Κύριος, μπανάνες!

Τον έλεγαν Αντρέα Καλλίδη. Έμενε σε μια θλιβερή τρώγλη λίγο έξω απ’ τον Ωρωπό. Εκεί μέσα στη βρωμιά και τη λάσπη, έμενε μόνος του ξεχασμένος απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Εκείνος όμως δεν ξεχνούσε κανένα. Μισούσε τους πάντες. Ποτέ δεν έσβησε απ’ το μυαλό του την περιφρόνηση που δεχόταν από παιδί. Ποτέ δεν ξέχασε πως δεν τον άφησαν, νέο ακόμη, να ζήσει με την αγαπημένη του Δέσποινα. Όλοι είχαν συνωμοτήσει τότε εναντίον του. Έψαχνε λοιπόν να ξετρυπώσει το κακό απ’ τον καθένα τους. Αυτό ήταν πια όλη η ουσία της ύπαρξής του. Όταν κατάφερνε να το μάθει, άστραφταν τ’ αλλήθωρα μάτια του από χαρά.

Ήξερε για όλους αυτό που τους πονούσε. Γνώριζε τα μικρά, αμαρτωλά τους μυστικά. Παραμόνευε μες στην νύχτα, κάτω απ’ τα παράθυρα τους. Κρυφάκουγε τους πόθους και τους αναστεναγμούς τους. Έτσι τους ανακάτευε όλους. Δρούσε  υπογείως. Γαργάλαγε σιωπηλά τη φαντασία των άλλων με δόλο για να διασύρει υπολήψεις, για να καταστρέψει οικογένειες, για να χωρίσει ανδρόγυνα, για να διαλύσει περιουσίες. Άλλες πάλι φορές ούρλιαζε εσκεμμένα όταν κακολογούσε τρίτους. Άλλαζε η χροιά του. Η γλώσσα του γινόταν χυδαία. Γεμάτος τρέλα και παράνοια στριφογύριζε ανάμεσα στον κόσμο παρασύροντας τους στα βρώμικα παιχνίδια του.  Για όλους ήταν ένας παρείσακτος, ένας περιθωριακός.

Έμοιαζε με σιχαμερό σκουλήκι. Στο φαλακρό κεφάλι του σερνόντουσαν μια τούφα λαδωμένες τρίχες. Γύρω ξεφυτρώνανε χοντρές φουσκάλες. Το σχήμα του κεφαλιού του αυγό στρουθοκαμήλου. Τα μάγουλα του γεμάτα βαθιές ρωγμές. Μια δυσωδία ξεπήδαγε απ’ τα έγκατα τους. Το στόμα του ένας βόθρος. Όταν το άνοιγε, για να περιγελάσει τους άλλους, φαίνονταν τα τρία του δόντια. Ένα σάπιο μπροστά, απάνω. Δύο τεράστια αποκάτω που εσώκλειαν το άλλο. Κι αυτά φθαρμένα, κατακίτρινα. Το ένα του μάτι μεγαλύτερο απ’ το άλλο, γουρλωτό, άλλα και τα δύο αλλήθωρα. Το βλέμμα του θολό, σκοτεινιασμένο απ’ το μισός.

Το σώμα του, μικρό, γερτό. Λύγιζε το κορμί του κάτω απ´ το βάρος των κακουχιών. Το στήθος του τριχωτό σαν άγριου ζώου. Το ένα του πόδι πιο κοντό απ’ το άλλο, έτσι γεννήθηκε, περπατούσε αστεία κάνοντας θόρυβο καθώς το έσερνε. Σπανίως άλλαζε ρούχα. Φορούσε τα ίδια, βρώμικα κουρέλια Χειμώνα Καλοκαίρι.

