Εκ βαθέων

Ντεπροφούντης, αυτό ήταν το επίθετο του πατέρα μου. Τον δικό του τον πατέρα τον λέγανε Σωκράτη σαν τον αρχαίο, τον μεγάλο. Αυτό το όνομα μου δώσανε στην κολυμπήθρα. Μεγάλο όνομα, με ιστορία πίσω του. Εγώ που λες είμαι του Γυμνασίου. Τα γράμματα δεν τα ’παιρνα καλά. Τότε ήταν άλλες εποχές, δύσκολες μα καθαρές. Παστρικές που λέμε. Τελείωσα το ’71 μέσα στη χούντα. Ό,τι έμαθα για τη ζωή, το έμαθα επάνω στο τιμόνι. Μέχρι τότε νόμιζα τα ήξερα όλα. Ξεράδια ήξερα. Δάσκαλοι και καθηγητές και σχολειό και βιβλία λέγανε σαχλαμάρες. Κουραφέξαλα, που λέμε. Το τιμόνι ήταν το σχολείο μου. Και δάσκαλοί μου, οι καλύτεροι. Είχα δίπλα μου πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, οικονομολόγους, παπάδες, πουτάνες με το συμπάθιο. Ό,τι θες, το άκουσα και το είδα. Στρατιώτες, κυρίες, τραγουδίστριες, καλλιτέχνες. Όλη την Ελλάδα κουβάλησα, αν με καταλαβαίνεις.

Έπιασα τιμόνι το ’80. Μην ακούς αυτά που λένε «οι ταξιτζήδες αυτό κι οι ταξιτζήδες εκείνο». Σαν τον ταξιτζή δεν βοηθάει κανένας. Επείγοντα περιστατικά, ατυχήματα, ό,τι θες, ο ταξιτζής θα κάνει στην άκρη να βοηθήσει. Εγώ πήρα την άδεια 700 χιλιάρικα, πλήρωσα και το φόρο μεταβίβασης άλλα 200 και το φόρο πετρελαίου άλλα 100. Ένα εκατομμύριο μου κόστισε σε δραχμές. Έπιασα λοιπόν τιμόνι το ’80. Άλλη Ελλάδα τότε. Ζόρικες εποχές. Όταν ήρθε ο Αντρέας, λέγαμε θα αλλάξουν τα πράγματα. Θα φάμε ψωμί. Ο κόσμος τότε έμπαινε στο ταξί. Ήτανε φτηνά τα κόμιστρα. Δούλευα δέκα ώρες τη μέρα το πολύ και ποτέ δεν μού ’λειψε κάτι. 25 χρόνια με το τιμόνι έφτιαξα σπίτι, παντρεύτηκα, σπούδασα τις κόρες μου. Εντάξει, έχω βάλει και διπλή και τριπλή ταρίφα, δε λέω, αλλά έτσι ήταν τότε, δεν προλαβαίναμε να εξυπηρετήσουμε τον κόσμο, αν με καταλαβαίνεις.

Τότε είχαμε μόνο το ταξίμετρο να φροντίζουμε, να βλέπει κι ο πελάτης τι πληρώνει. Κατέβαζες τη σημαία, έπεφτε η ταρίφα, έγραφε το ρολόι και το ταξίμετρο, έβγαινε η αξία αυτόματα. Αν υπήρχε κίνηση, πλήρωνες παραπάνω, γιατί το ρολόι έτρεχε. Αυτά δεν τα ήξερε ο κόσμος, έλεγε «γιατί σε πληρώνω εκατό δραχμές για πέντε τετράγωνα», γιατί έχει κίνηση, γι αυτό πληρώνεις. Αλλά ήταν απλά τα πράγματα τότε. Τώρα έχει παραγίνει το κακό, έχεις τις αποδείξεις να κόβεις, το Φ.Π.Α. να υπολογίζεις, να κλείνεις το ταμείο κι αν κάτι δεν πάει καλά να παίρνεις τηλέφωνο το λογιστή να σε καθοδηγεί. Και το GPS να κοιτάς και τις διαδηλώσεις να ξέρεις και ραδιόφωνο ν’ ακούς για την κίνηση, και στον ασύρματο να μιλάς. Δεν πάει έτσι, εμείς δεν είμαστε πιλότοι, αυτοκίνητο οδηγάμε όχι ξενοδοχείο, μην τρελαθούμε. Σαράντα μηχανήματα! Και βάζουν κι άλλα. Τις προάλλες αντί να οδηγάω άλλαζα τη χαρτοταινία. Έχει δίκιο κι ο πελάτης που διαμαρτύρεται, αλλά τι φταίμε κι εμείς;

