διηγήματα ασκούμενων Μπούλοκ Τζάβρα Έμυ Από το παράθυρο βγαλμένα

Από το παράθυρο βγαλμένα

Έχει το κρεβάτι της δίπλα στο παράθυρο, σε τόση απόσταση ώστε να την βλέπεις όπως είναι ξαπλωμένη και να την απολαμβάνεις. Φαίνεται το κορμί της από την μέση και κάτω. Απλώνει τα πόδια της μισάνοιχτα και το νυχτικό της τραβιέται ψηλά. Είναι σαν πίνακας έτσι που την πλαισιώνουν τα κουφώματα του παραθύρου. Μόνο που είναι σαν πίνακας γκροτέσκο.

Διότι πρόκειται για γεροντοκόρη, ογδόντα πατημένα, ανέ-ραστη πλην όμως καιόμενη ως βάτος, ενθυμούμενη κάθε από-γευμα όπως και σήμερα στις πέντε, τα άνυδρα νιάτα της. Κι εμείς οι περίοικοι, τρεπόμαστε σε άτακτη φυγή. Το παράθυρό μας γίνεται η είσοδος στην οδό της απώλειας αφού μια ματιά να ρίξει κανείς σ’ αυτό το θέαμα, και θα απολέσει δια βίου κάθε όρεξη για επαφή με το αντίθετο ή με το ίδιο φύλλο.

Κι αφού κρίνει πως αρκετά μας έθελξε με τα κάλλη του κορ-μιού της και πως εμείς οι θνητοί δεν είμαστε άξιοι για περισσό-τερη τέτοια εύνοια, προβάλει το σταφιδιασμένο της πρόσωπο στο παραθύρι και μας χαρίζει το μοναδικό της βλέμμα. Και είναι μοναδικό γιατί η λαγνεία του προέρχεται μόνο από το ένα. Η γειτόνισσα έχει την τάση πάντα αυτή την ώρα, να κρατά το ένα μάτι σφραγισμένο καθώς κοιτά τον κόσμο έξω, μιας και το δωμάτιο είναι δυτικό κι εκείνη την ώρα ο ήλιος είναι ντάλα στο φόρτε του.

Σε καρφώνει λοιπόν με αυτό το ένα και σε κρατά εγκλωβι-σμένο εκεί μαγνητίζοντάς σε πολλά υποσχόμενη. Το περίεργο είναι πως κοιτά ορεγόμενη τους πάντες ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλλου, ή είδους, γεγονός που καθιστά αμφισβητήσιμη την υγεία της οράσεως της. Μάλλον διακρίνει μόνο περιγράμματα, διότι τον ίδιο ζήλο επιδεικνύει για άνδρες, γυναίκες, μικρούς, μεγάλους, κατοικίδια και πτηνά του ουρανού.

Ακριβώς στο μπαλκόνι αριστερά της πανώριας κόρης, βρί-σκεται ένας σταθμός εκπομπής ψυχαγωγικού θεάματος αλλο-δαπής προέλευσης. Θα αναρωτηθεί κανείς είναι δυνατόν να εδρεύει τηλεοπτικός σταθμός σε δυάρι συνοικιακό; Κι όμως είναι. Διότι σε ένα χώρο που δεν ξεπερνά τα δύο τετραγωνικά μέτρα, όπως είναι το μπαλκόνι απέναντι, βρίσκονται τοποθετημένες έξι δορυφορικές κεραίες τύπου ιπτάμενου δίσκου και λαμβάνουν προγράμματα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα αναμεταδίδοντάς τα σε όλα τα περιβάλλοντα διαμερίσματα έναντι πινακίου φακής.

Και επειδή τα έξοδα συντήρησης τηλεοπτικών σταθμών είναι υπέρογκα όπως γνωρίζει κι ο πλέον ανίδεος, γυρίζονται στο εν λόγω διαμέρισμα και ταινίες εκπαιδευτικού περιεχομένου. Ας μην φανταστεί βέβαια κάποιος πως ένας αντίστοιχος ρώσο-πολωνό-βούλγαρος Νίκος Πιλάβιος εισάγει τα μικρά παιδιά στην οδό της γνώσης και του παραμυθιού. Μάλλον οι ταινίες απευθύνονται σε μεγαλύτερα παιδιά, άνω των δεκαοκτώ δηλαδή. Μα στο κάτω κάτω αν το δούμε αντικειμενικά το πράγμα, επιτελούν παρόμοιο έργο. Εξάρουν φαντασία. Μόνο που πρωταγωνίστριες είναι δίμετρες ανατολικής προέλευσης καλλονές που στα διαλείμματα των γυρισμάτων, βγαίνουν να καπνίσουν τσιγάρο στο μπαλκονάκι, με προπέτασμα τις κεραίες, άνευ φύλλου συκής.

