διηγήματα ασκούμενων Σακκάς Κωνσταντίνος Πάντα κρατούσε το λόγο της

Πάντα κρατούσε το λόγο της

Διένυα τον τελευταίο καιρό της ανεμελιάς και της αθωότητας. Σύντομα θα ’πρεπε να προσαρμοστώ στις συνθήκες του Γυμνασίου. Απ’ τα κοντά σορτσάκια θα μεταφερόμουν στον κόσμο των τζιν. Ανυπομονούσα να μπω στον κόσμο των μεγάλων.

Η Ελένη ερχόταν απ’ αυτόν τον κόσμο. Ένα μελαχρινό κο-ρίτσι. Το χαμόγελό της με σκότωνε. Η φωνή της, η πιο αισθη-σιακή που είχα ακούσει μέχρι τότε. Καθημερινά, ζητούσα απ’ τη μητέρα μου ν’ αγοράσω εγώ το ψωμί μας απ’ το φούρνο. Έτσι μπορούσα να τη βλέπω και να της μιλάω.

Όπου κι αν βρισκόμουν δεν μπορούσα να διώξω την σκέψη μου από ’κείνη. Ήξερα, όμως, ότι η δικιά της σκέψη ήταν απλώς μια συμπάθεια για ένα από τα «μικρά» της περιοχής.

Όλα τα παιδιά της γειτονιάς, μαζευόμασταν στη μεγάλη α-λάνα και παίζαμε ποδόσφαιρο. Αγωνιζόμαστε με ζήλο. Δεν μπορούσε καμία ομάδα να διανοηθεί ότι θα χάσει. Τις περισσότερες φορές το παιχνίδι θα κατέληγε σε ξύλο και βρισιές. Μέχρι το βράδυ θα ήμασταν πάλι φίλοι για να παίξουμε κρυφτό. Από την αλάνα φαινόταν ο φούρνος και με θλίψη έβλεπα κάθε μέρα έναν έφηβο, με σκουλαρίκι στ’ αυτί, αλυσίδες στο παντελόνι, μπότες με σπιρούνια, καβάλα στη μηχανή του, κάθε μέρα να την περιμένει. Εκείνη έβγαινε, φόραγε το δερμάτινο μπουφάν του κι έφευγαν. Ζήλευα. Εκείνος χαιρόταν αυτό που δεν μπορούσα να χαρώ εγώ. Ονειρευόμουν συχνά πως την περίμενα με την μηχανή μου και φεύγαμε μαζί.

Ένα πρωινό, ένιωσα για πρώτη φορά κάτι περίεργο. Την είχα δει στ’ όνειρό μου και ξυπνώντας, ένιωσα βρεγμένο το εσώρουχό μου. Ήταν μια ηδονή που δεν είχα ξανανιώσει. Από ’κείνο το πρωινό κι έπειτα θα την προκαλούσα μόνος μου.

Στο σχολείο, σπανίως πρόσεχα στο μάθημα. Ο δάσκαλός μας ήταν παλαιών αρχών. Είχε μια βέργα κι όποιος μαθητής έκανε αταξία, τον υποχρέωνε ν’ ανοίξει την παλάμη του για να τον χτυπήσει. Με είχε χτυπήσει αρκετές φορές. Το χέρι μου, μούδιαζε, πρηζόταν κι έτρεμε απ’ τον πόνο. Αλλά ποτέ δεν έβαλα τα κλάματα. Μία μέρα, κατά τη συνήθη επίσκεψή μου στον φούρνο, ανοίγοντας την παλάμη μου να δώσω τα χρήματα, η Ελένη είδε τα σημάδια απ’ τη βέργα.

-Τι έπαθε το χέρι σου; Με ρώτησε.

Αφού της εξήγησα, μου κράτησε το χέρι και χαϊδεύοντάς το με παρακίνησε να το πω στους γονείς μου. Αυτό τ’ άγγιγμα της μ’ αναστάτωσε. Λύθηκαν τα γόνατά μου. Τα δευτερόλεπτα εκείνα μου φάνηκαν ώρες. Μια στιγμή που δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ. Άρχισα να τρέμω. Έχασα τη μιλιά μου. Όλη την υπόλοιπη μέρα δεν σκεφτόμουνα τίποτα άλλο. Το μυαλό μου ταξίδευε εκεί.

Μέσα της έκρυβε ένα δυναμισμό. Φυσικά, δεν υπήρξε καμιά συνέχεια στο ζήτημα. Τί συνέβη άραγε; Απολύτως τίποτα, δεν βρήκα το δίκιο μου. Ακόμα κι οι γονείς μου, το μόνο που είπαν ήταν πως θα έχει λόγο για να με χτυπήσει ο δάσκαλος. Βλέπετε, δεν είχαν επικρατήσει ακόμα οι προοδευτικές αντιλήψεις.

Οι αγαπημένες μου ημέρες δεν ήταν άλλες απ’ το Σάββατο και την Κυριακή. Δεν πήγαινα στο σχολείο, μπορούσα να δω τα παιδικά στην τηλεόραση και να θαυμάσω τους ήρωές μου. Προσπαθούσα να τους μιμηθώ, πολλές φορές με κίνδυνο της σωματικής μου ακεραιότητας. Η πρόσφατη εισαγωγή της ιδιωτικής τηλεόρασης αύξησε τα κανάλια και τις επιλογές προγραμμάτων. Ακόμα έχω κρατημένο ένα ντοσιέ το οποίο για εξώφυλλο έχει τον Ντέιβιντ Χάσελχοφ δίπλα στο αυτοκίνητό του, τον ΚΙΤ. Όλα αυτά προσπαθούσα να τα κρύβω όταν έβλεπα την Ελένη, γιατί ήθελα να δείχνω μεγάλος κι ώριμος, προσπαθούσα να βαθύνω και τη χροιά της φωνής μου, αλλά πώς θα μπορούσα να πιέσω τον εαυτό μου και να αρνιέμαι τη φύση μου;

Η Ελένη πέτυχε στις Πανελλήνιες. Σε σχολή της επαρχίας. Εκείνον τον Σεπτέμβρη έφυγε και δεν την ξανάδα. Περίμενα τη μέρα που θα γύρναγε ξανά αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Δεν επιθύμησε την γειτονιά που μεγάλωσε, τους φίλους της, τους γνωστούς της. Δεν έχω μια φωτογραφία της, το πρόσωπό της υπάρχει μόνο στις αναμνήσεις μου. Ίσως να μην υπήρξε ποτέ, ίσως να την έβλεπα μόνο στα όνειρά μου. Ο φούρνος έχει κλείσει πλέον, το μαγαζί έχει μετατραπεί σε προποτζίδικο και το επισκέπτομαι συχνά. Κάθε φορά που μπαίνω μέσα, έρχονται οι παλιές εικόνες. Το ταμείο είναι στο ίδιο σημείο. Για ένα δευτερόλεπτο βλέπω την Ελένη να μου δίνει το ψωμί. Μετά χάνεται η εικόνα.

Την τελευταία φορά που με είδε, μου είπε, θα τα ξαναπούμε. Δεν ήταν ψεύτρα, πάντα κρατούσε το λόγο της.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.