Γράμμα σε μία άγνωστη

Δεν σε γνώρισα στον αποκριάτικο χορό του 8ου Δημοτικού Σχολείου. Πέμπτη τάξη. Ήσουν ντυμένη μπαλαρίνα, είχες την τέχνη στην καρδιά σου, ήδη από τα δέκα σου. Εγώ ήμουν ο καουμπόης με το κεραμιδί γιλέκο. Κράταγες ένα ζωγραφιστό ήλιο που γελούσε. Γελούσες. Γελούσαν και τα μάτια σου πίσω απ’ τη μάσκα.

Σε θυμάμαι χρόνια αργότερα στο Dark Sun Club. Μπαλαρίνα στ’ αλήθεια, να χορεύεις με κλειστά μάτια, πρέπει να ήταν το Tunic των Sonic Youth. Είχες βάψει μαύρα τα μαλλιά, στο χρώμα των ρούχων σου. Υπό την επήρεια της μουσικής ήσουν πραγματικά ελεύθερη. Σε μια γωνιά λικνιζόσουν δίπλα στον ίδιο σου τον εαυτό. Για σένα μόνο, «για κανένα μαλάκα». Είχες αφήσει πίσω τις γκρίζες ζώνες. Μαύρο στο μαύρο, ποιος ξέρει τι πενθούσες, αλλά ήσουν πάντα στο κέντρο του πλάνου μου. Τότε πρέπει να σ’ ερωτεύτηκα, για τέταρτη φορά. Θυμάμαι μετά μια αλληλουχία ελεγειών, δεν θυμάμαι ποια κομμάτια πια. Εκείνον που σε πλησίασε δεν τον κοίταξες καν. Του πέταξες το ποτό, χύθηκε στο πρόσωπό του. Σου όρμισε και βρεθήκαμε πέντε να σας χωρίσουμε. Έφυγε. Εσύ έμεινες. Σκοπιά στο σχεδόν τίποτα, στη μαύρη σου στολή, στη μάσκα της μάσκαρας. Στη γωνιά σου, μέχρι που ξημέρωσε, κι έφυγες παραπατώντας, στην αξιοπρεπή αγκαλιά τού είναι σου, για λίγες ώρες ύπνου πριν την ορκωμοσία. Ακαδημαϊκή πολίτης.

Γκρίζο πρωινό. Η Νίκη στο τηλέφωνο. Ημιφορτηγό. Η μηχανή σου άθικτη. Αίμα, επειγόντως. Στο νοσοκομείο «τολμάς κι έρχεσαι εδώ μετά απ’ ό,τι έγινε;» είπε η μάνα σου και με έδιωξε. Πήρε βαριά το χωρισμό μας. Τι να της έλεγα; Όσο καιρό πάλεψες, μέσα σε σωληνάκια και φάρμακα, γύψους και καθετήρες, δεν ήθελες να με δεις. Τα νέα σου τα μάθαινα. Δεν ήταν σίγουρο αν θα περπατούσες ξανά. Έδωσα αίμα για σένα, προσπαθώντας να φανταστώ με ποια διαδρομή θα σε έφτανε. Μετά έπαψα να προσπαθώ, απλά έδινα. Τρεις φιάλες. Για εσένα, καθηλωμένη σε κείνο το κρεβάτι, σπασμένη, μετά από μια μασκαράτα που πήγε στραβά. Το ποτό, αυτό το δεκανίκι πήγε να σ’ αφήσει ανάπηρη. Έγραφες στην ιστοσελίδα σου «δεν είμαστε πλάσματα του φωτός, ούτε του σκοταδιού. Ζούμε στο ημίφως» και οι φίλοι σου επικροτούσαν. Μα εγώ σε φανταζόμουν να κινείσαι στη ζώνη του γκρίζου, λίγο ζωντανή, λίγο πεθαμένη με τη ζωή σου σε πραγματικό κίνδυνο, παίρνοντας δύναμη από τον εαυτό σου σαν ένα δέντρο που ρίζωσε στον ίδιο του τον κορμό κι απομυζεί την ψίχα του. Έδειξες τη δύναμη που έκρυβε η ψυχούλα σου. Νίκησες ένα δύσκολο αγώνα. Αλλά το αντίτιμο βαρύ.

