ποιήματα 2

Γεννημένος θάνατος

Νεαρή μάνα
το ρυάκι σου παγώνει τα νύχια
οσμές  θανάτου έξω από τη σπηλιά

αρπάζεις βράχια μούχλα
γλιστράς σε πράσινες τρύπες
τα πόδια σου ελαφίσια
σκοτεινά πηδήματα

κραυγές αλεπούδων σφάζουν τ’ αυτιά σου
δίπλα σου κόβουν το λαιμό μιας νυχτερίδας
και εσύ χάθηκες

τα μάτια σου πεθαίνουν για ένα δάκρυ
το φως στην έξοδο σε λυγίζει
στην αγκαλιά σου είναι από ώρα νεκρός
γεννημένος θάνατος.


Γιος όνειρο


Το γέλιο του
ξηλώνει τα πατώματα
ζωντανεύει στην αγκαλιά του το σπίτι
σμίγουν οι ανάσες μας το τζάκι
ανάβουμε χαρές με την φωνή του
γευόμαστε τον γιό μας
στο όνειρο ζεστής σοκολάτας.


Τα είδωλα των ψυχών μας

Θυμάμαι ένα μέρος με χορτάρι
ξεραμένα ξύλα έκαιαν
ο ουρανός έριχνε τη νύχτα κομήτες

στην καμπύλη της πλαγιάς
εκεί όπου το κύμα δεν λέει συγγνώμη στα βράχια
κι ο βυθός γυάλα

το σβέρκο μου έγδερναν οι χαρουπιές

στρώσαμε χρόνια φιλίας για να κοιμηθούμε
ξυπνήσαμε στα χλιαρά χαλίκια με ένα αρχαίο φίλο
δέκα μέρες δεν είδαμε γύλο να πνίγεται
ψαρέψαμε όμως τα είδωλα των ψυχών μας.


Η μηχανή

Μέσα στην μηχανή οι ράπτριες χορεύουν
οι ψυχές τους δεν παλεύουν
έχουν πιαστεί σε κλωστές αράχνης

έβγαλαν έλικες
πέταξαν στη χαραμάδα
η κόκκινη καρφώθηκε πρώτη

το αίμα πότισε τις ψυχές τους
άρχισαν να τραγουδούν

το τεράστιο βελόνι τρυπούσε μία – μία
έμεινε μόνο μία
ούρλιαξε και άνοιξε στόμα φάλαινα
ρούφηξε το βελόνι
η μηχανή έμεινε μόνη.


Είναι αργά

Μας έμεινε μία ζωή
ακόμα κι πέτρες στάζουν χώμα όταν τις νοιώσεις

εμείς συνήθεια

αυτός ο καλός δράκος με τα σαπισμένα δόντια
μας ακούμπησε στους ώμους του
και μας κάνει κύκλους
γύρω από το θάνατο

ίσα που βλέπω τα χείλη σου πια
σκοτείνιασε η ματιά μου
είναι αργά.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.