διηγήματα ασκούμενων Μπούλοκ Τζάβρα Έμυ Ενός λεπτού Λεοντόκαρδος

Ενός λεπτού Λεοντόκαρδος

Ήταν κατά το ήμισυ σεβασμός και κατά το ήμισυ φόβος. Μια σχέση ισοβαρής. Ο ένας υπέμενε, ο άλλος παίδευε. Και οι δύο συνεπείς.

Μια κρεβατομουρμούρα ρυθμισμένη με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, άρπαζε τον Λεό κάθε νύχτα από τον πιο βαθύ ύπνο και τον τίναζε ανελέητα σε μια απόκοσμη πραγματικότητα. Μέχρι να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε πανικόβλητος, κοίταζε γύρω του με σαστιμάρα. Ο άλλος, ατάραχος άρχιζε τις φωνές και τον εξάψαλμο δίχως σεβασμό για την κούραση της καθημερινότητας που ’σερνε αυτός, και δίχως να υπολογίζει την αϋπνία στην οποία τον είχε καταδικάσει κάθε βράδυ. Έκανε τη δουλειά της φύσης του με εξαιρετικό ζήλο.

Ήταν ένας κόκορας πελώριος. Θεωρούσε πως τα μέγιστα γεγονότα έπρεπε να είναι θορυβώδη και σαν τέτοια τα αντιμε-τώπιζε. Ένας έναστρος ουρανός, μια αστραπή που ’σχιζε τη νύχτα, το μακρινό κορνάρισμα ενός αμαξιού, όλα ορόσημα στην συνέχεια του καθήκοντός.

Ο Λεό είχε προσπαθήσει με μια πρώτη απόπειρα να τον επιπλήξει. Πλησιάζοντας, έριξε στον άρχοντα του κοτετσιού ένα εξάψαλμο συνοδευόμενο από μια χούφτα χαλίκια. Μάταια. Ο άλλος έκανε μια κυκλική κίνηση, κούνησε το γιγάντιο κεφάλι του εμπρός πίσω σαν να τον περιέπαιζε κι άφησε το δυνατότερο κακάρισμα που μπορούσε να παραχθεί από το λαρύγγι του.

Αυτή η υπεροψία δαιμόνισε το Λεό. Πήδηξε το συρματό-πλεγμα και βρέθηκε μέσα στην επικράτεια του άλλου. Όρμησε πάνω στον αντίπαλό του με αποφασιστικότητα. Δεν πήγαινε γυρεύοντας, η κατάσταση όμως ήταν εκτός ελέγχου, και δεν υπήρχε πλέον περιθώριο ανοχής.

Ο κόκορας ζαλισμένος από τον κίνδυνο άρχισε να φτεροκοπά και να κακαρίζει αλλοπαρμένος σαν να ’ταν τα χέρια του άλλου ήδη γύρω από το λαιμό του. Ο Λεό οπισθοχώρησε εμπρός σ’ αυτό τον παροξυσμό, σαστισμένος, κάνοντας έτσι το λάθος να αφήσει χώρο στον αντίπαλό. Εκείνος αναγνωρίζοντας το ως δειλία, εφόρμησε, κατατρυπώντας το πρόσωπο του Λεό με δεκάδες ραμφίσματα. Στα μάτια, στη μύτη όπου προλάβαινε. Ο Λεό ούρλιαξε από τον πόνο και αιφνιδιασμένος από αυτή την κατά μέτωπο επίθεση, τράπηκε εις άτακτο φυγήν, σκαρφαλώνοντας κακήν κακώς το συρματόπλεγμα.

Στο μυαλό του γαντζώθηκε η εμμονή της εκδίκησης. Το δαιμονικό πτηνό έπρεπε να σιωπήσει. Έστεκε κρυμμένος και παραμόνευε τις κινήσεις του. Μελετούσε τις συνήθειές του. Δεν τολμούσε να τον πλησιάσει. Εκτός από το κολοσσιαίο, ασυνήθιστο για πετεινό μέγεθος, το πλάσμα αυτό ήταν ανεξέλεγκτο. Ήδη κινδύνεψε να χάσει το μάτι του.

Ο άλλος, αγέρωχος, σαν να διαισθανόταν το πλήγμα που ’χε καταφέρει στην ανθρώπινη αποφασιστικότητα, δυνάμωσε την ένταση της φωνής του, φτάνοντάς στη μέση της νύχτας, πάνω στην κορύφωση του ύπνου του Λεό, σε τέτοια μνημειώδη άλτο που ήταν απορίας άξιο πως δεν έφραζε τελείως ο λάρυγγας του.