Δεν σε θυμάμαι συχνά σε αδυναμία. Μια φορά, απόκριες του 2000, εκείνη τη χρονιά, που όλα τα περίεργα συμβαίνανε, είχες χάσει τον πατέρα σου και τρία μαθήματα. Σ’ ένα πάρτι, είχες βγει στο μπαλκόνι, στην παγωνιά, και κοίταζες κάτω, να κρύψεις τα δάκρυα που σταλάζανε στο πεζοδρόμιο. Στάθηκα κοντά σου κι έγειρες πάνω μου. «Ότι αγαπάω χάνεται» μου είπες «ορκίσου μου πως θα μείνεις, ορκίσου το». Ήθελα να σου πω πως τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, πως μόνο το σήμερα μετράει, πως η απώλεια είναι κομμάτι της φύσης μας. Αντί γι αυτά, σου ορκίστηκα. Ήμασταν μαζί εκείνη την εποχή. Αργότερα στο δωμάτιό σου, ανάμεσα σε σεντόνια και στολές, με τη χρυσόσκονη να ξεβάφει παντού, έκανες έρωτα σαν να εξαρτιόταν η ζωή σου. Γυμνή γερμένη πάνω μου, με τα δάχτυλα μπλεγμένα στα δικά μου, τόσο κοντά που με σκέπαζες, φοβόμουν πως η ανάσα μου θα σε τραυματίσει, τόσο ευάλωτη μου έμοιαζες. Μετά, γύρισες το πρόσωπο προς το τζάμι. Καθώς το χέρι μου άγγιζε τα μαλλιά σου, δάκρυα και πάλι. Τα ένοιωσα στον ώμο μου. Ήθελα να σου πω πως ο πόνος θα περάσει. Αντί γι’ αυτό σου ορκίστηκα ξανά.

Το χρόνο μετά το ατύχημα δεν μίλαγες πολύ. Πονούσες σε κάθε βήμα. Μα στις απόκριες ήσουν βασίλισσα της νύχτας. Η αυγή της νύχτας σου. Το σπίτι σου ήταν γεμάτο φωτορυθμικά, είχες φέρει D.J., ολόκληρο ειδικό συνεργείο. Είχες φέρει τα πάντα, μα κάτι έλειπε. Νομίζω εσύ έλειπες, κάπου παραδίπλα. Σε κάποια πτυχή της μνήμης, λίγο πιο αρτιμελής. Λίγο πιο χορός. Τα πόδια σου ήταν βαριά στο πάτωμα, τα χέρια ασυνήθιστα κολλημένα στα πλευρά σου. Το σώμα ανεπαίσθητα γερμένο, η ανάσα λίγο πιο απότομη, σαν μια ελαφριά κούραση να σε κέρδιζε. Μετά από πολλή ώρα, μετά από πολλά ποτά, πολλά βλέμματα καρφώνονταν πάνω σου λίγο παραπάνω απ’ ότι συνήθως. Το κατάλαβες. Η ατμόσφαιρα οίκτου άρχισε να γίνεται αποπνικτική. Αυτό πρέπει να πονούσε περισσότερο από τα σκαμμένα σου πόδια, με τις λάμες, με τις βίδες. Μας έδιωξες φωνάζοντας «κανένας μαλάκας δεν θα με λυπηθεί εμένα, δεν είμαι θύμα για κανένα μαλάκα».