Γι’ αυτό κι εγώ πρόλαβα και την πούλησα την άδεια και τώρα δουλεύω υπάλληλος. Δεν άντεχα άλλο, φίλε, δεν είμαι πια και νέος, χρειαζόμουν και τα λεφτά, εντάξει; Και το επάγγελμα πέθανε. Τον τελευταίο καιρό δούλευα δεκαπεντάωρα. Και δεν έβγαινε το μεροκάματο, με τίποτα. Τόσα χρόνια τιμόνι και τρέμανε τα χέρια μου. Γύρναγα σπίτι κι έτρωγα μια μπουκιά, μπουκιά, όχι φαΐ κανονικό, κι έκλειναν τα μάτια μου. Μ’ έπαιρνε ο ύπνος στην πολυθρόνα. Κι έλεγα, να γιατί τρέμω γιατί δουλεύω απ’ το πρωί. Τότε καταλάβαινα τι έκανα όλη μέρα και μου γυρνούσαν τα μυαλά. Γιατί, για 20 ευρώ; Τι να τα πρωτοαγοράσω; Να γυρίσω σπίτι και τι να πω, φάτε μακαρόνια πάλι; Και δεν είναι αυτά που βγάζεις, είναι οι υποχρεώσεις που έχεις. Δάνεια τρέχουνε, δίδακτρα, φόροι. Εγώ πήρα στεγαστικό για το σπίτι κι υπολόγιζα 600 ευρώ το μήνα μόνο γι’ αυτό. Και τόσα βγάζω σύνολο, τι να πρωτοπληρώσω. Αφού πήγα στην εφορία και τους είπα δεν την έχω τη δόση, ρυθμίστε με. Την έκανα δεκαπέντε δόσεις. Θα την ξοφλήσω του αγίου ανήμερα.
Ένα σοβαρό κράτος πρέπει να παίρνει απ’ αυτά που βγάζεις, όχι αυτά που έβγαζες, αν με καταλαβαίνεις. Τώρα πέταξε το πουλί, άδειασε η τσέπη, τι να εισπράξεις βρε αλήτη; Αλλά για όλα αυτά φταίνε οι Μασόνοι. Το ’χουν σχεδιάσει το παραμύθι, τι να λέμε τώρα. Όλο αυτόν τον καιρό που εμείς τρωγόμαστε μεταξύ μας, «φταίνε οι ταξιτζήδες, όχι φταίνε οι γιατροί, όχι οι δικηγόροι», εκείνοι σχεδιάζουν την επόμενη κίνηση. Είναι χρόνια μπροστά, μιλάμε, δεν τους πιάνεις. Σου λένε «τι έχει η Ελλάδα; Θάλασσα και ήλιο. Ε, θα τα πάρουμε για πάρτη μας». Και διαλύσανε το σύμπαν μ’ αυτά και με τα άλλα. Δίνανε στους αγρότες λεφτά να τα τρώνε στα μπουζούκια. Πρόσεξε, λεφτά, επιχορηγήσεις για τα χωράφια τους. Μετά λέγανε «άσε τις φακές, φύτευε βαμβάκι». Άντε τώρα να το φας το βαμβάκι να χορτάσεις. Και σου λένε, που θα πάει, θα πεινάσουν και σαν πεινάσουν θα πουλήσουν και την ψυχή τους ακόμα στο διάολο. Έτσι το σχεδιάσανε και να δεις τι μας έρχεται. Τυχαίο είναι, κάθε που πάμε να ανασάνουμε μας δίνουν μια πατητή να πάμε βαθύτερα; Δε νομίζω. Θα μας αγοράσουν για ένα κομμάτι ψωμί, Παρθενώνες, νησιά, χωράφια, σπίτια. Θα τα χτίσουν όλα βιλάρες και ξενοδοχειάρες, να έρχονται οι Γερμανοί να κάνουν τουρισμό τζάμπα.

