Ξένος άνδρας στην πόλη

Το φως του ήλιου καρφώθηκε στα μάτια μου. Χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Στα σκοτάδια. Σαν τον ασβό. «Κρύψου» σκέφτηκα κι έσφιξα με δύναμη τα δόντια μου. Σταμάτησαν να χτυπούν. Έπιασα τα γόνατά μου με τα δυο χέρια και τα έφτασα μέχρι το κεφάλι. Κουνιόμουνα μπρος πίσω κι ένιωθα ένα ένα σπόνδυλο να τρυπάει το πάτωμα. Ένα, δύο, τρία κάθε σπόνδυλος κι ένας χρόνος. Ο πόνος με συνέφερε. Τράβηξα την κουβέρτα και βγήκα από την κρυψώνα μου.

Έχω τόσα χρόνια σ’ αυτή τη χώρα κι όμως είναι μέρες που ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα. Όπως τις πρώτες μέρες. Τις παράνομες.

Από το διπλανό δωμάτιο ακούγονται φωνές. Χαρούμενες φωνές. Είναι οι καινούριοι. «Καλημέρα. Άντε τυχεροί είστε. Μόλις ήρθατε και βρήκατε σπίτι και δουλειά. Πάμε»

Βαδίζουν ένα βήμα πίσω μου, σχεδόν ο ένας πάνω στον άλ-λο. Έξι σώματα μια ελπίδα. Βλέμματα γαντζωμένα στην πλάτη μου. Σανίδα σωτηρίας.

Φτάνουμε στον περιφερειακό δρόμο. Το πεζοδρόμιο γεμάτο κόσμο. Φάτσες ίδιες. Του μετανάστη. Οι περισσότεροι γνωστοί από παλιά. Ήταν εδώ όταν πουλιόμουνα κι όταν αγόραζα. Εδώ και τώρα που πουλάω.

Πριν ακόμα ξημερώσει για τα καλά έγινε η αλλαγή βάρδιας στο πεζοδρόμιο. Οι πουτάνες βραδινές, οι μετανάστες πρωινοί. Καταφθάνουν και οι πρώτοι πελάτες. Χωρίς πολλές διαπραγματεύσεις, τα εργατικά χέρια φορτώνονται στις καρότσες. Σε λίγο φθάνει κι ο δικός μου.

«Καλημέρα. Τι μου έχεις σήμερα;»

«Καλημέρα αφεντικό. Να, αυτοί εντώ. Ντυνατοί και με όρεξη για πολλή ντουλειά»

«Θα το δούμε αυτό. Πόσα θες;»

«Γκια σένα είκοσ’ πέντε το κεφάλι. Σαράντα πλερώνουν άλ-λοι για μισή μέρα». Ξέρω τι τσιγκούνης είναι αλλά δεν θα τους πουλήσω και τζάμπα. Στο κάτω κάτω θα δουλεύουν μέχρι το βράδυ. «Και φαί λίγκο. Ντεν τέλουν πολύ. Είναι ματημένοι.»

«Πάρε είκοσι και τ’ άλλα το βράδυ που θα σου τους φέρω. Και πολλά είναι»

Είναι έξι, θα δουλέψουν για δώδεκα κι αυτός θα πληρώσει για τρείς. Σφίγγω τις γροθιές μου και δεν μιλάω. Ξέρει πολύ κόσμο. Ότι χάνω απ αυτόν θα το κερδίσω από τις γνωριμίες του. Τον έχω ανάγκη ακόμα.

«Δεν ήθελε να σας πάρει» τους εξηγώ «αλλά τον κατάφερα, για σήμερα τουλάχιστο.

Τους φόρτωσα. Ήταν χαρούμενοι. Μέχρι να ξυπνήσουν κι αυτοί. Δέκα ευρώ τη μέρα ούτε στον ύπνο τους δεν τα έχουν δει. Τους φτάνουν και τους περισσεύουν. Ύπνος και δουλειά είναι η ζωή τους. Περισσότερα δεν χρειάζονται. Εγώ τον πρώτο καιρό την έβγαζα με πέντε ευρώ, κοιμόμουν κάτω από τις γέφυρες και ήμουν κι ευχαριστημένος. Αυτοί με σπίτι, δουλειά και λεφτά είναι στον παράδεισο.

Από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο. Έξω από το γραφείο αλ-λοδαπών η ουρά κυκλώνει το τετράγωνο. Φάτσες γνωστές, ίδιες. Φοβισμένες, θυμωμένες, απογοητευμένες. Πλησιάζω προς το τέλος της ουράς. Με περιτριγυρίζουν. Με το ένα χέρι μαζεύω τις αιτήσεις, με τ’ άλλο τα πεντάευρα. Ένα για μένα, ένα για τον υπάλληλο. Ένα μεροκάματο. Το δίνουν με προθυμία. Ξέρουν ότι αν δεν τους βοηθήσω θα χάσουν πολύ περισσότερα περιμένοντας στην ουρά.

