Απόγευμα Εγκλημάτων

Νέα συγγραφέας ήμουν τότε. Πενιχρός μισθός από κάποια άρθρα που δημοσιεύονταν στην κεντρική εφημερίδα στην Θεσσαλονίκη. Και ευτυχώς τα ενοίκια στην επαρχία ήταν φτηνά. Πάσχιζα να τελειοποιήσω το μυθιστόρημα μου, χρειαζόμουν όμως έναν κακό χαρακτήρα. Άφησα τους τοίχους του σπιτιού μου για να ψάξω κάποιον κακό να μ’ εμπνεύσει. Στην επαρχία, κατάλαβα εκείνο το απόγευμα, έχεις πολλούς γνωστούς κι αυτό θα με βοηθούσε. Πέρασα την πόρτα του αστυνομικού τμήματος. Ο αξιωματικός υπηρεσίας σηκώθηκε από την καρέκλα του ευχάριστα έκπληκτος που θα μιλούσε σε κάποιον. Με χαιρέτησε εγκάρδια, ήμουν άλλωστε η ξένη που ήταν μόνη της σε ξένο τόπο, με ξένους ανθρώπους και χρειαζόταν προστασία. Εγώ όμως δεν ένιωθα καθόλου έτσι. Είμαι φύση ανεξάρτητη κι απαιτητική. Ζήτησα αμέσως την χάρη που ήθελα. Να ρίξω μια ματιά σε παλιούς φακέλους εγκλημάτων του χωριού ψάχνοντας απεγνωσμένα την έμπνευση μου. Μετά από μια διαπραγμάτευση λίγης ώρας είχα στα χέρια μου, κάτω από την επιτήρηση του φυσικά και χωρίς τα αντίστοιχα ονόματα των δραστών, ένα μεγάλο υλικό κακών ανθρώπων. Είχα βρει όμως ήδη από την πρώτη σελίδα αυτό που ζητούσα.

Το ανάστημά καθώς και η κίνηση μεγαλοπρεπή. Το στέρνο βαθύ, λες σε προσκαλούσε. Και οι πλάτες άριστα σχηματισμένες, ίσιες. Μόνο μια φλέβα που παλλόταν άτακτα, κάτω στις παρυφές του λαιμού, μπορούσε να σε προϊδεάσει για την μοχθηρία και τις αρρωστημένες σκέψεις που έκρυβε αυτό το κορμί. Περπατούσε πάντα με το κεφάλι ψηλά, λίγο ψηλότερα από των υπόλοιπων συγχωριανών και τόση χάρη είχε αυτή η κίνηση των άκρων αυτού του σώματος που οι ομιλίες σταματούσαν.

Το πρόσωπο αγγελικό, άσπρο, πολύ άσπρο σαν να ήταν κρύο. Ίχνος αναψοκοκκινίσματος, καμία ντροπή για τις σκέψεις και τις πράξεις του. Στην κορυφή εκεί που περίμενες ξανθές μπούκλες, υπήρχαν μαύρες σαν άχυρα τρίχες, τσαλακωμένες ατημέλητα ένα γύρω και πλαισίωναν τα καστανά παχιά φρύδια δίνοντας μια έντονη αντίθεση. Τα μάγουλα τραβηγμένα μέχρι πίσω στα αυτιά, σαν μάρμαρο, όμορφα αλλά σκληρά. Αλλά το στόμα μεγάλο, πλουσιοπάροχα διακοσμημένο με σαρκώδη χείλη. Τα οποία όμως ποτέ δεν άνοιγαν, ερμητικά κλειστά πάντα, λέξη δεν τους έπαιρνες. Που και που κανένα μειδίαμα για τα υποψήφια θύματα, που χρειαζόταν πολύ λιγότερα από αυτό για να πέσουν με την θέληση τους στην παγίδα.

Το χαμόγελο ακριβοθώρητο, κανείς δεν το είχε δει κι όσοι το είχαν δει ευχόταν να μη βρίσκονταν εκεί. Τα κίτρινα δόντια που εμφανίζονταν από μέσα σε έκανα να ανατριχιάζεις καθώς σε πλησίαζε όλο και πιο κοντά. Το νεανικό δέρμα φαινόταν γερασμένο και κουρασμένο, αντανακλούσε την ψυχή που κουβαλούσε μέσα του, άρρωστη ψυχή, άρρωστο κι αυτό. Ξερό και σκασμένο από τον αέρα, καλά κρυμμένο αλλά από κοντά οι οφθαλμαπάτες εξαφανίζονταν. Γεμάτο μικρές αμυχές, που δεν υπήρχαν εκεί από γεννησιμιού του, επίκτητες αργότερα, τόσο στο πρόσωπο όσο και στο υπόλοιπο σώμα. Τότε ερχόντουσαν αυτά τα χέρια, που έψαχναν το κακό συνέχεια. Τραχιά και αψιά, έκανα σπασμωδικές κινήσεις και δεν ήταν ποτέ εναρμονισμένα με το υπόλοιπο σώμα. Λες και είχαν δικό τους χαρακτήρα και το ήξερε. Για αυτό πάντα τα είχε καλά φυλαγμένα στις τσέπες των ρούχων όταν περπατούσε έξω. Μέσα σ' αυτό το περιτύλιγμα ήταν εγκατεστημένη αυτή η βρώμικη ψυχή.

Φιλαυτία και εγωισμός, απαξίωση των κοινωνικών θέσεων και θεσμών. Ικανοποιούσε τις σεξουαλικές ορέξεις αυτού του φαινομενικά αγγελικού σώματος με την βία. Με την έγκριση του θύματος στην αρχή, καθώς ήταν δύσκολο κάποιος ν' αρνηθεί, με παρακάλια να σταματήσει στο τέλος. Οικογένειες κατέστρεφε, καθώς τα κατορθώματα γινόταν γνωστά την επόμενη. Τα κατορθώματα για το κρεβάτι, ποτέ για το βιασμό. Κι έτσι συνέχιζε η ιστορία. Άγγελος που συνάντησε διαβολική ψυχή και βολεύτηκε καλύτερα.

Συνελήφθηκε πολλά χρόνια αργότερα όταν ο αντρικός εγωισμός κάποιου ήταν αρκετά ευέλικτος ώστε να παραδεχτεί τον βιασμό και να την καταγγείλει. Ήταν ο πρώτος άντρας μετά από τόσους που είχε πληγεί περισσότερο σωματικά και ψυχικά παρά καθαρά εγωιστικά. Είχα βρει την διαβολογυναίκα που έψαχνα. Γύρισα στο σπίτι έτοιμη για τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου μου.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.