχώρεσέ με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».

Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου. πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να τού το πω.

-Έχω ακουστά, γέροντά μου, πως ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο. Άκουσε ὁ Θεός τούς στεναγμούς του, τον κάλεσε: «Τι έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε. «δεν είσαι ευτυχής; -Πώς να ’μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει. -Τι σιντριβάνι; -Τα δάκρυα των κολασμένων».

Ο ασκητής έκαμε το σημάδι τού σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.

-Ποιός είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη. ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!

Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:

-Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε, κι ἡ φωνή του τώρα είχε στερεώσει.

Άγγιξα το γόνατό του πού γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. το χέρι μου πάγωσε.

-Γέροντά μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ὁ Πειρασμός. είμαι ένας νέος πού θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης. θέλω, μα δεν μπορώ.

-Αλίμονό σου, αλίμονό σου, δυστυχισμένε. το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει. Ὁ αρχάγγελος Εωσφόρος, πού εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση; Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε: Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ’το καλά στο νου σου: Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ. Το εγώ, ανάθεμά το!

Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:

-Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ὁ άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.

-Με το εγώ αυτό ξεχώρισε από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος. δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυο, υπήρχε ένα. το Ένα, ὁ Ένας. Αυτός είναι ὁ Παράδεισος πού ακούς, κανένας άλλος. από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει ἡ ψυχή να γυρίσει. βλογημένος ὁ θάνατος! τί ‘ναι ὁ θάνατος, θαρρείς; Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.

Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν. γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.

-Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;

-Είναι να μη χαμογελώ; μού αποκρίθηκε• είμαι ευτυχής, παιδί μου. κάθε μέρα, κάθε ώρα, γρικώ τα πέταλα τού μουλαριού, γρικώ το Χάρο να ζυγώνει.

Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς. ἡ ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε ὁ Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη τού Θεού. Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Εωσφόρος.

Σηκώθηκα. Άσκωσε ὁ γέροντας τό κεφάλι.

-Φεύγεις; έκαμε. άε στο καλό. ο Θεός μαζί σου.

Και σε λίγο, περιπαιχτικά:

-Χαιρετίσματα στον κόσμο.

-Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα. και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει αυτός πού έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.