Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα

Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Ήταν ένα θερμό Αυγουστιάτικο απόγευμα που συνάντησα τον παιδικό μου έρωτα και αυτό έμελλε να είναι καθοριστικό για τους μετέπειτα έρωτες μου. Ας τα πάρω όμως από την αρχή για να καταλάβετε. Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων εναλλάσσονταν. Είτε θα πηγαίναμε Μπούκα είτε θα μέναμε στη πόλη. Ο Γεράσιμος ήταν παιδικός φίλος. Μέναμε κοντά. Στη πυλωτή της πολυκατοικίας του είχαμε βρει τη δική μας παιδική χαρά. Ήμουν τότε στην Πέμπτη. Ένα μικροκαμωμένο πλάσμα που όλοι το έπαιρναν αγκαλιά. Αυτό θυμάμαι. Εκείνες τις μέρες μου είπε ο Γεράσιμος ότι είχε έρθει και ο ξάδελφος του από Αγρίνιο. Ήταν μεγάλος. «Πηγαίνει Γυμνάσιο», μου είχε ο Γεράσιμος και μου φάνηκε λες  ότι ήταν εξήντα. Ο Σπύρος έκανε την εμφάνιση του αργά. Ήταν ένα ψηλόλιγνο  καστανόξανθο αγόρι με την ελαφριά καμπούρα που έχουν οι έφηβοι που ψηλώνουν απότομα. Φορούσε μπλουτζίν και φούτερ. Δεν μου είχε κάνει εντύπωση θυμάμαι. Εκείνο το απόγευμα παίξαμε κρυφτό. Την επόμενη μέρα ο Σπύρος κι ο Γεράσιμος εγκατέστησαν μια μπασκέτα έξω από τη πόρτα του γκαράζ. Ο αδελφός μου πέταξε από τη χαρά του, εγώ πάλι όχι. Δεν έφτανα το καλάθι όσο και αν τεντωνόμουν. Δεν ήταν πότε το παιχνίδι μου το μπάσκετ και το υποβάθμιζα.

Στις 17.30, μετά την σιέστα, ο αδελφός μου δεν κρατιόταν να παίξει μπάσκετ. Εγώ πάλι δεν ήθελα να πάω. Θα καθόμουν να παίξω πιάνο αλλά ήτο αδύνατο για τον αδελφό μου. Η μητέρα μας έλεγε κοφτά, ή θα πάτε μαζί ή κανείς. Δεν μπόρεσα να μην του κάνω το χατίρι. Τα μαύρα μεγάλα μάτια του γυάλιζαν από την έκσταση. Πήραμε το δρόμο και συναντήσαμε τα παιδιά. Ρίχνανε κάτι βολές και πρώτους από όλους, ο Σπύρος. Λόγω ύψους είχε ιδιαίτερη άνεση. Και υπερηφανευόταν σαν γύφτικο σκεπάρνι. Σίγα το πράγμα. Ο αδελφός μου προσπαθούσε μάταια, αλλά ο Σπύρος του μάθαινε. Εγώ είχα κάτσει οκλαδόν. Κάποια στιγμή ο Σπύρος ήρθε δίπλα μου.

-Εσύ γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας;

-Μάλλον επειδή δεν με ενδιαφέρει, είπα ειρωνικά.

-Μήπως θέλεις να σου δείξω; Να κοίτα ο αδελφός σου, έβαλε καλάθι! Έλα μην ντρέπεσαι.

Μου άπλωσε την παλάμη του για να σηκωθώ. Στάθηκα δίπλα του και  ήρθε εσάνς απ’ το άρωμά του. Μου πρόταξε την μπάλα. Την κράτησα και με τα δυο μου χεράκια.

-Τώρα πέταξέ την με όλη σου την δύναμη.

Πέταξα την μπάλα άλλα δεν κατάφερα ούτε να ακουμπήσω το δίχτυ. Ήρθε κοντά μου κι έβαλε τα χέρια του στην παιδική μου μέση και με σήκωσε. Για κάποια δευτερόλεπτα τα έχασα. Κανένα αγόρι δεν με είχε αγγίξει ούτε καν στο χέρι. Αλλά στη μέση πήγαινε πολύ.

-Άσε με κάτω!

-Τώρα πέτα μ’ όλη σου τη δύναμη! Ανταποκρίθηκε εκείνος χωρίς να δείξει ότι με άκουσε.

