Καληνύχτα μάνα

Νηπιαγωγείο ή συναδέλφωση, θα το πουν μερικοί. Άλλοι Νηπιαγωγείο ο Πόλεμος, ή, κι ίσως αυτό να του ταιριάζει καλύτερα, Νηπιαγωγείο - το Περιστέρι, γιατί παντού: στους τοίχους, στον αέρα, στα τζάμια... το μοτίβο που κυριαρχεί στη διακόσμηση είναι γιρλάντες από λουλούδια πολύχρωμα, και περιστέρια, περιστέρια πολλά, και λιγοστά λαγουδάκια.

Εκεί πηγαίνουν ο Γιαννάκος Αβραμίδης, κι ο Τριαντάφυλλος Δράγκας. Εκεί ανταμώνονται με πλήθος άλλα μωρά, πού, στα σπίτια τους, μιλούνε τη γλώσσα τής μητέρας τους. Μόνο στο νηπιαγωγείο μιλούνε ρουμάνικα αυτό καθόλου δεν τα δυσκολεύει τα μωρά. Μέσα στο νηπιαγωγείο τα μιλάνε, όλα τους, φαρσί τα ρουμάνικα.

Ο Τριαντάφυλλος, Τριαντάφυλλο τόνε λέει ο Γιαννάκος, είναι πολύ τσιγκούνης στα λόγια. Μάλιστα άμα το βάλει πείσμα, και να τόνε χρυσώσεις δεν ανοίγει το στόμα του. Αυτός όλη μέρα βλέπει, παρακολουθεί, εξετάζει τούτο και τ’ άλλο, ακουμπάει και το κεφάλι στην παλάμη και κοιτάζει με το πλάι, όπως οι γέροι, άμα τυχαίνει κοντά σε τραπέζι. Λες και μαζεύει όλη τη μέρα, τη νύχτα, προτού τον πάρει ο ύπνος, στο μεγάλο κρεβάτι πού κοιμάται μαζί με τη μάνα του, της τα εκθέτει όλα χύμα. Λέει, λέει, λέει, που δεν αποσώνονται.

«... Ο Γιαννάκος, μάνα, έκρυψε στο μικρό κινεζάκι το ένα του γάντι, μέσα στ’ ανθοδοχείο, μα δεν είχε νερό, λουλούδια είχε και τον μάλωσε ἡ δασκάλα. Ο Γιαννάκος με το αραπάκι, κείνο πού κάθεται στο ίδιο θρανίο με τη Φλωράνς, κλειστήκανε μέσα στην κάμαρα κι ύστερα ο Γιαννάκος έβγαλε το χερούλι και δεν μπορούσανε να βγούνε... και κλαίγανε και χτυπούσανε τα τζάμια, και χτυπούσανε τα πόδια τους και τούς μάλωσε ἡ δασκάλα... Ο Γιαννάκος άργησε να μπει στη γραμμή. Τού φώναζε ἡ δασκάλα κι αυτός έστεκε ακόμα μπροστά στη βρύση... και δεν ξεκολλούσε... και ἡ δασκάλα τον έβαλε τιμωρία να φάει στη γωνιά, μοναχός του στο τραπέζι... Ο Γιαννάκος και το βιετναμεζάκι άλλαξαν το παπούτσι τους, να τούτο, κι ήρθανε να πάρουνε το βιετναμεζάκι και παρά λίγο να φύγει με το παπούτσι τού Γιαννάκου, γιατί ἡ δασκάλα δεν είχε δει πώς φορεί το κόκκινο παπούτσι... και τόνε μάλωσε ἡ δασκάλα...

Οι μανάδες τους δουλεύουνε όλη μέρα στο εργοστάσιο. Τα βράδια, πότε η μια, πότε ἡ άλλη, πάνε και παίρνουνε τα μωρά. Άμα πάει ἡ μάνα τού Τριαντάφυλλου, γυρίζει στο σπίτι και καμαρώνει.

-Φρόνιμος πολύ Τριαντάφυλλος. Ταχτικό παιδί Τριαντάφυλλος, Φρόνιμος! Πολύ φρόνιμος Τριαντάφυλλος!

Ἡ Ρουμάνα νηπιαγωγός απλοποιεί όσο μπορεί τα ρουμανικά της, για να τα καταλαβαίνει καλύτερα ἡ Ελληνίδα γυναίκα.

Άμα πηγαίνει ἡ μάνα τού Γιαννάκου την υποδέχονται οι παιδαγωγές με γέλια και διηγούνται τα κατορθώματά του:

-Θηρίο, Γιαννάκος! Απ’ όλα τα παιδιά μεγαλύτερο θηρίο! Μα καλή καρδιά. Δίνει το γλυκό του. Δίνει τα παιγνίδια του. Αγαπάει τα παιδιά. Τα χαϊδεύει. Τ᾿ αγκαλιάζει. Τα φιλά. Μα πολύ άταχτος. Θηρίο! Θηρίο Γιαννάκος!

