O Γιάννης ο Μπουμ

Οι μεγαλύτεροι κουτσομπόλευαν κι αποκαλούσαν το νεογέννητο πριν καν το δουν, «γρουσούζικο, κακό, διάβολο αληθινό».

Μεγάλωσε γρήγορα, σα σε μια μέρα, αυτό το παιδί. Ήτανστα εικοσιπέντε πια. Αδύνατος, ίσια, μαύρα μαλλιά και γεροδεμένος. Στη ματιά του τρόμαζες. Κακό σκυλί θύμιζε, λυσσασμένη ψυχή στα μισάνοικτα χείλη του. Κοιτώντας τον, περίμενες να στάξει δηλητήριο απ’ τα στραβά του δόντια. Και τα μάτια του ήταν μαυρισμένα από κακία ή από πίκρα. Μασούλαγε πάντα μια τσίχλα και το σαρδόνιο χαμόγελό του τόνιζε τις γραμμές του προσώπου του και τον έκανε να μοιάζει με στοιχειό. Ήταν σκληρός άνθρωπος και τολμηρός, χωρίς φόβο και ντροπή. Μόνο μίσος φώλιαζε στα σωθικά του για τους πάντες και τα πάντα. Σα να μην άντεχε άλλη ανάσα δίπλα του. Μόνος, χαμένος στην κατάντια που τον οδήγησε η μοίρα του. Βγαλμένος από ιστορία τρόμου.

Γεννήθηκε Σάββατο, στο χάσιμο της μέρας. Ούτε η νύχτα δεν ήθελε να γνωρίσει την πέμπτη γέννα της Αρετής. Καλή γυναίκα η μάνα του μα ο πατέρας του φονιάς. Έτσι γεννήθηκε και κανένας δεν χάρηκε γι’ αυτόν. «Γρουσούζικο» τον αποκάλεσε ακόμα κι η μαμή πιάνοντάς τον στα χέρια της. Κι όταν όλο το χωριό έμαθε πως γεννήθηκε αγόρι, το καταράστηκε.

Μεγάλωνε κι η κακία έφτιαχνε φωλιά στην ψυχή του. Βάλθηκε να σκορπά το φόβο γύρω του. Ακολούθησε το δρόμο που αποφάσισε το χωριό για ’κείνον. Ήταν ο γιος του φονιά. Οι άλλες οι γέννες της μάνας του ήταν θηλυκά. Άλλη η μοίρα της γυναίκας. Εκείνος έπρεπε να ξεπληρώσει την αμαρτία, το φονικό του πατέρα του. Με τα χρόνια κλείστηκε στον εαυτό του. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Σα φυλακή έμοιαζε η κάμαρή του. Απομονωμένος, χωρίς άγγιγμα αγάπης. Τα παράθυρα πάντα κλειστά κι η πόρτα χαραμάδα. Ξημέρωνε και βράδιαζε με μόνη έννοια του το κακό. Δεν τόλμαγε να περάσει από μπρος του άνθρωπος κι η σπρωξιά, το φτύσιμο, ο χλευασμός, η μούντζα ήταν η μόνη του αντίδραση. Όλοι τον απέφευγαν κι οι πιο προνοητικοί συμβούλευαν «μην του μιλάτε, μην τον κοιτάτε, μακριά απ’ αυτόν...» Έγινε ο φόβος κι ο τρόμος του χωριού. Ο Γιάννης ο Μπουμ. «Μπουμ και μπουμ» έκανε από μικρός και σκόρπαγε τον πανικό μες στα σκοτάδια. Έτσι του κόλλησε και το παρατσούκλι.

«Αφήστε το παιδί, τι σας πειράζει!» έλεγε η μάνα του στη γειτονιά μα όλοι τους την αγνοούσαν και χαζογελούσαν. Κάποτε κουράστηκε η κυρά-Αρετή, αγρίεψε κι ο Γιάννης και τράβηξε ο καθένας το δρόμο της μοίρας του. Η κυρά-Αρετή αναπαύτηκε κι ο Γιάννης τα ’βαζε μ’ όσους τολμούσαν να τον πειράξουν. Μέχρι που έφτασε κι εκείνη η γιορτινή μέρα.

