διηγήματα ασκούμενων Διηγήματα Αστραπή

Διηγήματα Αστραπή


Άννα Μαρία Γραμμένου

Άρρηκτοι δεσμοί

Έψαχνε καιρό. Το βρήκε σε γειτονιά, κοντά στο πατρικό της. Αναπαύτηκαν οι γονείς της, έμεινε και αυτό ορφανό. Πουλήθηκε, έγινε νέα οικοδομή. Αυτό δεν είχε αυλή και ταράτσα να αγναντεύεις Ακρόπολη και Σαρωνικό. Ήταν δοκιμασμένο σε σεισμούς, καυγάδες, αλλαγές ενοίκων. Είχε προοπτικές. Μπήκε και την αγκάλιασε μια ζεστή μυρωδιά μοναξιάς κι ελπίδας. Κι αυτό την ήθελε. Το ξύλινο πάτωμα, ψαροκόκαλο, διέσχιζε το σαλόνι μέχρι πέρα και μέσα από τη συρόμενη πόρτα. Φως παντού. Ακόμα και στο λουτρό με τα τριανταφυλλένια πλακάκια. Στην κουζίνα αποφάσισε. Το έμαθαν γνωστοί και φίλοι. Είπαν όλοι το ίδιο «Μα είναι παλιό!». Γκρέμισε τοίχο, το έβαψε, άλλαξε καλώδια, σωλήνες, έκανε καθρέπτη το πάτωμα κι αυτό καμάρωνε εκεί την ομορφιά του. Νέα έπιπλα κουζίνας να ταιριάζουν με τον μαρμάρινο νεροχύτη. Τον κράτησε, τον γυάλισε κι έλαμψε το πεντελικό. Μπροστά του, η μάνα της ακουμπισμένη στον αριστερό αγκώνα της να πλένει χόρτα. Εκεί την άφησε, εδώ την ξαναβρήκε.

 


Γεωργία Τσολάκη

Η μνήμη

Εκείνη μαζεύει τα πράγματά του. Δεν είναι πολλά. Μερικά φθαρμένα πουκάμισα. Τα ξυραφάκια απ’ το μπάνιο. Το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι κάτω απ’ το κρεβάτι. Τα λευκά της μαλλιά πλέκονται με τη σκόνη. Ανοίγει αργά το θαμμένο κουτί, μην ξυπνήσει απότομα η μνήμη. Βλέπει.

Εκείνος, την ίδια μέρα πριν χρόνια, θα κρύψει το ημερολόγιο με μια βροχή στο βλέμμα. Ορκίζεται πως δεν θα γράψει στις σελίδες του. Από τότε το ημερολόγιο αναπαύεται βουβό στην αγκαλιά του χρόνου.

Τώρα τα χέρια της χαϊδεύουν το εξώφυλλο. Ροζ.

«Για να θυμόμαστε» της λέει. Κολλά τη φωτογραφία τους στην πρώτη σελίδα. Είναι χαμογελαστή και το χέρι της ακουμπά στην κοιλιά. Στην άκρη του χαρτιού, γράφουν μήνυμα στο μέλλον. «Εννέα μήνες. Σε περιμένουμε» Οι υπόλοιπες σελίδες είναι λευκές.

Στέκεται λίγο κρατώντας τη μνήμη. Αποφασίζει πως δε θα του πάει το ημερολόγιο. «Η μνήμη είναι προνόμιο όσων πονούν ακόμη» σκέφτεται και συνεχίζει να μαζεύει τα πράγματά του.


Κωνσταντίνος Σακκάς

Του σέρβιρε δύο πιάτα


Ο άντρας μπαίνει στο σπίτι του. Η υπηρέτρια του λέει πως το φαγητό είναι έτοιμο. Της ζητά να ετοιμάσει δύο πιάτα.

Mία ώρα πριν, ο άντρας είχε τελέσει το μνημόσυνο της γυναίκας του. Είχαν περάσει σαράντα μέρες από το θάνατό της.

Δύο ώρες αργότερα, η υπηρέτρια έφυγε τρέχοντας. Κατέφυγε στο σπίτι ενός ξαδέρφου της. Του ζήτησε να τη φιλοξενήσει για λίγες μέρες.

Kατά τη διάρκεια του γεύματος, η υπηρέτρια στεκόταν έξω από την κουζίνα και κρυφάκουγε. Ο άντρας έτρωγε από το πιάτο του και μίλαγε με κάποια που την προσφωνούσε Αθανασία. Της έλεγε πως θα είναι για πάντα μαζί, ανακοινώνοντάς της πως την επόμενη εβδομάδα θα πάει να τη βρει στην Ουρανούπολη. Το άλλο πιάτο δεν το πείραξε καθόλου. Έσβησε το φως και πήγε στο δωμάτιό του. Φώναξε πως δεν θέλει να τους ενοχλήσει κανείς. Έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.

Το επόμενο πρωί η υπηρέτρια υπέβαλλε την παραίτησή της.