Σου λένε φταίνε οι ταξιτζήδες. Οι ξευτίλες. Τι φταίμε δηλαδή, για να ξέρω; Κλέβουμε λέει τον πελάτη. Πες μου εσύ, είσαι γκαβός, είσαι βλάκας για να σε κλέψω; Δεν βλέπεις το δρόμο, το ρολόι που τρέχει, την κίνηση; Δεν ξέρεις πόσο κάνουν δύο και τρία; Και να κλέψω δηλαδή, τι θα σου πάρω, ένα ευρώ παραπάνω; Ας είμαστε σοβαροί! Αυτό μας λείπει σα λαό, φίλε, η σοβαρότητα. Γι’ αυτό μας κάνουν ό,τι θέλουνε. Ο άλλος έχει ένα σχέδιο και το δουλεύει πενήντα χρόνια. Τόσο το ετοιμάζει. Να σου πω ποιος φταίει; Οι πολιτικοί που μας κυβερνάνε. Αυτοί να δεις τι έχουνε κλέψει. Σου λέει «μαζί τα φάγαμε» κι εμείς λέμε «δίκιο έχεις». Σχέδιο δεκαετιών. Άντε να δεις προκοπή μετά. Εγώ αν κλέψω θα με κλείσουν φυλακή. Αυτοί που κάθονται έξω ελεύθεροι, με τα αίσχη που κάνουνε, θέλω να ξέρω πώς κοιμούνται τα βράδια.

Τις προάλλες μου λέει η γυναίκα μου, «τώρα ο Τσίπρας θα τους πιάσει όλους, να δεις». Μακάρι ρε φίλε, να δούμε κι εμείς μια άσπρη μέρα, αλλά δεν το νομίζω. Οι ίδιοι είναι όλοι τους, μοιρασμένη την έχουν την πίτα. Άκου με ’μένα, σου λέω το έχω ψάξει. Δηλαδή, ποιός τον έκανε τον Τσίπρα, που από πέμπτο έγινε δεύτερο; Ποιοί τον ψηφίζουν; Αυτοί που ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ. Κι εγώ ψήφισα, επί Ανδρέα, αλλά εκεί έμεινα, δεν μου πήγαινε το χέρι, να ψηφίσω άλλον, καταλαβαίνεις. Τόσα χρόνια παράδοση, δεν αλλάζω. Όχι σαν κάποιους άλλους. Αυτό μας κατέστρεψε. Που αλλάζουμε όπου φυσάει ο αέρας. Δεν υπάρχει σταθερότητα πια. Από τότε που πήραν οι γυναίκες το πάνω χέρι, χαλάσαμε. Τα ίδια λέω στη γυναίκα μου, «μάθε να κάνεις πρώτα παστίτσιο και μετά κουμάντο» της λέω. Με τόσες ζαρτιέρες στη βουλή, τη χάσαμε τη μπάλα. Άντε μετά να κάνεις πολιτική.  

Εδώ είμαστε; Παραλίγο να ξεχαστώ με την κουβέντα. Σφαίρα ήρθαμε. Εφτά ευρώ είναι, με τις βαλίτσες. Απόδειξη; Βέβαια, κανένα θέμα. Με σκοτώνεις μόνο, δεν έχω προλάβει ν’ αλλάξω τη χαρτοταινία. Κάτσε να σου κόψω χειρόγραφη. Έπρεπε να μου το πεις να σου την ετοιμάσω. Πού έχω το μπλοκάκι; Λοιπόν άστο για την άλλη φορά. Σου δίνω αυτήν την παλιά, την ξέχασε μια γιαγιά. Είναι για πέντε ευρώ, δεν πειράζει. Τόσα τους πληρώνουμε, ας χάσουν και κάτι. Να πάνε να τα βρουν από κανέναν εφοπλιστή. Άσε ρε φίλε, μας έχουν τρελάνει στο φόρο. Τι να πούμε κι εμείς. Κατεβαίνω να σου βγάλω τις βαλίτσες; Έχω ανοίξει πίσω. Ευχαριστώ, είσαι πολύ εντάξει. Καληνύχτα φίλε, καληνύχτα. Να προσέχεις.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.