Λαρδούτσου Ειρήνη
Δυόσμος

Έκοψα ένα φύλλο δυόσμου και μάσησα.

Θα σε ξεχάσω είπα. Το μάσησα μέχρι να νιώσω την πίκρα του. Δίπλωσα όπως όπως τα άσπρα μου χαρτιά, δίπλωσα και τις κουρελιασμένες σκέψεις μου και κατηφόρισα. Πάλι δεν έγραψα τίποτα να σου στείλω. Απομεινάρι της εποχής μου, επιμένω σε μελάνι και χαρτί, που θα το πιάσεις και θα μυρίσεις τον ιδρώτα απ΄ τα χέρια μου που αγωνιούν με τις σκέψεις σου.

Έρχομαι κάθε απόγευμα εδώ την ίδια πάντα ώρα που βρισκόμασταν, με την εμμονή του εγκλωβισμένου μυαλού που ξεχειλώνει το παρελθόν να το φτάσει στο παρόν. Το μικρό καφενεδάκι είναι στην άκρη του κύματος και του νησιού. Λίγοι έρχονται. Οι περισσότεροι, ηλικιωμένοι κυρίως, προτιμούν το πρωί, το νωρίς πρωί. Είναι δυτικό κι έτσι εκείνη την ώρα έχει δροσιά. Το λιόγερμα είναι για τους μοναχικούς κι ερωτευμένους κι οι μοναχικοί είναι λίγοι, ενώ οι ερωτευμένοι βαριούνται να περπατήσουν ως εδώ για ένα ηλιοβασίλεμα. Εμείς ερχόμασταν. Μας άρεσαν τα ξύλινα τραπέζια και οι πολυκαιρισμένες καρέκλες που ήξεραν όμως καλά την ανθρώπινη ανατομία. Ο καλός καφές προϋποθέτει βολή στο κάθισμα, είχαμε συμφωνήσει ανάμεσα στ’ άλλα. Λέγαμε και τέτοια όταν θέλαμε να ελαφρύνουμε τις κουβέντες μας, λες και προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε απ’ τον εαυτό, τον κοινό μας εαυτό.

Έμοιαζε μαγικό, αλλά το ξέραμε, θα γινόταν βασανιστικό. Αυτός ο κοινός μας εαυτός ήταν πάντα εκεί και περίμενε. Και δεν ήταν οι ίδιες λέξεις, οι ίδιες σκέψεις. Δεν ήταν τόσο απλό. Ο κοινός μας εαυτός ήταν αμίλητος, ακέραιος, μας χωρούσε και τους δυο τόσο που δεν ξεχωρίζαμε…

Η ξύλινη ταμπέλα στο καφενεδάκι έγραφε «έρημος».

Δεν μοιάζει και τόσο με έρημο εδώ , χαριτολογήσαμε ένα απόγευμα στο σιωπηλό μεσήλικα καφετζή.

Όχι δε μοιάζει με έρημο, εγώ είμαι ο έρημος, είπε κι από τότε δεν ξαναμιλήσαμε.

Λίγες μέρες μετά τού πήγαμε δώρο ένα γλαστράκι με δυόσμο φιντανάκι. Τρυφερό και φρέσκο. Το βάλαμε στο πεζούλι δίπλα στο τραπέζι που συνηθίζαμε να καθόμαστε. Στις σιωπές έτριβα την παλάμη μου στα μυρωδάτα φύλλα και τα ‘φερνα στο πρόσωπό σου να τη μυρίσεις. Την έπιανες πάντα με τα δυο σου χέρια και φιλούσες ένα ένα τα δάχτυλά μου. Κάπου εκεί στ’ ακροδάχτυλα πρέπει να εδρεύει η ψυχή μας. Ποτέ δεν την ένιωσα κοντά στο στομάχι όπως όλος ο κόσμος, ούτε παραδίπλα της καρδιάς. Τι δουλειά έχει η ψυχή εκεί;

Φιλάς την ψυχή μου σου ‘λεγα…

Το ξέρω μου απαντούσες κι η ψυχή σου μυρίζει δυόσμο. Πως να ξεχάσεις τέτοια μυρωδιά;

Τώρα τον μασάω. Μασάω τα φύλλα του, μασάω την ψυχή μου. Γίνεται πικρός, πολύ πικρός.

Βάζω τα φύλλα που ξέμειναν στα χέρια μου μέσα στο διπλωμένο μου χαρτί. Δεν υπάρχουν λέξεις να σου στείλω. Δυο φυλλαράκια δυόσμο μόνο, που κι αν ξεραθούν μυρίζουν.

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.