Ο Γιαννάκος και στο σπίτι, όσες ώρες μεσολαβούνε ως τον ύπνο, προλαβαίνει να τα κάμει όλα άνω - κάτω. Χαλάει τις πρίζες. Βάνει ένα καρφί στις τρύπες και το χτυπάει με το σφυρί. Βάνει νερό στο στόμα του και καταβρέχει με το καλάμι τον κόσμο. Στραπατσέρνει τα βιβλία. Βγάνει και κόβει τις εικόνες. Μόλις μπει σε κανένα δωμάτιο, βλέπεις το σύντροφο, πού κάθεται μέσα, να σηκώνεται βιαστικός να συμμαζεύει τα πράματά του. Λαβαίνει μέτρα ν’ αντιμετωπίσει το «θηρίο». Ανοίγει τα συρτάρια, αρπάζει το σταχτοδοχείο με το πετεινάρι, ένα καλλιτεχνικότατο ρόζενταλ.

-Άμα δε θα σού χρειάζεται πια, σύντροφε, θα μού το δώσεις;

-Ναι, σύντροφε, Γιαννάκο, θα σού το δώσω, άμα δε θα μού χρειάζεται πια.

Ο σύντροφος μπορεί ν’ ακούει και τις ειδήσεις στο ράδιο, ο Γιαννάκος θέλει σώνει και καλά να δει αυτόν που μιλά.

-Πες του να βγει όξω!

-;

-Πες του, σού λέω, να βγει όξω...

Στα κατατελευταία βγαίνει όξω ο Γιαννάκος και ἡ πόρτα κλειδώνεται από μέσα. Αυτό είναι το πιο συνηθισμένο από τις έξι και κει, πού γυρνάει ο Γιαννάκος στο σπίτι. Οι πόρτες όλες είναι κλειδωμένες από μέσα.

Το βιετναμεζάκι είχε μάνα, πού σκοτώθηκε στο δικό τους αντάρτικο κει κάτω. Έχει όμως πατέρα. Έναν αγαθό ανθρωπάκο, αδύνατο και κουτσό, πού έρχεται ταχτικά κάθε βράδυ με την πατερίτσα και παίρνει το παιδί του. Το αραπάκι, πού «κάθεται στο ίδιο θρανίο με τη Φλωράνς», δεν ξέρουνε από γονιούς τί έχει. Άσπροι άνθρωποι, πού μιλούν γνήσια ρουμάνικα, έρχονται άλλοτε ο άντρας άλλοτε ἡ γυναίκα, και παίρνουν το παιδί. Κι αυτός τούς λέει «πατέρα» και «μάνα». Τα κινεζάκια, είναι δυο, έχουν ένα πολύ περιποιημένο πατέρα. Και τα ίδια είναι πολύ καλοντυμένα. Είναι σίγουρα ο αληθινός τους πατέρας, γιατί μοιάζει καταπληχτικά με τα παιδιά και τον φωνάζουν πατέρα, θα ’ναι τής πρεσβείας άνθρωπος, λένε οι γυναίκες. Έχει ακόμα πεντέξι αραπάκια, πού πηγαίνουν τα βράδια και τα ζητούν άσπροι άνθρωποι. Έχει και πολλά ρουμανάκια.

Κανείς άνδρας δεν εμφανίζεται ποτέ στο νηπιαγωγείο να ζητήσει, ή κάπως να ενδιαφερθεί για το Γιαννάκο ή τον Τριαντάφυλλο. Συχνά παρουσιάζονται ζητήματα, πού πρέπει να πάει ένας μεγάλος να συνεννοηθεί με τη διεύθυνση. Είναι π.χ., να πάνε τα μικρά για 15 μέρες εξοχή. Ο Τριαντάφυλλος κι ο Γιαννάκος θα πάνε μαζί; Είναι μπολιασμένα με το τάδε ή τάδε εμβόλιο; Και πότε; Μια Ελληνίδα ιατρός μορφωμένη, πηγαίνει τότε στο νηπιαγωγείο και τα κανονίζει. Τα δυο Ελληνόπουλα είναι τα μόνα πού δεν έχουν αντρική συμπαράσταση. Ο Τριαντάφυλλος δεν το πρόσεξε αυτό.