Ο εγωισμός μου καταπονήθηκε για κλάσματα δευτερολέπτου. Και τότε έριξα την μπάλα. Η μπάλα χαϊδεύτηκε στο στεφάνι και έπειτα από κάποιες ταλαντώσεις και μισό σφυγμό αγωνίας μπήκε μέσα. Ο Σπύρος με κατέβασε αφού μπήκε η μπάλα. Τον κοίταξα που ως δια μαγείας είχε μεταμορφωθεί σε ήρωα. Αυτός χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν τα δόντια του. Πόσο γλυκός μου φάνηκε τότε! Η μέρα κύλησε ήρεμα ,παίξαμε κρυφτό και μετά σπίτι. Την επόμενη όμως ήταν τα γενέθλια του Γεράσιμου και είχαμε πάρτι. Το πρωί εκείνης της μέρας, θυμάμαι, η μαμά μου και εγώ, πήγαμε για ψώνια. Είχε δει ένα υπέροχο λουλουδάτο φόρεμα με κάτι μικρά φιογκάκια ροζ. Και μου πήρε και λευκά παπούτσια με ίδιο φιόγκο. Κοιτάχτηκα στον  καθρέπτη. Ποτέ δεν είχα την κατάλληλη αυταρέσκεια αλλά το αποτέλεσμα ήταν τρέλα.

Στις 19.15 εγώ με τον αδελφό μου χτυπήσαμε το κουδούνι. Ο Γεράσιμος άνοιξε την πόρτα μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας μιας και είχε λάβει ένα σωρό δώρα και ευχές. Δώσαμε το δικό μας κατιτίς. Εισχωρήσαμε στο σπίτι και εκεί συναντήσαμε τα παιδιά εκ των οποίων και ο Σπύρος. Οι ματιές μας συναντήθηκαν. Είχε φορέσει τζιν και ένα μοδάτο μπλουζάκι. Η ματιά του έδειξε έκπληξη για το υπέροχο μου φόρεμα. Ήμουν σας λέω κουκλάκι ζωγραφιστό που λέει και ο Κατακουζηνός. Το απόγευμα κύλησε με παιδικά γέλια και αστείες στιγμές. Κόψαμε την τούρτα και μετά ήρθε το καλύτερο. Το άνοιγμα των δώρων. Ο Γεράσιμος έλαμπε από ανυπομονησία. Το  στόμα μου είχε στεγνώσει από τα γέλια και σκέφτηκα ότι είχα αφήσει νερό μου στο δωμάτιο του Γεράσιμου. Ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον Σπύρο. Το γνωστό υπέροχο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο του. Κάθονταν στο γραφείο γαληνεμένος. Εγώ ήθελα απλά να πάρω το ποτήρι από το γραφείο και να φύγω.

-Ε, συγγνώμη. Μπορώ να πάρω το ποτήρι μου;

-Ναι, φυσικά.

Πήγα διστακτικά. Σκεπτόμουν πόσο απείχα. Αποφάσισα να μην δείξω την αναστάτωση μου και προχώρησα. Άπλωσα το χέρι μου να πιάσω το ποτήρι και τότε ο Σπύρος σηκώθηκε και με άρπαξε από τη μέση. Έμεινα ακίνητη από την τρομάρα. Έσκυψε προς το πρόσωπο μου και μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο που κράτησε μια αιωνιότητα. Η κίνηση συνοδεύτηκε από την αίσθηση της ντροπής. Τράπηκα σε άτακτη φυγή και βρήκα καταφύγιο στον αδελφό μου. Ο Σπύρος μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε στο χώρο κρατώντας το ποτήρι μου.

-Θαρρώ πως αυτό είναι δικό σου! Είπε με  βλέμμα όλο νόημα.

Έγνεψα θετικά. Το υπόλοιπο δειλινό πέρασε αμήχανα από την μεριά μου. Τον Σπύρο δεν τον κοίταγα. Θα καταλάβαινε πόσο μου άρεσε. Κατά τις 22.00 φύγαμε.

Τις επόμενες μέρες πήγαμε με τους γονείς μου στη Μπούκα και τον Σπύρο δεν τον είδα παρά πρόσφατα. Είχε έρθει στο ξενοδοχείο όπου δούλευα για περάσει τις διακοπές με φίλους. Η αναγνώριση έγινε από μέρους του. Είχε αλλάξει πολύ σίγουρα. Το ίδιο όμορφος και γοητευτικός. Καταλήξαμε να δώσουμε πολλά παρόμοια φιλιά.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.