Βασιλείου Μαριάννα
Μάνα τέρας

Μια ψυχρή γυναικεία παρουσία. Μια αποκρουστική φιγούρα με μαύρα βαμμένα κοντά μαλλιά σ’ ένα στρόγγυλο πρόσωπο με φουσκωτά μάγουλα και μ’ έναν παχύ λαιμό να στηρίζει το κεφάλι. Το δέρμα της μαυριδερό, σκαμμένο με ρυτίδες. Τα μάτια της μικρά, μαύρα με τις άκρες τους να στρέφονται προς τα κάτω, προσδίδοντάς τους ένα άκαμπτο ύφος κι ένα ανέκφραστο βλέμμα. Το στόμα της μικρό με ψιλά χείλη, που ποτέ δεν χαμογελούσαν. Τα δόντια και τα δάχτυλά της κιτρινισμένα από τα άφθονα τσιγάρα που κάπνιζε ολημερίς. Το σώμα της κοντό και κακοσχηματισμένο. Ασύμμετρος ο κορμός της, μονοκόμματος, χωρίς καμπύλες, κατέληγε σε δυο χοντρές γάμπες. Το περπάτημά της βαρύ, χωρίς ίχνος θηλυκότητας.

Μητέρα πέντε παιδιών. Ούτε η ίδια δεν ξέρει το λόγο που τα απέκτησε. Γεννοβολούσε από μικρό κορίτσι, χωρίς να έχει μέσα της ίχνος μητρικής διάθεσης, στοργικότητας ή του φίλτρου εκείνου που σπρώχνει τη γυναίκα να διαιωνίσει το είδος της, να επιτελέσει το θαύμα της φύσης προσφέροντας αγάπη αμέριστη, καθοδήγηση, φροντίδα. Όλα αυτά ήταν ψιλά γράμματα. Άγνωστες λέξεις. Ουδέποτε η καρδιά της αισθάνθηκε τέτοιου είδους συναισθήματα˙ ήταν γυναίκα σκληρή, άκαμπτη, τρομακτικά απαθής σε οποιαδήποτε συγκίνηση. Χήρα από σαράντα χρονών. Ο σύζυγός της, αθλητής ποδηλασίας, χάθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, οπότε έμεινε μόνη υπεύθυνη για την επιμέλεια των παιδιών της. Μεγάλωναν πολύ φτωχικά με εκείνη να δουλεύει μέρα νύχτα ως μοδίστρα σε μια βιοτεχνία αντρικών πουκαμίσων. Ως μάνα, ήταν καταπιεστική, άξεστη και αδιάφορη. Ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την ποιότητα ζωής, τις σκέψεις, τις αναζητήσεις, τη συναισθηματική κατάσταση, τους ορίζοντες ή την παιδεία τους. Ένα πιάτο φαγητό τους προσέφερε κι αυτό θεωρούσε ότι ήταν όλο της το χρέος.

Η συμπεριφορά της ήταν αυταρχική. Σαν στρατιωτάκια τα πέντε αδέρφια, ήταν αναγκασμένα να εκτελούν όλα τα καθήκοντα του σπιτιού. Και φυσικά οι δυο μεγαλύτερες κόρες να επιβλέπουν το μεγάλωμα των μικρότερων αγοριών. Σε περίπτωση που κάποιος διατάρασσε την τάξη στο σπίτι, η τιμωρία του ήταν βαρύς ξυλοδαρμός, προσβολές, βρισιές. Κανένα παιδί δεν είχε δικαίωμα στο λάθος και στην αταξία. Σήκωναν στους παιδικούς τους ώμους ευθύνες ενηλίκων, με την ανεμελιά και την αθωότητα παντοτινά χαμένες. Στη σκιά τους μάζευαν οργή, θυμό, καταπιεσμένα συναισθήματα. Κύματα ενέργειας που συσσωρεύονταν και εκδηλώνονταν σε μίσος του ενός απέναντι στον άλλο.

