διηγήματα φίλων Σώσειλου Σοφία Στέλλα Κυνηγώντας τον εαυτό μου

Κυνηγώντας τον εαυτό μου

Το μπλε τ’ ουρανού σκουραίνει επικίνδυνα. Προφανώς είναι αργά για τρέξιμο μα η ατμόσφαιρα είναι  γλυκιά, ανάλαφρη, ένα με ’μενα που γαληνεύω μέσα στη θαλπωρή του δάσους. Μ’ αρέσει να τρέχω, είναι η ώρα που μιλώ με τον εαυτό μου. που τον αφήνω να μου εξηγήσει, να με πείσει. Προσπαθώ να είμαι καλή μαζί του, να μην τον μαλώνω και ας διαφωνούμε. Προσπαθώ, μ’ όλες μου τις αισθήσεις, να φτάσω κοντά του. Τρέχω. Οι ψίθυροι του δάσους με μαγεύουν. Το αεράκι σέρνεται πάνω στα φύλλα κι αυτά θροΐζουν καθώς λικνίζονται σ’ ένα χορό παράλογο. Τα πουλιά ψάχνουν να βρουν μια ήσυχη γωνιά να κουρνιάσουν. Κάποια ξεχασμένα τζιτζίκια συνεχίζουν το μονότονο τραγούδι τους. Κι εγώ οσφραίνομαι τις ανάσες όλων. Αναπνέω βαθιά, προσπαθώ να ρουφήξω την κάθε ευωδιά, το ανάκατο χώμα, τα νωπά χόρτα, το μελένιο άρωμα των λουλουδιών, την παράξενη μυρωδιά μιας άγουρης συκιάς.

Τα βήματά μου γοργά, ρυθμικά. Η ανάσα μου βαριά. Έχω κουραστεί αλλά συνεχίζω. Η βλάστηση πυκνή. Ακολουθώ το μονοπάτι που οδηγεί στο ποτάμι. Κάθομαι κάτω από έναν πλάτανο. Ο κορμός του αρρενωπός, σμιλεμένος. Τα κλαδιά του φιδίσια. Κλείνω μ’ ανακούφιση τα μάτια. Ο ήχος του νερού με νανουρίζει. Και τότε, μια διαφορετική μυρωδιά μ’ αναστατώνει. Είναι τ’ άρωμά του. Σηκώνομαι απότομα. Σκοτεινιάζει και δεν βλέπω καθαρά. Οι σκιές γέρνουν επάνω μου και μου κόβουν την ανάσα. Αγάπη μου εσύ; Εδώ; Το νιώθω. Ψάχνει τα χέρια  μου. Τα χείλη του ψάχνουν τα δικά μου. Μου κόβεται η ανάσα. Νιώθω να πέφτω, να πέφτω… Πνίγομαι. Πού βρίσκομαι; Με τραβάει κοντά του. Δεν τον βλέπω αλλά ξέρω πως είναι αυτός. Μ’ αγκαλιάζει. Του χαϊδεύω το στέρνο. Του δαγκώνω τρυφερά τα δάχτυλα. Σκίζει τα ρούχα μου. Θέλει να μπει μέσα μου βίαια, αυταρχικά. Τον ακολουθώ στην παραζάλη του πάθους. Αγάπη μου! Αγάπη μου! Το ξέρεις πως όλο τα βάζω με τον εαυτό μου για σένα; Κι ας ξέρω πως δεν είναι σωστό, πως δεν είναι έντιμο, πως απλά δεν πρέπει,  να ξέρεις πως δεν μπορώ χωρίς εσένα. Δεν με πειράζει που δεν βρισκόμαστε συχνά, μου φτάνει που μ’ αγαπάς και με θέλεις.