Εκείνη τη μέρα ήτανε στην αυλή. Έριχνε κάποια κόκκαλα στο γέρικο σκυλί του. Ανάμεσα στα σκουπίδια και τα βρομόνερα, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, είχε δεμένο με σκουριασμένη αλυσίδα το ταλαίπωρο ζώο. Ο «Αλήτης» σηκώθηκε αργά, ξέπνοα. Δεν υπήρχε ίχνος νερού να πιει. Ο θόρυβος της αλυσίδας ανατριχιαστικός. Το τρίχωμα του βρώμικο, μπλεγμένο, ένα με τα περιττώματά του. Παρ’ όλα αυτά κοίταζε τον αφέντη του μ’ ευγνωμοσύνη. Ακούστηκε κουδούνισμα ποδηλάτου. Γαύγισε το σκυλί μ’ όση φωνή του ’χε απομείνει. Ο δρόμος ήταν αγροτικός. Σπάνια περνούσε άνθρωπος από ’κει. Ανάμεσα απ’ τα δέντρα εμφανίστηκε ένας Πακιστανός καβάλα σ’ ένα παλιό ποδήλατο. Είχε μπροστά ένα τεράστιο καλάθι γεμάτο μπανάνες. Χαρούμενος κατέβηκε να δείξει την πραμάτεια του.

-Κύριος, μπανάνες!

-Δεν το κατάλαβα; Με ποιο θράσος κάνεις τόσο θόρυβο και χαλάς την ησυχία μου; Με ποιο δικαίωμα σταμάτησες μπροστά στο σπίτι μου; Πώς μπορείς να πιστεύεις πως εγώ θα μπορούσα ν’ αγοράσω από ’σένα τις βρωμομπανάνες σου;
-Συγνώμη Κύριος, δεν θέλω ενοχλήσει… θα φύγω… αλλά καλές μπανάνες και φτηνές.

Βλέποντας τον κυρ-Αντρέα να φουντώνει έκανε να φύγει.

-Τι ’σαι εσύ σκουλήκι που ήρθες απ’ την χώρα σου στο δικό μου σπίτι, στην δική μου πατρίδα;  Εσύ δεν έχεις σπίτι, δεν έχεις πατρίδα; Έχεις! Γιατί τότε έφυγες; Δεν τα ’βρισκες με τους άλλους; Εσύ τι είσαι βουδιστής ή μουσουλμάνος; Δεν σας χωρούσε ο τόπος και είπατε να έρθετε εδώ να διώξετε εμάς; Αυτή η χώρα δεν είναι όποια και όποια! Δεν μπορείτε να ’ρχεστε εσείς με τις μαύρες, σιχαμερές μούρες σας να μας κάνετε κουμάντο. Να φύγετε, να ξεβρομίσει ο τόπος! Έρχεστε στην χώρα μας με τις τσέπες άδειες, μας κλέβετε και μας σκοτώνετε. Σίγουρα θα ’χεις κλέψει το ποδήλατο που κρατάς. Κι οι μπανάνες μπορεί να είναι κλεμμένες. Ή μπορεί να είναι φαρμακωμένες, να μας δηλητηριάσετε.

Ο άνθρωπος είχε σκύψει το κεφάλι και χαμογελούσε αμήχανα. Θέριεψε πάλι απ’ το κακό του ο κυρ-Αντρέας. Τ’ αλλήθωρα μάτια του σα να πετάχτηκαν απ’ τις κόγχες.

-Γιατί γελάς; Όλα αστεία σας φαίνονται στην χώρα σας; Όλο χασκογελάτε σαν τους ηλίθιους. Αϊ στα τσακίδια! Να πας από ’κει που ’ρθες και να μας αφήσεις ήσυχους! Δεν βλέπεις πως μου χάλασες την διάθεση. Χάσου απ’ τα μάτια μου.  Χάσου λοιπόν!

Το πράσινο ποδήλατο χάθηκε γρήγορα. Το ακολούθησε το παρατεταμένο γαύγισμα του «Αλήτη».

-Ησύχασε! Έφυγε! Κανένας δεν θα μας πειράξει. Φάε τούτα τα κόκαλα τώρα μην σου δώσω κι εσένα καμιά κλωτσιά, να ξεθυμάνω.

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.