Una Fiata Musiata

-Πεινάω μάνα.

-Ποιος γυρεύ’ φαΐ τ’ απόγιομα, πεθαίνει η μάνα τ’.

-Ψέματα σ’ είπα, δεν πεινάω. Δεν θέλω, nu voi. Θα φάω το βράδυ.

Δεν γύρεψα ξανά φαΐ. Το γιόμα κρύβω  κρυφά μια μπουκιά ψωμί στη τσέπη στο παντελόνι. Είναι κοντό ως τον αστράγαλο. Κι μάλλινο. Δίμιτο. Ότι περίσσεψε απ’ το  παντελόνι  τ’ πατέρα. Βάζω το χέρι μ’ στη τσέπη και τρίβω το ψωμί. Τα ψίχουλα δεν σώνονται γρήγορα. Δεν πεινάω, δεν πεινάω. Μαλώνω με την πείνα. Φοβερίζω το θάνατο. Με γέλασες μάνα. Εγώ το λόγο μ’ τον κράτησα. Δεν γύρεψα ξανά φαΐ. Εσύ όμως πέθανες. Μήπως πέθανες γιατί έτρωγα κρυφά; Είπες «’ποιος γυρεύει», όχι ’ποιος τρώει. Δε θέλω να φάω, nu voi. Τι ώρα είναι; Πέρασε από εφτά. Να, δες  μάνα, δεν κρύβω πια τ’ μπουκιά στο παντελόνι. Δεν θα φάω ποτέ ξανά τ’ απόγιομα. Ούτε και το βράδυ αν θες. Αφού με τα ψίχουλα πνίγομαι και με πιάνει βήχας. Γιατί δεν έρχεσαι πίσω; Έλα δωσ’ με τα χέρια σ’, σήκω. Μη φεύγεις μάνα, περίμενέ με. Δεν σε προλαβαίνω. Μάνα!

Κοίτα τον πατέρα. Αδύνατος, αμπάλωτος, ατάιστος. Μεροδούλι μεροφάι στα ξένα σπιτικά. Ευτυχώς, τώρα, περ’σσεύει μια μπουκιά ψωμί και για τ’ απόγιομα. Ακόμα κάμω ψίχουλα το ψωμί. Όχι για να φαίνεται πολύ. Γιατί δεν μπορώ να το καταπιώ. Φοβάμαι μάνα. Δεν θέλω να πεθάνει κι αυτός. Θα πεθάνει, μου λένε. Θέλει φροντίδα. Να παντρευτώ, να νοικοκυρευτώ. Να τον σώσω. Έλα μάνα να σε γνωρίσω τ’ Μαρία. Είναι όμορφη. Iasti musiata. Η ομορφιά δεν σε δίνει να φας, ούτε σπιτικό  βαστάει. Τη Σεβαστή μ’ έφερε η μοίρα για γυναίκα στη ζωή μ’. Η Μαρία θα μείνει η γυναίκα της καρδιάς μ’. Καλά που είν’ τα χάδια σ’ στο πρόσωπό μ’. Γιατί όμως τα χέρια σ’ είναι κρύα; Και τα μάτια σ’ θολά. Μη κλαις μάνα, nu plaentzi, δεν κάνει να κλαίμε στις χαρές. Η Σεβαστή είναι ικανή. Θα κάνουμε καλή κολιγιά. Η ζωή είν’ εμφύλιος, μάνα. Είσαι με τ’ καρδιά, σε πολεμάει το μυαλό. Είσαι με το μυαλό, σε κομματιάζει η καρδιά. Πόλεμος. Φωτιά και χιόνι, focu si neau.  

 Στ’ γη το χιόνι, στον ουρανό η φωτιά. Διώξ’ τα, διώξ’ τα. Πετάνε χαμπλά, παναθιό στα κεφάλια μας. Κρυφτείτε στις σπηλιές, στις σούδες, στα γκρέμια. Το χιόνι ίσα μ’ ένα μπόι. Κρυώνω μάνα. Η Πίνδος είναι  βουνό από χιόνι. Άσπρα βήματα με παένουν στα χνάρια απ’ τ’ς προγονοί μ’. Εκείνοι κατέφ’καν κυνηγημένοι, εγώ τ’ ανεβαίνω κυνηγός. Μετά αουπίσ’ πάλι κυνηγημένος. Η ζωή κι ο άνθρωπος. Ποιος βρυχιέται και ποιος παλεύει.

