Ασπάλαθοι

Το χειμώνα, πέρασαν μέρες μετρώντας το πήγαινε έλα των αλεπούδων πάνω σ’ ένα μωσαϊκό με ασπάλαθους. Τα πόδια τους, στην έξοδο, τρίβονταν στο χιόνι, κίτρινα διαλύονταν∙ οι γούνες κοκαλωμένες πέταγαν σκληρά κόκκινα μπαμπάκια, φαρμακωμένα δόρατα. Όλοι οι ερωδιοί, βαρυτικά ελκόμενοι προς το υπερκείμενο ρέον νεφέλωμα, κουτούλαγαν δώθε κείθε, διάσπαρτοι κομήτες. Κρύο πολύ. Η μέρα μίκραινε, μίκραινε, μέχρι που την αγκάλιασε σαν κάλτσα η νύχτα. Πού να βρεθεί και ήλιος, σβήστηκε η λαχτάρα. Ούτε για ύπνο ούτε για χάδι, αυτό το σφιχτό αυγό που έγινε η πλάτη σου. Στη γούρνα του αγιασμού επέπλεαν φύλλα, πούπουλα, τρίχες, σάλια, φως. Δεν υπήρξε πλάσμα που να μην άφησε εαυτόν στο φαρμάκι της.

Έπλυνες το πρόσωπο, οι μπογιές αποτραβήχτηκαν, ανέτειλες το κορίτσι κορδέλα στερεότυπο, στήθος χιονόμπαλα με καφετιά άλω, που έκλαιγε όταν μ’ έκλεινε εντός του. «Εδώ βαφτίζεται η ζωή σε θάνατο», είπες, πριν από τους Χαιρετισμούς. Στο σιφόνι ακουγόταν η λάσπη που πάλευε να γίνει αίμα. «Εδώ τρυπώνει τους τένοντες ο Εκδορεύς και φουσκώνει στους αστράγαλους». Μέχρι να σκάσει, τέντωνε το τομάρι των προβάτων πριν από τη χαραγιά. «Εδώ και η κόρη νυμφεύεται τούτον τον δούλον του Θεού και του Κύματος, μέχρι να ζητηθούν τα νερά καθεμιάς ορφανής μέρας».

Έπειτα ένα χελιδόνι με ράμφος δίκανο πυροβόλησε, και ήταν Δευτέρα, τα παιδιά σχολείο, και το φως σβηστό. Η σκόνη δεν κουνιόταν, πάγωσε με εκείνο το τηλεφώνημα και τις λέξεις, έγινε παγωτό. «Να βγω δεν το μπορώ», σκέφτηκες,  «κάπου ήμουν μέσα, δεν είδα, δεν άκουσα, και τώρα θα τελειώνω. Γι’ αυτό κρύβω τα μάτια κάτω απ’ την κουβέρτα, για να το καταπιώ».

Πίσω απ’ τον πάγκο οι ασπάλαθοι μαραίνονταν σταθερά και γίνονταν αγκάθια. Πιο λίγο από το χιόνι, πιο πολύ που κατούραγαν οι αλεπούδες κάτουρο αχνιστό. Μια θλίψη που ’χε το κορμί και θέριευε, την τράβηξες απάνω μαζί με την κουβέρτα.

Η μισή ντροπή δικιά σου, η μισή του χιονιά.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.