Όταν ο Λεό περνούσε έξω από το κοτέτσι εσκεμμένα για να ζυγιστεί μαζί του, ο κόκορας του έριχνε ματιές με εκείνο το πλαϊνό ύπουλο βλέμμα του κάτι που τον ανατρίχιαζε. Ήταν πεπεισμένος πως το πλάσμα αυτό είχε πλήρη συνείδηση της κατάστασης στην οποία είχε φέρει τα νεύρα του. Ο ίδιος από την άλλη αμφέβαλε για το αν έστεκε καλά στα μυαλά του, αφού είχε ανοίξει παρτίδες με ένα κόκορα και αφού είχε επιτρέψει σε ένα πτηνό τραμπούκο, να μετρηθεί μαζί του και μάλιστα με πλεονέκτημα.

Η ιδέα της αντιμετώπισης του κόκορα έγινε εμμονή στο Λεό. Αποσπούσε το χρόνο του από πράγματα σοβαρά για να σκεφτεί την επόμενη κίνηση. Έπρεπε να ξεγελάσει τον αντίπαλο. Όσο μώραινε ο Λεό με την όλη υπόθεση, τόσο γιγάντωνε το θράσος του κόκορα. Δεν αρκούταν πλέον στα νυχτερινά κακαρίσματα αλλά είχε απλώσει τη δραστηριότητά του σε όλο το εικοσιτετράωρο, διακυβεύοντας έτσι και την φυσική νομοτέλεια.

Θα δοκίμαζε πρώτα να τον καλοπιάσει. Πήγε κι αγόρασε καλαμπόκι άριστης ποιότητας, όχι μεταλλαγμένο κι οξύνει το πρόβλημα, κι άρχισε να σχεδιάσει την στρατηγική προσέγγισης. Έβαλε κάτω τα δεδομένα και με σκέψη, ορθολογική, έκανε μια προσπάθεια να εξετάσει την ανορθόδοξη κατάσταση. Έβλεπε το οξύμωρο. Ωστόσο ο κόκορας με τα καμώματά του έλεγχε το νου του κι η τελική αντιπαράθεση ήταν μονόδρομος. Όφειλε να δώσει στο πτηνό να καταλάβει πως απαιτούσε σεβασμό και νυχτερινό ύπνο αδιάσπαστο.
Αν κατάφερνε να ξεπεράσει το σκόπελο του πανικού για το δολοφονικό ράμφος, θα στεκόταν ενώπιος ενωπίω. Δεν θα σάλευε μέχρι το άθλιο πλάσμα να κατανοήσει πως ο κόσμος δεν του ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα. Πως αν δεν ήθελε να τον εξωθήσει στα άκρα, καλά θα ’κανε να συμμορφωθεί. Υπήρχαν κι άλλες μέθοδοι πειθούς που σίγουρα δεν θα ’θελε να τις δοκιμάσει στο λειρί του.

Με την απόφαση ειλημμένη και το καλαμπόκι στη χούφτα έφτασε μπροστά στο κοτέτσι. Πήρε βαθειά ανάσα και μπήκε. Ο κόκορας δεν φαινόταν πουθενά. Οι κότες αλώνιζαν, ραμφίζοντας αέναα το χώμα. Είχε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Θα τον έπιανε εξ απροόπτου αυτό το μικρό αλαζόνα. Δεν ήθελε ηρωισμό το εγχείρημα, απλά έπρεπε να φανεί ηρωικότερος του εαυτού του για ένα λεπτό. Το διάστημα που έκρινε αρκετό για μια σιωπηλή αντιπαράθεση με το τέρας. Δεν θα σάλευε ότι κι αν έκανε ο αντίπαλος.

Και τότε τον άκουσε. Με στριγκά κακαρίσματα, φτεροκο-πώντας δαιμονισμένα, σαν να τον ξέβρασε η κόλαση, ήρθε ορμώντας κατά πάνω στο Λεό. Αυτός, παρά τον πειρασμό να το βάλει στα πόδια, στυλώθηκε και τέντωσε το χέρι του προς το πτηνό σαν να του έφραζε την επέλαση. Ο κόκορας ξαφνιασμένος από τη θαρραλέα αψηφισιά του ανθρώπου, έκοψε ταχύτητα και ελάττωσε τις στριγκλιές. Ένα δυο ασθενικά κακαρίσματα ακόμα και στάθηκε απέναντι από το Λεό μελετώντας τον με το πλευρικό του μάτι. Ο Λεό κράτησε την ανάσα του. Η στιγμή της αλήθειας. Ή θα υποχωρούσε ή θα δάμαζε τον πετεινό.

Έμειναν έτσι για ένα λεπτό, όση η διορία του Λεό.

Κοιτάχτηκαν. Μετρήθηκαν. Συνεννοήθηκαν.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.