Ένα γεμάτο φεγγάρι ξεπρόβαλε απ’ τα δέντρα. Ήρθε να γλυκάνει το μαύρο σκοτάδι και τη λύπη της ψυχής μου. Πάω να χαϊδέψω τα μαλλιά του μα νιώθω το μαλακό κυματισμό των φύλλων. Ψάχνω το στέρνο του κι αισθάνομαι την ανάγλυφη επιφάνεια του δέντρου. Κοιτάζω τρομαγμένη τριγύρω μου και βλέπω τα ρούχα μου διάσπαρτα παντού. Ο πλάτανος έσκυβε ηδονικά κρατώντας με στα στιβαρά κλαδιά του. Κοιτάζω προς το ποτάμι και βλέπω την αντανάκλασή μου. Είμαι γυμνή. Το σώμα μου λάμπει ίδια με το φεγγάρι. Τα μαλλιά μου μακραίνουν και καλύπτουν την γύμνια του κορμιού μου. Τα πόδια μου ενώνονται κι ασημιά λέπια γεμίζουν την ουρά μου. Μεταμορφώνομαι σε γοργόνα. Τραβιέμαι απότομα και μ’ ένα σάλτο πέφτω στο ποτάμι. Το μαύρο νερό παγώνει την καρδιά μου. Πού πήγε; Πρέπει να τον βρω. Μας χωρίζει η θάλασσα. Το μικρό ποτάμι γίνεται χείμαρρος.  Κολυμπώ ακολουθώντας το ρεύμα. Το νερό με κτυπάει ανελέητα από παντού. Δεν βλέπω που πηγαίνω. Τα μάτια μου καίνε απ’ την αλμύρα. Βρίσκομαι σε θάλασσα κι είναι πάλι σούρουπο. Ο ουρανός έτοιμος ν’ αρπάξει φωτιά.

Έχω ξαναδεί αυτόν τον ουρανό. Μου θυμίζει έντονα ένα αγαπημένο μου πίνακα του Τέρνερ. Προσπαθώ να καταλάβω που βρίσκομαι. Το τοπίο είναι μαγευτικά αγριεμένο. Ουρανός και θάλασσα, άμμος και φάρος όλα φλέγονται από πύρινες πινελιές. Ο ουρανός κίτρινος και τα σύννεφα πορτοκαλιά με μωβ αποχρώσεις. Η θάλασσα μεταλλάσσεται από κίτρινη σε πορτοκαλιά και πράσινη. Κοιτάζω προς την παραλία και βλέπω κάτω απ’ το φάρο μια φιγούρα ν’ ατενίζει. Η καρδιά μου φτερουγίζει. Είμαι σίγουρη πως είναι αυτός και με περιμένει. Κολυμπώ όσο πιο γρήγορα μπορώ. Κάνει ζέστη. Βρίσκομαι στο νερό αλλά φλέγομαι. Η κόκκινη θάλασσα με τυλίγει, με πνίγει. Δεν μπορώ ν’ ανασάνω. Έφτασα. Φτάνω. Λίγο ακόμη. Απογοήτευση και δέος με κατακλύζουν. Η φιγούρα στην άμμο είμαι εγώ.

Πετάγομαι. Ένα βατράχι κοάζει παράφωνα μέσα στα αυτιά μου. Είναι σκοτάδι. Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι λούζει αχνά τους όγκους τριγύρω. Κάνει αφόρητη ζέστη και υγρασία. Πόση ώρα να κοιμάμαι; Τι περίεργο όνειρο. Προσπαθώ να το θυμηθώ μα δεν το θυμάμαι. Για κάποιο λόγο δεν θέλω να φύγω. Νιώθω θαλπωρή γερμένη στον κορμό του μεγάλου πλατάνου. Απλώνω το χέρι και ασυναίσθητα τον χαϊδεύω. Είναι ζεστός. Μια γλυκιά ανατριχίλα διαπερνά το κορμί μου. Μ’ αβέβαια βήματα απομακρύνομαι παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού. Στα χείλη μου έντονη η γεύση της αλμύρας.

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.