Σόφη Μιχαηλίδου

Déjà vu


Μια γυναίκα στην καφετέρια. Πίνει τον καφέ της και διαβάζει ένα βιβλίο. Ο άντρας απ’ το διπλανό τραπέζι την παρατηρεί διακριτικά. Τα μάτια τους συναντιούνται. Οι νευρώνες της μπαίνουν σε λειτουργία. Χιλιάδες πληροφορίες. Κάπου σταματούν. Αυτόν τον άντρα το γνωρίζει. Πίσω στο παρελθόν. Η ίδια καφετέρια και πίνει τον ίδιο καφέ. Το ίδιο βιβλίο στα χέρια της. Ο άντρας στο διπλανό τραπέζι  την παρακολουθεί. Της χαμογελά. Του χαμογελά. Σηκώνεται και την πλησιάζει. Μανώλης, συστήνεται και απλώνει το χέρι. Απλώνει το δικό της. Στιγμή επαφής. Σωριάζεται στο πάτωμα νεκρός. Ανακοπή καρδίας. Πίσω στο τώρα. Της χαμογελά. Χώνει το βλέμμα στο βιβλίο. Τα χέρια της τρέμουν. Προσωρινή παράλυση στα πόδια. Πανικοβάλλεται. Δεν είναι δυνατόν, ψιθυρίζει. Κοιτάζει προς την έξοδο. Ένα λεπτό χρειάζεται για να σταματήσει το παρελθόν. Μαζεύει την τσάντα της. Η σκιά τής κλείνει το δρόμο. Κοιτάζει προς το μέρος του. Το ίδιο γνώριμο πρόσωπο. Μήπως έχουμε συναντηθεί ξανά, τη ρωτάει.

Λίνα Βαλετοπούλου

Το κουτάκι του νεσκαφέ  


Ο φακός πέφτει πάνω στα μάτια της. Την τυφλώνει. Για δευτερόλεπτα βλέπει τη  φιγούρα του ληστή. Φοράει κουκούλα. Μια μυρωδιά στα ρουθούνια της.

Ξυπνάει με το κεφάλι βαρύ. Πρέπει να της έριξε αναισθητικό. Έχει μονωτική ταινία στο στόμα. Την ξεκολλάει και φωνάζει δυνατά: το κουτάκι του νεσκαφέ!

O γιος της έρχεται κάθε Σάββατο και τη βλέπει. Πρώτη κίνηση να φτιάξει φραπέ. Πάρε αυτό το κουτί με τις λίρες μέσα απ’ το ντουλάπι! γκρινιάζει πάντα. Κι εκείνη απαντά: Άστο εκεί που βρίσκεται! Μέσα στην κουζίνα δεν πρόκειται να ψάξει κανείς.

Το σπίτι είναι άνω κάτω. Πεσμένα συρτάρια και πεταμένα ρούχα παντού. Λείπει το κουτί με τα κοσμήματα. Και η τσάντα με το πορτοφόλι. Είχε μέσα ολόκληρη τη σύνταξη. Σέρνει τις παντόφλες ως την κουζίνα. Ανοίγει το ντουλάπι. Το βλέπει εκεί. Δίπλα στον ελληνικό.  Το ανοίγει. Είναι γεμάτο με καφέ ως πάνω. Σκέφτεται πως ο γιός της έχει τρία Σάββατα να φανεί.

Αλεξάνδρα Πιπλικάτση

Βαμμένα κόκκινα αβγά  


Σφίγγει τη ζώνη της καμπαρτίνας. Ξύνει με το νύχι το κερί που είχε στάξει πάνω της, το βράδυ της Ανάστασης. Δε βγαίνει. Αφήνει μια στάμπα. Παίρνει απ’ το τραπέζι τέσσερα αβγά, βαμμένα με κόκκινη χημική μπογιά. Τα βάζει στις τσέπες της. Χώνει τα χέρια της μέσα και τα κρατάει να μη σπάσουν. Κατεβαίνει γρήγορα τις σκάλες της πολυκατοικίας.

Εκείνος στέκεται στην πόρτα. Της κλείνει το δρόμο. Πρέπει να του ζητήσει συγνώμη για να μπορέσει να περάσει. Δεν το κάνει. Βγάζει το ένα χέρι απ’ την τσέπη και τον παραμερίζει, αφήνοντας στο μανίκι του απόχρωση ροζ. Τρέχει προς την Πανεπιστημίου. Εκείνος σκέφτεται «Παλιοκόριτσο, δε θα σε πιάσω;»

Το απόγευμα, πίσω απ’ τη μάσκα του, την αναγνωρίζει στο πλήθος. Φωνάζει. Είναι στην πρώτη γραμμή. Η διαταγή είναι σαφής. Στρέφει τον εκτοξευτήρα προς το μέρος της. Τα χημικά τη λούζουνε. Αυτός δεν το βλέπει. Πάνω στη μάσκα του, τα κόκκινα τσόφλια τον εμποδίζουν.

