Το γράμμα

Ανοίγει πρωί, πριν οι άλλοι ανοίξουν τα μάτια τους στην γειτονιά, κάτοικοι και μαγαζάτορες. Δεν κοιμάται καλά τελευταία. Μέσα στο μαγαζί του, εκτονώνει όλη του την ενέργεια τακτοποιώντας τα ράφια του. Λιγοστό εμπόρευμα κατάλληλο όμως για την περιοχή.

Το μαγαζί ήταν καιρό ανοίκιαστο. Στην περιοχή έχει αρκετά ακόμα στην ίδια κατάσταση. Άδειες βιτρίνες, σκοτεινά, βρώμικα, απελπισμένα. Η κρίση τα έχει καταδικάσει σε σιωπή και μοναξιά κι αυτόν τον άφησε άνεργο. Δεν ανανέωσαν την σύμβαση του. Έχει ακόμα κάτι ιδιαίτερα φιλολογικά μαθήματα. Ελπίζει να βρει κι άλλα εδώ. Στα φροντιστήρια αναζητούν δουλειά πολλοί σαν αυτόν. Πρέπει να κάνει και κάτι άλλο. Η συμφωνία με τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού είναι καλή. Έχει ό,τι του χρειάζεται. Γωνιακό, με βιτρίνες, κοντά σε σχολείο. Κανένα άλλο εκεί κοντά δεν έχει το δικό του εμπόρευμα, τα δικά του βιβλία.

Ακουμπά το θερμός στο σκαλί μπροστά στην είσοδο. Ανοί-γει τα ρολά, μετά την πόρτα κι ακουμπά το θερμός δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Κοιτάζει τις δύο πλευρές στις βιτρίνες. Σε κάθε πλευρά της έχει κολλήσει από δυο σελίδες Α4. «Ανταλ-λάσσω παλιά βιβλία και παραμύθια.» «Παραδίδονται ιδιαίτερα μαθήματα από φιλόλογο.»

Κάθεται, βάζει καφέ και κοιτάζει απέναντι, έξω από την γυάλινη βιτρίνα. Στο προαύλιο του σχολείου ξεχύνονται τσιριχτές φωνές, πολύχρωμα παιδικά ρούχα, παιδιά σ’ όλα τα μεγέθη. Κεφαλάκια μελαχρινά, ξανθά, καστανά χοροπηδούν τρέχουν φωνάζουν γελούν από την μια άκρη στην άλλη. Για λίγο τον κρατούν μακριά από στενάχωρες σκέψεις.

Τα ράφια του είναι γεμάτα από ανταλλαγές. Μαθήματα δεν έχει βρει ακόμα. Τακτοποιεί τα παραμύθια της ανταλλαγής, όλα μαζί. Μερικά είναι σε πολύ καλή κατάσταση. Σαν να μην τα είχε αγγίξει καθόλου χέρι. Μερικά άλλα έχουν κάποια τραύματα. Τα επουλώνει άλλοτε με λίγο σελοτέιπ, άλλοτε με τη γόμα. Καθώς τα περιποιείται, τους ρίχνει κλεφτές ματιές και χαμογελά στις αναμνήσεις που ξεπηδούν απ’ τις σελίδες και τις εικόνες τους. Την αγάπη για τα βιβλία την κληρονόμησε απ’ τον παππού και τη γιαγιά του. Δάσκαλοι κι οι δυο τους. Έχει μάθει από μικρός όλους του μύθους του Αισώπου.

Την προσοχή του τραβά ένας θόρυβος πάνω απ’ το κεφάλι του. Σαρώνει με μια γρήγορη ματιά το επάνω ράφι. Εντοπίζει ξαπλωμένο ένα χοντρό βιβλίο που δεν βρήκε συντροφιά και κουράστηκε να στέκεται όρθιο. Το πιάνει και το κατεβάζει. Είναι σε άψογη κατάσταση. Χαμογελά. Το ξέρει αυτό το βιβλίο. Το είχε στην βιβλιοθήκη του. Σηκώνει τα μάτια ψηλά ψάχνοντας στον χρόνο που πέρασε, εικόνες κι αναμνήσεις. Η μνήμη του δεν τον βοηθά. Δε θυμάται. Προσγειώνει τα μάτια στο εξώφυλλο του άτακτου και κουρασμένου βιβλίου. «Χωρίς οικογένεια - Έκτορος Μαλό» Εκδόσεις Αστήρ, 1961.