Ίσως καθώς όλη μέρα έχει το νου του να μαζεύει τις διαολιές τού Γιαννάκου, για να θυμάται το βράδυ να τις πει στη μάνα του, να μην τού μένει καιρός, ίσως να ’ναι και φύση κλειστή. Ο Γιαννάκος όμως δεν είναι έτσι. Μόλις τού μείνει λίγος λεύτερος καιρός, το μόνο πού συλλογιέται, το μόνο πού τού παιδεύει το μυαλό, είναι ο «πατέρας» πού τού λείπει. Ευτυχώς οι τρέλες του είναι τόσο πολλές, που την ημέρα δεν τού αφήνουν περιθώρια. Μα τη νύχτα, πού ξαπλώνει στο κρεβάτι για να κοιμηθεί δίπλα στη μάνα του, τότες τα παλέματα κι οι τσαχπινιές σταματάνε αναγκαστικά. Βρίσκει τότε το μυαλό τού Γιαννάκου το ελεύτερο και γυρίζει, γυρίζει... γύρω απ’ τον «πατέρα» πού δεν έχει...

-Μάνα, δεν μπορώ να βρω κανέναν πατέρα;

-Πάλι τα ίδια. Αφού σού ’χω πει τόσες φορές, πώς ο πατέρας σου έμεινε στην πατρίδα.

-Να βρω κανένα να τόνε λέω πατέρα, έτσι για ψέματα...

-Κοιμήσου τώρα, κι αύριο θα κοιτάξω...

-Μη μου λες ψέματα;

-Άντε κουκουλώσου. Δε σού λέω ψέματα.

Την άλλη βραδιά!

-Και πού έμεινε ο πατέρας, μάνα, στο χωριό;

-Πάλι τα ίδια... Κοιμάται, παιδί μου, ο πατέρας σου, κοιμάται στο Γράμμο.

-Και κοιμάται μέρα - νύχτα;

-Ναι! Μόνο κοιμήσου, γιατί αύριο δε θα ’χεις ξυπνημό...

-Γιατί δεν ξυπνάει να ’ρθει μαζί μας;

-Δεν έχει ποιός να τον ξυπνήσει. Εσένα κάθε πρωί άμα δε θα σε ξυπνήσω, ξυπνάς μοναχός σου; άντε σώπα και κοιμήσου.

Την άλλη βραδιά:

-Δεν έχει ποιός να τον ξυπνήσει, επειδή είναι όξω στο βουνό;

-Ναι.

-Μα ο Τριαντάφυλλος, μάνα, μού λέει, πως οι πατεράδες μας δεν μπορούν να ξυπνήσουν, γιατί είναι σκοτωμένοι... Αλήθεια, μάνα;

-Και πού ξέρει ο Τριαντάφυλλος... Εσείς τότε πού φύγαμε ήσασταν μωρά βυζανιάρικα... άντε, άντε κοιμήσου.

Την άλλη βραδιά:

-Μάνα, ο Τριαντάφυλλος μού λέει πως δεν μπορούν να ξυπνήσουν, επειδή οι Αμερικάνοι τούς βάλανε ένα βόλι μέσα στην καρδιά τους, αλήθεια, μάνα;

-Κάθε βράδυ, Γιαννάκο, τα ίδια με ρωτάς. Σού το ’πα μια φορά πως θα ξυπνήσει... μη με ξαναρωτάς.

-Κι ας έχει και το βόλι;

-Κι ας έχει και το βόλι....

Την άλλη βραδιά:

-Πότε μάνα θα πάμε στην Ελλάδα, άμα μεγαλώσω;

-Άμα γενείς μεγάααλος και μάθεις πολλάαα γράμματα.

-Και τότες, μάνα, εσύ θα σκουντήσεις τον πατέρα ή εγώ;

-Εγώ. Όπως κάνω κάθε πρωί και με σένα.

-Κι εγώ, μάνα, πού θα ’μαι μεγάλος, θα τού βγάλω το βόλι απ’ την καρδιά του; ναι, μάνα;

-Ναι, Γιαννάκο μου, θα σε πάρω απ’ το χέρι και θ’ ανεβούμε πάνω στο βουνό... Θα τον βρούμε, πού θα γλυκοκοιμάται, πάνω στην πρασινάδα, κάτω από τις οξιές. Εγώ θα τον σκουντήξω και θα του πω: Ξύπνα να δεις πώς μεγάλωσε ο Γιαννάκος μας. Εκείνος θ’ ανοίξει τα μάτια του και θα σού χαμογελάσει. Και συ θα τού βγάλεις το βόλι... Ύστερα θα σε πάρουμε χέρι, χέρι, ο πατέρας σου από το ένα χέρι, εγώ από το άλλο και θα πάμε στο σπίτι μας... Μόνο άντε τώρα, κλείσε τα μάτια σου και κοιμήσου!

-Καληνύχτα, μάνα!

-Καληνύχτα, παιδί μου.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.