Το χωριό γιόρταζε τα Χριστούγεννα κι ο Γιάννης ο Μπουμ το μίσος. Ονειρεύτηκε το θάνατο. Έβαλε κόκκινες και μπλε κορδέλες σε μικρές σοκολάτες. Έμοιαζε παράδοξο που είχε καθίσει στην άκρη της πλατείας κάτω από τον πλάτανο κι είχε στα χέρια του δώρα γλυκίσματα. Το πρόσωπό του μεταμορφωμένο, μάσκα αγίου. Κανείς παρ’ όλα αυτά δεν του έδινε σημασία. Στα αλήθεια φόβιζε η μορφή του ακόμα κι έτσι. «Χρόνια πολλά» έλεγε κι έδινε τη σοκολάτα στα περαστικά παιδιά. Οι μανάδες τους τ’ απομάκρυναν απ’ το τεντωμένο χέρι του Γιάννη κι εκείνα μην καταλαβαίνοντας γιατί, κλαψούριζαν προκαλώντας σύγχυση στους περαστικούς. «Παρ’ το» έλεγε με μισόλογα ο Γιάννης, «παρ’ το» και τα μάτια του γυάλιζαν διαβολεμένα. «Δώρο για τα Χριστούγεννα» έλεγε και γεννούσε ερωτηματικά.

«Καλέ τι έπαθε ο τρελός; Λες ν’ άλλαξε ο Μπουμ;»

Ο Γιάννης πάντα λάτρευε τη σοκολάτα. Ποτέ του δεν τη γεύτηκε. Έτρωγαν οι αδελφές του απ’ τους φιλεύσπλαχνους που τους επισκέπτονταν, εκείνος όμως ποτέ. Ήταν τιμωρημένος και γι’ αυτό πριν καν γεννηθεί. Το παράπονό του γινόταν μέρα με τη μέρα πόνος και μετά κακία. «Θέλω μία σοκολάτα» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του και στη μάνα του κι έκλεβε απ’ το μπακάλικο, μπαίνοντας, σπάζοντας, χτυπώντας την κυρά Λένα και τις άλλες νοικοκυρές.

Δεν κατάφερε ούτε μεγάλος να ξεπεράσει αυτόν τον καημό. Δεν καταλάβαινε γιατί ήταν τιμωρημένος να μην τρώει σοκολάτες; Νόμιζε στην αρχή ότι ήταν άρρωστος. Αλλά όχι. Απλά ήταν ο γιός του φονιά. Μόνο την πίκρα να γνωρίσει και τον πόνο, το γέννημα του κακούργου.

«Πάρε είναι σοκολάτα, χρόνια πολλά…» και πήρε τελικά κρυφά η Ελενίτσα. Τον πλησίασε, τον κοίταξε στα μάτια, του χαμογέλασε και πήρε τη σοκολάτα με την κόκκινη κορδέλα.

«Ευχαριστώ» του είπε κι ο Γιάννης σκιάχτηκε.

«Ουστ από ’δω», της αντιμίλησε μεσ’ απ’ τα δόντια.

«Παρ’ την και φύγε σκασμένη και θα σκάσεις σε λιγάκι» χαζογέλασε με κακία.

Το νοσοκομείο ήταν μακριά απ’ το χωριό. Η Ελενίτσα τελικά δεν τα κατάφερε να γλυτώσει απ’ το θανατικό που γέμισε το παιδικό κορμί της μαζί με τη γλύκα της σοκολάτας. Η γιορτή της αγάπης έντυσε στα μαύρα το χωριό. Ήταν όλοι τους εκεί.

Ο Γιάννης ο Μπουμ οδηγήθηκε με χειροπέδες στη φυλακή. «Κλείστε με μέσα να μη σας βλέπω, να μη με βλέπετε, να σωθώ», τα έφτυνε τα λόγια του πάνω σ’ όλους και το χωριό τον καταράστηκε. «Στον αγύριστο να πας, διάβολε, αναθεματισμένε». Και πήγε ο Γιάννης ο Μπουμ. Έτσι ήθελε κι ο ίδιος. Μα πιο πολύ ήθελε να φάει τη σοκολάτα του. Να γλυκαθεί για να πάψει επιτέλους να σκορπά το φόβο και τον πόνο. Μικρό παιδί ήταν κι αυτός κι έψαχνε τη μάνα του να του δώσει τη συγχώρεση της σοκολάτας. «Αλλιώς κανένα παιδί να μη γλυκαθεί, να μη νοιώσει κανένας χαρά» φώναζε ο Γιάννης ο Μπουμ μπροστά στη μάνα της Ελένης που έκλαιγε σκυφτή.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.