Ελάτε το λοιπόν, σας καρτεράω. Η εγώ ή ο φόβος. Cum μωρέ, θέλ’τε να με κάψετε το σπίτι. Αυτό που έχτισα με τα χέρια μ’. Έβαλα στα θεμέλια τ’ τις πέτρες απ’ το ποτάμι. Απ’ τον Βενέτικο. Θυμάσαι μάνα; Κοντά στο πέτρινο γιοφύρι. Μάζεψε τις πέτρες, μ’ έλεγες, να κάνουμε τη βάτρα, ν’ ανάψουμε  φωτιά. Μικροί, τρανοί βάζαμε ένα χέρι να βολευτούν πρώτα τα κοπάδια και μετά μαζευόμασταν γύρω απ τ’ φωτιά. Έπαιρνε το τραγούδι ο πάππος, «una fiata musiata» ο πατέρας τον έκοβε «ka luna kaendu da» κι εσύ με τ’ γιαγιά  κρατούσατε το ίσο.  Έτσι θέλω να είναι το σπίτι μ’. Στον πηγαιμό βουνό, στο γυρισμό χειμαδιό. Με τραγούδια γύρω απ’ τ’ φωτιά. Με πέτρες απ το ποτάμι, στ’ στράτα. Έστρωσα το κιλίμι στ’ μέση. Αυτό που ύφαινες στον αργαλειό, μάνα. Με το ’να χέρι κρατούσες το χτένι και με τ’ άλλο το μαντήλι στο στόμα. Κι όλο έβηχες. Έβαλα πάνω στο τζάκι το κομπολόι τ’ πατέρα, al tati. Έβαλα μέσα τα παιδιά μ’, τον αχό και τις μνήμες. Έκλεισα όξω αντάρες και βοριάδες. Σώπα γυναίκα, μην κλαις. Μάζεψε τα παιδιά κοντά σ’ και κάτσε στο σπιτικό σ’. Φωτιά αυτοί, φουρτούνα εγώ. Μέχρι κι ο Άγιος φοβέρα θέλει. Αυτός ο πόλεμος δεν έχει νικητές. Μα το σπίτι, μα τα ζωντανά, μα τη ζωή σ’ την ίδια. Ζωή σε πλειστηριασμό. Και τι να ζυγιάσεις πιο πολύ. Δράμια μετρημένα.

Μετρημένο και «το έχειν» απ’ τον κάθε χωριανό. Καινούριο χωριό. Για το ξεκαλοκαιριό. Έχω την ανάγκη τ’ς κι αυτοί τη θκη μ’. Θέλω δανεικιά πατρίδα, θέλουν ασφάλεια κι εμπιστοσύνη για «το έχειν» τους.  Για να βγάλουν το χειμώνα. Θα δώσουν στάρι, αλεύρι και αλάτι. Θα πάρουν λάδι. Να φάει η φαμπλιά. Φορτωμένος το ’στέρημα τ’ κοσμάκη, κινάω τ’ αγώγι. Απ’ τη Μακεδονία, στην Ήπειρο. Πάλι η Πίνδος, μάνα. Η ραχοκοκαλιά της ζωής μ’. Πάλι κονάκια, φωτιές, ύπνο με το ’να μάτι. Τ’ άλλο παραφυλάει μη φανούν οι ληστές και μας πάρουν το καραβάνι. Πανωθέ μ’ κρέμονται οι χωριανοί. Μέχρι και λίρες μ’ εμπιστεύονται. Να φανώ άξιος. Βαριά η ευθύνη. Πιάστε το τραγούδι ωρέ. Δυνατά με θάρρητα. Calu dinindi, τ’ άλογό μ’ μπροστά, το Μπάλιο. Να βαράει το κυπρί τ’ και να τ’ ακούν οι ληστές. Ξέρουν τίνος είναι. Τ’ Γιαννακούλη. Δεν πλησιάζουν. Αλάργα. Τα τσίνορα μ’ βαραίνουν. Όχι δεν μπορώ να κοιμηθώ. Nu prindi, δεν πρέπει να κοιμηθώ. Τόσος κόσμος κρέμεται παναθιό μ’. Να έχω τα μάτια ανοιχτά. Να βλέπω γύρω μ’. Με τηρούν στα μάτια.  Τα παιδιά μ’, τα εγγόνια μ’. Μη φοβάστε, εγώ είμ’ εδώ. Η Σεβαστή δεν είναι. Πού είναι; Χρόνια έχω να τ’ δω. Η Μαρία μ’; Εδώ είναι. Πάντα είν’ εδώ όταν τ’ χρειάζομαι. Με κρατάει το χέρι. Θέλω να σ’κωθώ.

Τα πόδια μ’ είναι βαριά. Βουλιάζω στο χιόνι. Δεν μπορώ να περπατήσω. Είμαι γέρος; Όχι δεν είμαι. Τι ώρα είναι; Περασμένες εφτά; Τόσο ήταν κι όταν τραγουδούσαν στο ποτάμι κι ήμαν παιδί. Άκουσα τ’ μάνα, τον πατέρα. Πότε γέρασα; Νερό. Δώστε με νερό. Στέγνωσε το στόμα μ’. Κουράσ’κα. Να ξαπλώσω. Νύχτωσε. Μαυρίλα και κρύο. Ένα φως. Ανάψτε ένα φως. Δε βλέπω. Τι λες; Δεν ακούω. Γιατί δεν ακούω; Σβήστε τ’ φωτιά. Με καίει τα μάτια. Focu, φωτιά. Κάηκε το σπίτι; Πάρτε νερό απ’ το ποτάμι. Σβήστε τη φωτιά απ’ τα μάτια μ’. Είναι μέσα στις φλόγες. Η Μαρία. Πότε βγήκε; Εδώ, να εδώ, στην καρδιά μ’ τη φύλαγα τόσα χρόνια. Νερό, ναι θέλω νερό. Nu, nu voi, δεν θέλω φαΐ. Είναι απόγιομα. Δεν κάνει να φάω. Θα πεθάνει η μάνα μ’. Όχι, ούτε νερό θα πιω. Διώξ’ τα, διώξ’ τα. Δεν βλέπετε με βομβαρδίζουν με ψίχουλα. Δεν πρέπει ν’ ανοίξω το στόμα μ’. Αν τ’ ανοίξω θα φάω ψίχουλα και θα πεθάνει η μάνα μ’. Πνίγομαι. Γέμισε η μύτη μ’ ψίχουλα. Πρέπει να πάρω αναπνοή. Αέρα. Τα ψίχουλα πανωθέ στο στόμα μ’. Το χέρι της μάνας μ’. Dado.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.