Μια φυσική καταστροφή

Αργά τις νύχτες ανοίγει τη σκοροφαγωμένη πόρτα, χαϊδεύει το σκύλο που τρέχει στα πόδια του προσδοκώντας μερίδιο στην έξοδο, ανασηκώνει το σκοινί που κρατά κλειστή την πόρτα της αυλής και παίρνει τους δρόμους. Αφήνει πίσω του το χωριό να κοιμάται, προσέχοντας τα βήματά του μην το ξυπνήσουν. Ούτε τα σκυλιά απ’ τις αυλές των γύρω σπιτιών δεν αντιδρούν στο πέρασμά του.

Κανείς δεν γνωρίζει που πηγαίνει. Ούτε τι κάνει. Λες και ε-ξαφανίζεται μετά τη στροφή που το χωριό βαφτίζεται. Στην έξοδο του χωριού, ο δρόμος κάνει μια μεγάλη καμπύλη, όπως η Ιστορία όταν αλλάζει σελίδα και οι άνθρωποι πατρίδα. Μια πινακίδα σ’ εκείνο το σημείο καλωσορίζει τον επισκέπτη του χωριού με τ’ όνομα Beloiannisz.

Το σκοτάδι της νύχτας, συναγωνίζεται το σκότος του μυ-στηρίου του. Μόνο ο ταχυδρόμος εικάζει με μια αναλογία φα-ντασίας και λογικής. Παραλαμβάνει τα γράμματά του κάθε πρωί, την ώρα που αυτός επιστρέφει. Ο παραλήπτης είναι ανέ-στιος, αλλά ο ίδιος επιμένει. Σε άλλη στιγμή, όλα αυτά θα ήταν ένα ηδονικό θέμα συζήτησης, αλλά τώρα η σκέψη όλων βρίσκεται αλλού.

Η στάθμη του Δούναβη έχει ανέβει σε επίπεδα συναγερμού, όπως εκείνη την άνοιξη πριν χρόνια. Τότε ο ποταμός ξεχείλισε, παρασέρνοντας σ’ ένα βαλς πνιγμού τις γύρω περιοχές. Το χωριό είναι παραδουνάβιο και τα συνεργεία εργάζονται νυχθημερόν για να συντηρούν τ’ αναχώματα. Οι κάτοικοι έχουν παρατήσει σπίτια και δουλειές, προκειμένου να βοηθήσουν. Ο φόβος της υπερχείλισης και η υπόκωφη βουή του ανέμου, κρατούν την ανάσα όλων. Ο ουρανός μια γκρι αντανάκλαση κάνει την επιφάνεια του Δούναβη υδάτινο φέρετρο. Τα χρώματα δείχνουν εξαφανισμένα. Απέμεινε μόνο το γκρίζο και το βουητό του ανέμου. Ένα βουητό που τρυπώνει παντού, απειλώντας και τον πιο δυνατό νου. Η κυκλοφορία στους δρόμους απαγορεύτηκε.

Η σκοροφαγωμένη πόρτα ανοίγει και πάλι. Ο σκύλος αυτή τη φορά παραμένει ακίνητος. Αλυχτά. Το χωριό αγρυπνά, περιμένοντας αυτό που έρχεται. Κανείς δεν δίνει σημασία σ’ αυτόν που φεύγει. Οι ιαχές του ανέμου δυναμώνουν. Σκεπάζουν φωνές, κραυγές. Μια μαύρη δίνη στον ουρανό, πιο μαύρη απ το μαύρο της νύχτας. Πιο μαύρη και απ το σκοτάδι του σαλεμένου νου του. Το χωριό τρίζει. Τα τζάμια σωριάζονται με τον ανατριχιαστικό τους ήχο. Οι στέγες των σπιτιών σηκώνονται. Τσακίζουν σαν ζελατίνες περιτυλίγματος. Προσκρούουν με δύναμη στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων και κρέμονται σαν ανθρώπινα απαγχονισμένα κουφάρια. Τα δέντρα σωριάζονται. Οι κορμοί τους ξεσκίζονται. Ο άνεμος πριονίζει. Η πέτρινη βιβλιοθήκη γίνεται μια ανοιχτή χοάνη βιβλίων. Οι δρόμοι θάβονται με ό,τι έτυχε να τους διαβαίνει. Ο άνεμος τώρα αλλάζει κατεύθυν-ση, περνά απ τη μεγάλη στροφή του χωριού και κινείται προς τ’ αναχώματα. Η μανιασμένη βροχή συμπληρώνει το θρίλερ. Ξεχειλίζει το Δούναβη, κόβοντας το αίμα. Άσπρα πρόσωπα στη μαύρη νύχτα. Το γκρίζο της μέρας που ξημερώνει μόλις φτιάχτηκε. Η κόλαση αποκτά τοπωνύμιο. Οι σειρήνες των σωστικών συνεργείων ουρλιάζουν. Το χωριό στο φως της μέρας μοιάζει με ποταμόπλοιο σε θολό ποτάμι. Οι διασώστες με σύγχρονους χρυσοθήρες. Ό,τι ξεθάβουν απλώνει σιωπή. Παντού κορδέλες κόκκινες.

-Εδώ είμαι! Βγες! Δεν υπάρχει κανείς! Έφυγαν! Άκου που σφυρίζουν! Που είσαι; Έφυγαν! Σφυρίζουν! Δεν τ’ ακούς; Έφυ-γαν! Βγες!

Περπατάει με δυσκολία. Τα πόδια του βουλιάζουν στη λά-σπη.

-Πού είσαι; Όχι στα τρένα! Βγες!

Τα πόδια του βουλιάζουν όλο και πιο πολύ. Η βροχή τον χαράζει. Ο άνεμος τον τραβάει απ’ τα μαλλιά. Του σχίζει τα ρούχα. Του παίρνει τα γράμματα.

-Σε βλέπω! Ναι! Σε βλέπω! Εκεί!

-Πιάσε!

Η δίνη τον κυκλώνει. Τον καταπίνει με το κλαδί στο χέρι. Σπάζουν με την ίδια ευκολία.

Τα σκυλιά μυρίζουν το χώμα. Σταματούν. Περιμένουν οδη-γίες. Ξεκινούν πάλι. Σκάβουν με προσοχή. Ξεθάβουν. Ένα αρι-στερό χέρι. Ανδρικό. Ξεριζωμένο απ’ το υπόλοιπο σώμα. Τίποτε άλλο. Οι διασώστες το μαζεύουν σε μια σακούλα. Τις περισσότερες φορές η φρίκη έχει το σχήμα της.

Όσοι μπορούν, ψάχνουν να το συμπληρώσουν. Λίγοι.

Όσοι μπορούν, ψάχνουν να βρουν απαντήσεις. Κανείς.

Ο άνεμος συνεχίζει σαν μοιρολόι. Αυτοί οι άνθρωποι πουθενά δεν ριζώνουν. Τους παίρνουν πότε τα τρένα και πότε ο άνεμος. Στο ένα τρένο η μάνα, στο άλλο το παιδί της. Αλλού οι άνδρες, αλλού οι γυναίκες. Ένα τρένο για τη Ρουμανία. Ένα για τη Γιουγκοσλαβία. Ένα για την Ουγγαρία. Οικογένειες που ξέμειναν στις ράγες.

Έτσι φτιάχτηκε το χωριό. Απ’ το τρένο για την Ουγγαρία.

© 2022 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.