Κι εδώ έγκειται το δίλλημα. Διακινδυνεύει να βγει κάποιος στο παράθυρό του όταν για να θαυμάσει τις Σειρήνες αυτές, τον περιμένει η Χάρυβδη γεροντοκόρη; «Διακινδυνεύει» απαντούν ομόφωνα οι περίοικοι και ορμούν στα παράθυρα την ίδια ώρα όλοι για να ρεμβάσουν την θέα στην οδό Σπετσών που πλην των άλλων προσφέρει και το εξαιρετικό θέαμα ενός δρόμου σφύζοντος από παλιούς σομιέδες, σακούλες απορριμμάτων και ακαθαρσίες σκύλων. Και τέτοια κοσμοσυρροή έχουν να δουν τα μπαλκόνια μας από τις ημέρες των ένδοξων παρελάσεων της μαθητιώσας νεολαίας όταν η προσέλευση επιβάλλεται για λόγους εθνικής ανάτασης.

Για άλλους, είναι η ώρα της ραστώνης. Των νυχτόβιων εν-νοείται. Μπαρμπουτιέρηδων, κουμκανατζήδων, ποκαδόρων και όλων των «-ήδων» και «-όρων» που αρχίζουν «υπηρεσία» στην απέναντι λέσχη μετά τις έντεκα το βράδυ. Τόσο νωρίς, κάθονται νωχελικά χυμένοι στις πλαστικές καρέκλες απ’ έξω από τον καφενέ – λέσχη, με τα μάτια πρησμένα από τις συνεχείς ολονυχτίες και τα δάχτυλα κίτρινα από τη νικοτίνη. Έχουν μόλις ξυπνήσει για πρωί κι ας είναι ήδη απόγευμα και πίνουν τον πρώτο καφέ της μέρας πριν οργανωθούν για τον μεγάλο εσπερινό τους. Θα μείνουν εκεί καρφωμένοι μέχρι να έρθει η ιδιοκτήτρια με το αβυσσαλέο στήθος που σαν κάνει την εμφάνισή της, σηκώνονται και την ακολουθούν μέσα στη λέσχη σαν λόχος υπνωτισμένων αναστενάρηδων.

Μόλις ακούστηκε κι η ηχητική επένδυση του απογεύματος. Δύο περιπολικά της αστυνομίας με τις σειρήνες τους αναμμένες στο μέγιστο, κόβουν βόλτες γύρω από το τετράγωνο κυνηγώντας κάτι άμοιρους αλλοδαπούς που έχουν κρεμάσει πάνω τους όλα τα χαϊμαλιά της κινεζικής παραγωγής, από πλαστικούς παπαγάλους που τιτιβίζουν έως γούνινα καλύμματα για τα τιμόνια των αυτοκινήτων. Και μιας και πρέπει να τρέξουν και να ελιχθούν ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα σκουπίδια που είναι βουνό στα πεζοδρόμια, ένεκα της απεργίας, έχουν φορέσει τις γούνινες αυτές ροδέλες κολάρο στο λαιμό τους και μοιάζουν σαν να φοράνε αυχενικά περιλαίμια. Τους δυσκολεύουν να γυρίσουν δεξιά κι αριστερά το κεφάλι, με αποτέλεσμα, λόγω περιορισμένου οπτικού πεδίου, να πηγαίνουν γραμμή στα περιπολικά που καραδοκούν στην επόμενη γωνία και τους τσι-μπούν εν μέσω διαμαρτυριών, χειροκροτημάτων και ποικίλων άλλων αντιδράσεων.

Η δίμετρη ουκρανή πίσω από την κεραία στο μπαλκονάκι, σκύβει να δει τη φασαρία. Το πόδι της όσο το ύψος εννιάχρονου παιδιού προβάλει από το κάγκελο και μας ελεεί με το σφρίγος του. Ένα «α!» παρατεταμένο ακούγεται. Η γεροντοκόρη γυρίζει το κεφάλι και ψάχνει την αιτία που προκάλεσε το επιφώνημα. Βλέπει και μαραγκιάζει. Σφραγίζει και το άλλο μάτι, το λάγνο. Πριν αποσυρθεί, ανοίγει και τα δύο μάτια.
Φαίνονται απελπισμένα.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.