Για μένα ήσουν πάντα το γελαστό κορίτσι, ποτέ άλλοτε δεν μ’ έπεισες. Το Λύκειο ήταν απλά ένα κεφάλαιο, μια παρένθεση. Όλα τα βιβλία του απέτυχαν να σβήσουν το γέλιο σου. Χαμένη μέσα στο χαρτοπόλεμο, κολομπίνα, μου έφερες στο μυαλό τη «Χαλκίδα». Δεν νομίζω να το κατάλαβες. Είχες αλλού το μυαλό. Ποτέ δεν ήσουν τόσο αληθινή όσο πίσω από την άσπρη μάσκα. Είχες την ικανότητα να επιβραδύνεις το χρόνο. Αισθητά. Μαζί με τις φίλες σου λέγατε εκείνο το τραγουδάκι: «και ποτέ ξανά δεν θα βγω στη θάλασσα». Το τραγουδούσατε μέχρι αηδίας, αλλά σας αγαπούσαν όλοι. Εκείνη τη χρονιά η αγάπη ξεχείλιζε. Ήμασταν ακόμα παιδιά. Οριακά. Πήρες το μικρόφωνο «αφιερώνω αυτή τη βραδιά, αυτή την υπέροχη βραδιά, στις φίλες μου τη Νίκη, την Ελπίδα, τη Χαρά. Ξέρω πως του χρόνου μάλλον οι απόκριες θα μας βρούνε χωριστά, αν όλα πάνε καλά δηλαδή. Θέλω να ξέρετε πως για μένα όσο μακριά και να βρίσκεστε, θα είστε εδώ πάνω» κι έδειξες τη χάρτινη καρδιά σου και ο χρόνος σταμάτησε.

Άσπρο, μαύρο. Χρώματα χωρίς περιττές ευπρέπειες. Πολύτιμα, καθαρά. Πότε άσπρη σκόνη, πότε μαύρη ώρα, αυτές ύφαναν το γκρίζο της ζωής σου. Στις πιο μαύρες ώρες σου η άσπρη σκόνη έσκαβε αυλάκι. Το άσπρο σου δέρμα σχεδόν διάφανο. Οι μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα μάτια. Η αφίσα του «μαύρου κύκνου» σημαία στον κάτασπρο τοίχο του κάστρου σου. Έτσι αποκαλούσες το ίδιο σου το δωμάτιο. Τα παραθυρόφυλλα που κλείνανε απέξω τον κόσμο, πίσω από κάτασπρες κουρτίνες. Όλα δεμένα αρμονικά σε μια θανάσιμη διάβαση. Μια μάσκα κέρινη πάνω από κάθε συναίσθημα του προσώπου σου. Έντεχνος βίος. Ακόμα και τότε. Το 2010 σταμάτησες να δουλεύεις. Σταμάτησες να χορεύεις. Σταμάτησες να υπάρχεις. Οι αντιστάσεις παύσανε. Η σιωπή σου εκκωφαντική. Σταμάτησες να ρωτάς. Πώς μπόρεσες να αρνηθείς να είσαι; Ποιός σε έπεισε πως τελικά δεν ζεις; Το μόνο μέτραγε ήταν κάποια γραμμάρια. Τίποτα άλλο δεν σε έφτανε, δεν σου έφτανε. Οι γιατροί σηκώνανε τα χέρια. Εγώ πίστευα πως η Αποκριά δεν είχε ακόμα τελειώσει.

Ίσως να έφταιξα κι εγώ που απέτυχα να σε γνωρίσω. Ίσως να φταίξαμε όλοι. Που πίσω από τις έντεχνες μεταμφιέσεις σου, δεν διακρίναμε ποια ήσουν πραγματικά. Ποιοί είμαστε πραγματικά, πίσω από τις μάσκες; Τί αντοχές έχουμε όταν ο καθρέφτης μας χαστουκίζει μέρα με τη μέρα; Κάποιοι αλλάζουνε τρόπο λειτουργίας, στο ρελαντί, δίχως να βάζουν στη ζυγαριά όσα βάζανε μέχρι χτες. Κάποιοι άλλοι βάζουν μόνο γραμμάρια. Βλέποντας το κέρινο πρόσωπό σου αναρωτιόμουν αν υπάρχει ακόμα εκείνη η χάρτινη καρδιά της κολομπίνας. Αν χτυπάει. Αν ματώνει. Η αν έμεινε μόνο το χαρτί. Τώρα ξέρω.

Υ.Γ. Την Κυριακή θα παντρευτείς έναν άγνωστο. Να είσαι υπομονετική μαζί του, δεν σε γνωρίζει. Δεν είναι δύσκολος άνθρωπος, λίγο παράξενος μόνο. Πάντα του άρεσε κι εκείνου το καρναβάλι. Και ζητάει απεγνωσμένα να τον γνωρίσεις.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.