ποιήματα 3

Ωδή στο ροφό

Τραντάζω στην όψη του ροφού
του ροφού που τον νοιώθω να με καρφώνει
όρθιος απ’ το βυθό
ατάραχος  με προκαλεί

το βάρος μου με ταξιδεύει
κατάφατσα
η σύγκρουση μας περιμένει
μέτρο – μέτρο

ο ροφός  δεν το κουνάει ούτε εκατοστό

έσβησα
το βάθος με αγκάλιασε
τα μάτια του

η βέργα μου τον πέρασε εγκεφαλικά
τον άρπαξα γλυκά από τα βράγχια
ξερίζωσα τον βασιλιά
μα λάτρεψα το θάρρος του.


Σ’ αγαπώ


Εκείνη την Κυριακή το ήξερα απ’ το πρωί
είχε σύννεφα πάνω από το πάρκο
τα παιδιά κλωτσούσαν την μπάλα

έπινα τον παγωμένο καφέ μου
σε σκεφτόμουν μέσα στο κελί σου στο ιατρείο

αποφάσισα να σε αποχαιρετίσω μόνος

ήρθα και σε αγκάλιασα σφιχτά
περίμενα να βγάλεις την τελευταία ανάσα
και το έκανες
και έκλαψα
και σε φίλησα

σε αγαπώ.


Διώροφη γουρούνα


Καβάλησα μια γουρούνα διώροφη
Δάγκωσα το δεξί της αυτί
Χίμηξε απάνω στην στροφή
Πήραμε φράουλες από το δρόμο
Σταματήσαμε στο ξέφωτο και κατουρήσαμε
Σε κόκκινο χώμα ξαπλώσαμε
Αδειάσαμε τις τσέπες μας
Βγάλαμε τα δακτυλίδια
Κυλιστήκαμε σε ποταμούς με νερόφιδα
Φθάσαμε σε μια σπηλιά με κουνέλια τενόρους
Ακούσαμε την προσευχή και αρπάξαμε ένα κλωνί
Πέσαμε στην κρυμμένη πύλη του δάσους
Την προστατεύουν πουλιά με χρυσά φτερά
Βαφτήκαμε με κοπριά στρουθοκαμήλου
Πατήσαμε στον άλλο κόσμο
Μας έλιωσε ένα λεωφορείο
το σύννεφο  σκέπασε τον δρόμο
κρυώσαμε αλλά μας άρεσε

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.