Η μεγαλύτερη αδερφή, η Αλεξάνδρα, είχε αναλάβει τον ρόλο μάνας για τα υπόλοιπα αδέρφια. Ένα φοβισμένο παιδί που μεγάλωσε νωρίς. Ίσως αυτό που καταπιέστηκε περισσότερο από όλα, μιας που ούτε στο σχολείο δεν είχε τον χρόνο να δώσει την παραμικρή σημασία, αφού τα βάρη της καθημερινότητας και οι ευθύνες της εξαντλούσαν το όποιο απόθεμα ενέργειας.

Άλλωστε η μάνα της, είχε προνοήσει για το μέλλον της. Ήδη από μικρή που ήταν, δέκα χρονώ παιδί, είχε κανονίσει να την παντρέψει με τον ιδιοκτήτη της βιοτεχνίας. Σαράντα χρόνια μεγαλύτερος... Όσοι τον γνώριζαν είχαν να λένε για τον διπρόσωπο χαρακτήρα του. Είχε μια επίπλαστη ευγένεια στους πελάτες, κάτι που του είχε δώσει τη δυνατότητα να επεκτείνει την επιχείρησή του και να εισάγει πουκάμισα που προορίζονταν στα μεγαλύτερα τζάκια της Αθήνας. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν ένας αγενής άνθρωπος, με κανένα σεβασμό προς τους συνανθρώπους του και ιδιαίτερα όσους είχε στη δούλεψή του. Όταν η Αλεξάνδρα έγινε δεκαέξι ετών, η μητέρα της θα της ανακοίνωνε την απόφασή της. Δεν την απασχολούσε ο τρόπος που θα της το έλεγε ούτε φυσικά και η αντίδραση της κόρης της. Η εκτέλεση της εντολής της θεωρούταν δεδομένη. «Θα παντρευτείς τον κ. Οικονόμου της είπε, μεγάλωσες, είναι καιρός να φύγεις από εδώ, να ησυχάσω κι εγώ». Σαν βόμβα έσκασαν τα λόγια στην ψυχή της Αλεξάνδρας. Είχε μάθει να ζει χωρίς στηρίγματα αλλά η σκέψη του να δώσει το εφηβικό της κορμί σε ένα τέρας, ήταν κάτι που ξεπερνούσε τις αντοχές της.

-Δε θα τον παντρευτώ μητέρα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό.

-Τι; Θα παρακούσεις τη μητέρα σου; Είσαι υποχρεωμένη να κάνεις ό,τι πω εγώ. Ή θα τον παντρευτείς, ή θα σηκωθείς να φύγεις από ‘δω μέσα!

-Μητέρα καλύτερα να με σκοτώσεις, αποκρίθηκε η μικρή κοιτάζοντας τη μάνα της στα μάτια, ευελπιστώντας σε μια ύστατη ένδειξη αγάπης.

Η μητέρα της, με ένα βλέμμα να πετάει φωτιές και τις φλέβες στο πρόσωπό της να ξεπετάγονται σαν πίδακες αίματος έτοιμες να εκραγούν, της άστραψε ένα χαστούκι ουρλιάζοντας που τόλμησε και αυθαδίασε.

Η μικρή δεν άντεξε. Ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να λούζει το σώμα της και ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Τα μάτια της σκοτείνιαζαν, το δέρμα γινόταν όλο και πιο ωχρό, τα χείλη της μελάνιασαν. Με όση δύναμη τής απέμεινε, μην ξέροντας αν πονούσε περισσότερο το πρόσωπό της ή η ψυχή της, έφυγε από το σπίτι της.

Η επόμενη μέρα τη βρήκε στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού να περιμένει το τρένο προς τη Γερμανία. Βρισκόταν εκεί μια μακρινή ξαδέρφη της, με την οποία είχε ελάχιστες επαφές. Έτσι κι αλλιώς, δεν έψαχνε στήριγμα στις δυσκολίες της, μια πηγή πληροφοριών ήταν αρκετή για τον προορισμό της. Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει και η ψυχή της την πρόσταζε να ακολουθήσει την απόφασή της χωρίς φόβο. «Μου έχεις φάει τη ζωή, σκύλα! Φεύγω…», έλεγε και ξανάλεγε η εσωτερική φωνή της. Το τρένο σφύριξε προς αναχώρηση.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.