Χαμογελά. Ξανασηκώνει τα μάτια ψηλά. Κοιτάζει ερευνητικά το κενό. Εκδόθηκε δέκα χρόνια πριν γεννηθεί. Προσπαθεί να θυμηθεί πότε είχε εκδοθεί το δικό του. Δε θυμάται.

Μπορεί να ήταν την ίδια εποχή. Να το είχαν αγοράσει οι παππούδες του πριν γεννηθεί. Πιάνει το θερμός και βάζει καφέ στο φλυτζάνι του. Μετά ανοίγει το βιβλίο στις πρώτες σελίδες. Δεν έχει αφιέρωση. Περίεργο, σκέφτεται, συνήθιζαν να γράφουν αφιερώσεις εκείνα τα χρόνια. Γυρίζει μία μία τις σελίδες. Μερικές είναι ακόμα άκοπες. Πιάνει έναν χαρτοκόπτη, τις ανοίγει με προσοχή και συνεχίζει. Σηκώνει τα μάτια ξανά στο κενό και προσπαθεί να γυρίσει πίσω τον χρόνο για να θυμηθεί ποιος ή ποιά του το έχει φέρει γι’ ανταλλαγή. Πάλι δε θυμάται. Ήταν μαζί με κάτι άλλα βιβλία.

Ελπίζοντας να θυμηθεί, να ξεχωρίσει το πρόσωπο που το έ-χει φέρει, βουτά ξανά με περιέργεια στην κάθε σελίδα που γυρίζει. Προς το τέλος, πέφτει ξανά σε μια περιοχή μ’ άκοπες σελίδες. Τις ανοίγει. Από μέσα πετάγεται και πέφτει κάτω ένα λευκός φάκελος με μπλε περίγραμμα, «αεροπορικός», σαν αυτούς που χρησιμοποιούσαν παλιά για την αλληλογραφία. Είναι κλειστός. Ακουμπά μπροστά του το βιβλίο. Τοποθετεί τον χαρτοκόπτη ανάμεσα στις σελίδες που πριν λίγο διαχώρισε. Αυτές μένουν ακίνητες. Σχίζει την άκρη του φακέλου και βγάζει από μέσα μια μικρή σελίδα γεμάτη λέξεις. Είναι χειρόγραφη. Σπρώχνει με το δάκτυλο του κοντά στα μάτια τα γυαλιά του. Θέλει να τη διαβάσει αλλά διστάζει για λίγο. Το γράμμα αυτό δεν απευθύνεται στον ίδιο. Αλλά αφού τ’ αγόρασε, βιβλίο και γράμμα του ανήκουν.

Παρ’ όλα αυτά ρίχνει μια ένοχη ματιά τριγύρω πριν ξεκινή-σει το διάβασμα.

«Καλό μου παιδί, όταν φθάσεις εις αυτό το σημείο θα έχεις σχεδόν διαβάσει όλο το βιβλίο και τότε να έρθεις να μιλήσουμε για πολλά πράγματα. Πριν καιρό όταν το διάβασα σκεπτόμουν διαρκώς εσένα παιδί μου. Τ’ όνομα σου ερχόταν εις το μυαλό και εις τα χείλη μου. Θα το καταλάβει αυτό το παιδί; Θ’ αρέσει αυτό στο παιδί; Πάντα τ’ όνομά σου σκεπτόμουν. Δεν ξέρω παιδί μου αν θα καταλάβεις αυτό το βιβλίο το οποίο γράφτηκε από κάποιον που σου μοιάζει. Δεν ξέρω ποιά θα είναι η τύχη σου, η δική μου, αλλά και αυτού του βιβλίου. Ο συγγραφέας το έγραψε σκεπτόμενος την κόρη του, εγώ διαβάζοντάς το εσένα...»

