διηγήματα ασκούμενων Σακκάς Κωνσταντίνος Θα με ζητωκραυγάσουν ξανά οι θεατές;

Θα με ζητωκραυγάσουν ξανά οι θεατές;

Πότε θα ανέβω ξανά τις σκάλες; Μου έλειψαν. Πάλι πρέπει να καλέσω το ασανσέρ. Πάλι τα ίδια. Ίδια μονότονη μέρα. Στο σπίτι να δω τηλεόραση, καθισμένος στην καρέκλα. Τρείς μήνες τώρα. Τα ίδια και τα ίδια. Αυτός ο γύψος μ’ έχει πεθάνει. Θέλω να τον σπάσω να ελευθερωθεί το πόδι μου. Μα πρέπει να τον ανεχτώ ακόμα έναν ολόκληρο μήνα.

Όλοι μου λένε, έφταιγε η κακιά η ώρα. Θα ξαναμπώ να παί-ξω στο γήπεδο. Θα με ζητωκραυγάσουν ξανά οι θεατές; Όπως τότε. Κάθε φορά που έβαζα γκολ ένιωθα βασιλιάς. Όλος ο κό-σμος ήταν δικός μου. Στο δρόμο όλοι με σταματούσαν. Μου ζητούσαν αυτόγραφο. Άλλους θα τους εκνεύριζε κάτι τέτοιο, εμένα μου άρεσε. Όποια γυναίκα ήθελα την είχα. Κάθε βράδυ στα κλαμπ. Με τα λεφτά αγοράζεις τα πάντα. Κάθε μέρα έβλε-πα τον εαυτό μου στα περίπτερα. Στα πρωτοσέλιδα. Όλοι στο δρόμο με κοιτάζανε. Έβγαινα στη τηλεόραση. Ήμουν μέσα στα σπίτια όλων. Πετούσα στα σύννεφα. Ζούσα ένα όνειρο.

Και ξαφνικά να’ σου ο άλλος από πίσω μου. Εκεί που ετοι-μαζόμουν να βάλω τη μπάλα στα δίχτυα, μου το τσάκισε το πόδι. Άκουσα το «κρακ» από μέσα. Πόνεσα λες και μου πριόνισαν το πόδι. Όλοι έπεσαν πάνω μου. Όλα σίγησαν. Όλα σκοτείνιασαν. Ήρθαν οι γιατροί. Γιατί θεέ μου; Γιατί σε μένα; Γιατί να βρεθώ εγώ εκεί; Αντί τελικά να βάλω το νικητήριο γκολ και να με αποθεώνουν άλλη μια φορά, βρέθηκα σακάτης. Να με λυπούνται. Οι ίδιοι. Τώρα αποθεώνουν μόνο τον Ανάστο. Αυτός βάζει τα γκολ. Αυτός πήρε τη δόξα.Εμένα με ξεχάσανε. Κιτρινισμένα είναι τα τελευταία φύλλα που έχουν τη φωτογραφία μου. Με πήγαν στο νοσοκομείο. Μου έκαναν εξετάσεις. Κρεμόμουν απ’ τα χείλη των γιατρών. Τι να έχω πάθει; Πότε θα με χειροκροτήσουν ξανά; Τριάντα πέντε χρονών είμαι. Ρήξη χιαστών μου είπαν. Έγινα κοινός θνητός.

Τώρα στο δρόμο με κοιτάνε με οίκτο και μου εύχονται τυπικά να επανέλθω γρήγορα στα γήπεδα. Αλλά θα είμαι όπως πριν; Θα ξαναπαίξω βασικός; Ακόμα κι αν παίξω, πώς θα παίζω; Μήπως με γιουχάρουν; Μήπως μου φάγανε ήδη τη θέση τα νεαρά ταλέντα; Σαν χθες μου φαίνεται η μέρα που έπαιξα πρώτη φορά σ’ επαγγελματική ομάδα. Δεκαεφτά χρονών. Ταλέντο. Όλο το μέλλον μπροστά μου. Θα με ξαναδώ στα πρωτοσέλιδα; Θα μου ζητήσουν ξανά αυτόγραφο; Πρέπει να προσέχω. Αν πέσω κάτω, ποιος θα με σηκώσει;

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.