Ανοίγω δρόμο ανάμεσα στον κόσμο που στριμώχνεται στις σκάλες. «Τρεις μέρες στην ουρά από πέντε το πρωί και τώρα που έφτασα εντώ λες τέλεις άλλο καρτί. Γκιατί ντεν το γκράψεις έξω». Οι φωνές ακούγονται μέχρι κάτω. «Ντεν φεύγκω. Κάτεσαι στο γκραφείο σου και ντεν σε νοιάζει που ντεν έκουμε φάμε».

Όταν έφτασα επάνω είχε βγει από το γραφείο του ο ανώτε-ρος υπάλληλος και προσπαθούσε να καθησυχάσει τον εξοργι-σμένο μετανάστη. Περίμενα λίγο παράμερα κι αφού έφυγε, πήγα προς το γραφείο του γνωστού μου. Χτυπάω την πόρτα, ανοίγω πριν ακούσω το «εμπρός» και βρίσκομαι μπροστά σε μια άγνωστη. «Παρακαλώ, πως μπορώ να σας βοηθήσω» μου χαμογελά. Κοίταξα πίσω να δω μήπως μπήκε και κανείς άλλος μαζί μου. Όχι, σε μένα το έλεγε. «Ντεν είναι γκραφείο κύριου Τόλη;». «Δεν είναι πια. Αλλά μπορώ εγώ να σας εξυπηρετήσω» συνεχίζει να μου χαμογελά. «Πότε έρτει κύριο Τόλη;» μ’ έφαγε η αγωνία. «Θα τον βρείτε στο επάνω όροφο γραφείο δύο τρία ένα. Έγινε προϊστάμενος» μου απαντά. «Ευκαριστώ, εσύ πολύ ευγκενική». Πρώτη φορά χαμογέλασα σ’ αυτό το γραφείο.

Η πόρτα του διακόσια τριάντα ένα γραφείου είναι ανοιχτή. Απ έξω περιμένει κόσμος. Τον ακούω που μιλάει σε κάποιον. Δυνατά, θυμωμένα. Ο άλλος δεν ακούγεται. «Θα είναι στις κα-κές του» ανησυχώ. Σηκώνομαι στις μύτες, με βλέπει και μου γνέφει «περίμενε». Κάθομαι στα σκαλιά και περιμένω. Είναι κάτι που έμαθα να το κάνω πολύ καλά. Έχει πάει μεσημέρι όταν βγαίνω από το κτίριο.

Τραβάω κατά το λιμάνι. Έχω μαζί μου τσιγάρα, ψωμί, νερό. Κάνω βόλτες ανάμεσα στις αποθήκες. Αποθήκες με μάτια. Το ξέρω ότι με παρακολουθούν μέσα από τις τρύπες. Τους κάνω νεύμα να βγουν έξω. Δειλά κάποιοι αρχίζουν να ξεπροβάλλουν.

Από κει πάω στο καφενείο. Όταν έχουμε πολύ «εμπόρευμα» το δανείζουμε σε άλλους. Μισή ταρίφα για τους δικούς μας. Τουλάχιστο δεν χάνουμε ολόκληρο το μερίδιο. Απ’ το τίποτα, καλό είναι και το λίγο.

Νύχτωσε. Επιστρέφω στον περιφερειακό να παραλάβω τους καινούριους. Κατεβαίνουν με δυσκολία. Δεν χαμογελούν.

«Αφεντικό μου έντωσες λιγότερα». «Δεν έχω πάνω μου άλ-λα. Θα τα βρούμε αύριο». Μετράω κι άλλα «αύριο» που πέρα-σαν και δεν τα «βρήκαμε» ακόμη. Κλείνω με δύναμη την πόρτα. «Συμβαίνει τίποτα;» με κοιτάζει άγρια. «Θα συμβεί μια και καλή» σκέφτομαι. «Κατά λάθος» του απαντώ.

Ο θυμός δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ. Στο διπλανό δωμάτιο κοιμούνται του καλού καιρού. Έπεσαν, όπως ήταν από τη δου-λειά και αμέσως άρχισαν να ροχαλίζουν. Τουλάχιστο δεν σκέ-φτονται. Τυχεροί.

Σηκώνομαι και πάω στον περιφερειακό. «Έχεις λεφτά;» μου γνέφει από μακριά. Της δείχνω ένα μάτσο. Πλησιάζει και μπαί-νει στ’ αυτοκίνητο. «Πόσα τέλεις;». «Πενήντα για σένα». « Πάρε είκοσ’ πέντε τώρα και τ’ άλλα στο τέλος».

Ανεβαίνω και κατεβαίνω στο σώμα της με την δύναμη του τσεκουριού. Δεν ακούω τις γκρίνιες της. «Θα σε σκίσω, μαλάκα» μουγκρίζω τελειώνοντας.

Γυρνάω στο σπίτι και πέφτω στο στρώμα σαν σακί. Εκεί α-νάμεσα στον ύπνο και στο ξύπνιο, όταν δεν είσαι βέβαιος αν είναι όνειρο ή αλήθεια, βλέπω την κοπέλα του γραφείου να μου χαμογελά.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.