διηγήματα φίλων Λουκόπουλος Kωνσταντίνος Έξι χρυσόψαρα κι ένα γουρούνι

Έξι χρυσόψαρα κι ένα γουρούνι

Ένα- δύο-τρία... το τρίτο βράδυ, άδειασε το σάκο, χώρισε τα ρούχα σε άνω κορμού, κάτω κορμού, άνω και κάτω άκρων, εσώρουχα, κασκόλ, ένα φούτερ, μια βούρτσα, ένα τσιτάκι φούστα-μπλούζα, δύο σουτιέν. Ενώ τ’ άπλωνε στα φαιά σκεπάσματα, αυτός ροχάλιζε με τη γλώσσα καραμούζα, το πέος στην κοιλιά, ψόφιο και σαλιωμένο… πατημένο εκλέρ. Μόλις έμπαινε στην περιφερειακή της όραση, γύριζε και κάρφωνε το βλέμμα στην ταπετσαρία∙ έτρεμε και λίγο, είχε μιαν έξαψη ηφαιστειακή, λουζόταν στον ιδρώτα κατά κύματα, έκαιγαν οι πληγές στα φρύδια, αλάτι, έκλαιγε κι από πάνω με λυγμούς∙ την έτσουζε του κερατά. Ήθελε μόνο να ξεμπερδεύει τ ώ ρ α με τα σιχαμένα τα χρυσόψαρά του, που την κοιτάνε αδιάφορα και έκπληκτα όσην ώρα αυτός της τσακίζει τα παΐδια – να τα κάνει τούμπα να ρθούνε στον Θεό.

Πήρε μια χούφτα τριφύλλι, κι άρχισε να τροφοδοτεί το ενυδρείο. Το πρωί, ενώ θα βόγκαγε και θα σκλήριζε αυτός απάνω της, ο σπόρος θ’ άρχιζε να φουσκώνει μες στα στομαχάκια τους. Έτσι, μ’ ένα μπαμ έξι μικρών θανάτων αγαπημένων του, θα οριοθετούσε και τον οργασμό του. Ύστερα γύψο θα τον τάιζε, να σκάσει όμοιός τους, ή θα τον έπνιγε με το μαξιλάρι, ή στην καρωτίδα θα τον έσφαζε στον ύπνο, να κλείσει καταραμένη επτάδα, να πάει νά βρει τη ζωή της μακριά απ’ τα μεθύσια κι απ’ τις μπουνιές κι από τα σάλια του.

Έτσι είναι το έγκλημα, σκέφτηκε, θέλει τις μικρές του πρόβες!

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.