Σηκώνει τα μάτια από την επιστολή ρίχνει μια γρήγορη ματιά έξω στον δρόμο, παίρνει μια βαθειά ανάσα και σκύβει ξανά πάνω της με περισσότερη τρυφερότητα.

«Η ζωή παιδί μου είναι γεμάτη εκπλήξεις. Μοιάζουν με μικρά δωράκια, ωσάν κουτάκια τα οποία πετούν επάνω από την κεφαλή μας κι αναμένουν να κάνουμε ένα μικρό άλμα κάθε φορά και να τα φθάσουμε. Δικά μας είναι όλα. Να τ’ αρπάξουμε ένα ένα, να τ’ ανοίξουμε και να βρούμε μέσα απαντήσεις εις τις απορίες και τα προβλήματά μας. Αν ένα απ’ αυτά είναι άδειο, δεν πειράζει. Έχεις κάνει ήδη ένα άλμα. Κάνε και το επόμενο. Ίσως εις το προηγούμενο, να μην ήσουν έτοιμος παιδί μου να βρεις το κουτάκι κι ό,τι αυτό περιέχει. Κράτησε αυτό το βιβλίο μαζί σου και διάβαζέ το έως ότου το καταλάβεις παιδί μου.

Καλή χρονιά και καλή πρόοδο εις τας σπουδές σου και εις τη ζωή σου.

Με αγάπη η νόνα σου, Χριστούγεννα 1962»

Σηκώνει τα μάτια του στο κενό και παίρνει μια βαθειά ανά-σα. Το βιβλίο έχει μείνει αδιάβαστο. Αν κρίνει απ’ το γεγονός ότι οι σελίδες ήταν άκοπες, ο φάκελος κλειστός, το βιβλίο είναι αδιάβαστο. Το παιδί χωρίς όνομα δε διάβασε ποτέ του αυτά τα λόγια της γιαγιάς. Η περιέργεια κι η ταραχή αρχίζουν να του προκαλούν σκοτοδίνη. Έδωσε το βιβλίο η γιαγιά στο παιδί ή δεν το έδωσε. Ίσως κάποιος κληρονόμος το έφερε στο βιβλιοπωλείο. Ίσως το ίδιο το παιδί, ενήλικας πλέον. Ίσως η γιαγιά να μην του είχε δώσει ποτέ το βιβλίο. Για ποιο λόγο όμως; Ίσως πάλι να το έδωσε αλλά για κάποιον λόγο το παιδί αυτό να μην το διάβασε. Ποιος να ήταν αυτός ο λόγος; Ένα μυστήριο.

Σηκώνει τα μάτια στο κενό αλλά αυτή την φορά ψάχνει να δει που πετούν τα δικά του δώρα, τα κουτάκια με τις λύσεις στις απορίες και τα προβλήματα του. Έμεινε ακίνητος για πολύ ώρα. Η είσοδος μιας γυναίκας στο βιβλιοπωλείο, τον φέρνει απότομα στην πραγματικότητα.

Ακουμπά το γράμμα επάνω στις σελίδες που το έκρυβαν όλα αυτά τα χρόνια και το κλείνει. Η κυρία τον ρωτά «τι βιβλίο μπορεί κανείς να αγοράσει για ένα παιδί του δημοτικού...»

«Τα πάντα, της απαντά, πριν καν εκείνη τελειώσει την ερώ-τησή της. Αρκεί να το διαβάσει και να μην το αφήσει κλειστό και ξεχασμένο στην βιβλιοθήκη του. Έχει μεγάλη σημασία, ό,τι του χαρίσετε να το διαβάσει.

Η γυναίκα πληρώνει και βγαίνει απ’ το βιβλιοπωλείο. Κλεί-νει πίσω της την πόρτα εμφανώς ευχαριστημένη.

Αυτός αρχίζει να κατεβάζει ένα ένα τα βιβλία και συνεχίζει να τ’ ανοίγει, σελίδα τη σελίδα, ψάχνοντας τη συνέχεια και τη λύση του μυστηρίου που πριν λίγο είχε ανακαλύψει στο ξεχα-σμένο γράμμα.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.