Έλβα Μπιρπανάγου

Η μάχη της πολυθρόνας


Συναντιόμαστε πού και πού στην είσοδο της πολυκατοικίας. Εγώ ψυχρή κι αδιάφορη, ίσως φοβισμένη. Αυτός αγέρωχος, με κοιτά στα μάτια σαν να θέλει να διαβάσει την σκέψη μου. Βλέπει την αδιαφορία μου και με προσπερνάει τραβώντας την ηλικιωμένη κυρία του με το λουράκι του. Ο Σνούπι. Ένα κάτασπρο κανίς. Τον χειμώνα το κατσαρό μαλλί του, πλούσιο και φουντωτό, ξεπετάγεται μέσα από διάφορα «συνολάκια». Πότε καρό, πότε μονόχρωμα και πότε  σπορτίφ, όπως η κολεγιακή μπλούζα με την κουκούλα που φορούσε χθες.

Χτυπάει το κουδούνι. Είναι η κυρία Πόπη του πέμπτου. Η ιδιοκτήτρια του Σνούπι αποδήμησε εις Κύριον, μου λέει, αν έχω την καλοσύνη να τον φιλοξενήσω για λίγο, μέχρι να βρεθεί καινούριος ιδιοκτήτης.

Δεν θυμάμαι αν απάντησα ναι ή όχι, γεγονός είναι ότι έμεινα με το Σνούπι αγκαλιά. Την κυρία Πόπη δεν την ξανάδα. Με το Σνούπι αγκαλιά, κάθομαι στην αγαπημένη μου πολυθρόνα. Τώρα τι κάνω; Πεινάει άραγε; Διψάει; Τον αφήνω κάτω, για να του φέρω λίγο γάλα. Γυρίζοντας τον βρίσκω να κάθεται στην πολυθρόνα μου. Με κοιτάζει με βλέμμα θλιμμένο κι απορημένο. Τώρα εγώ γιατί πιστεύω ότι μου ζητάει την άδεια να κάθεται στην αγαπημένη μου πολυθρόνα;

Έχουν περάσει σχεδόν έξι μήνες. Η φιλοξενία έγινε συγκατοίκηση. Όταν επιστρέφω, με περιμένει πάντα πίσω απ’ την πόρτα. Μου κουνάει την ουρά και τρέχει προς την πολυθρόνα του.

Έμυ Τζάβρα Μπούλοκ  

 «10 πόντους τακούνι»


Είναι δεκατεσσάρων ετών. Μονόχνοτος. Κάθε Τετάρτη απαρέγκλιτα επισκέπτεται τον πατέρα του που μένει σε ένα δυάρι, τρία στενά από το δικό τους σπίτι. Η μητέρα γκρινιάζει και στραβώνει το στόμα όταν τον βλέπει να ετοιμάζεται. Θεωρεί την διαδικασία προδοτική και χαμένη υπόθεση αφού ο πρώην είναι στα μάτια της ένα αχάριστο υποκείμενο, ανίκανο να εκτιμήσει το παραμικρό.

Χτυπά το κουδούνι και περιμένει στο θυρωτηλέφωνο. «Ποιος;» Δύο το μεσημέρι κι η φώνη ακούγεται αγουροξυπνημένη. Χαμένο κορμί, στα αυτιά του η φωνή της. Ανεβαίνει με τα πόδια τους δυο ορόφους. Τον βρίσκει με το σώβρακο, μία κάλτσα φορεμένη και γένια τριών ημερών στο πρόσωπο. «Καλώς το παλικάρι. Κάθε βδομάδα ρίχνεις τρεις πόντους, σε λίγο δεν θα χωράς στο ταβάνια.» Λένε πως τα παιδιά παίρνουν το ύψος από την μητέρα κι η δικιά μου είναι πρώτο μπόι. Συγγνώμη μπαμπά αλλά πάντα είχα την εντύπωση πως σου έριχνε μισό κεφάλι αλλά δεν πηγαίνατε ποτέ δίπλα δίπλα για να σας συγκρίνω. «Τα τακούνια επιτελούν έργο μικρέ. Οι γυναίκες ψυλλώνουν από μέσα όταν τα φοράνε, δεν έχει να κάνει με το κορμί τους.» Φιλόσοφε πατέρα

Κοιτάνε ο ένας τον άλλον και γελούν. Οι σχέσεις τον γονιών τεταμένες από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Ο πατέρας είναι της Τετάρτης και του Σαββατοκύριακου αλλά του έχει μεγάλη αδυναμία. Καταλαβαίνονται κι ας μην μοιάζουν στο ελάχιστο. Με την μητέρα που είναι φτυστός, δεν έχει τίποτα κοινό. Γκρίνια, παρατηρήσεις, ενοχές κι όλα τα συνακόλουθα ενός χωρισμού που τα φορτώνεται το παιδί.

Θα ’θελε να κλείσει την πόρτα πίσω του και να πάει να μείνει μαζί του, αλλά είναι φρούδα ελπίδα. Η επιμέλεια είναι δική της, τα έξοδα μόνο δικά του. Έτσι λοιπόν ψηλώνουν οι γυναίκες πατέρα, με τα τακούνια; «Όχι όλες, οι περισσότερες. Βαζουν δέκα πόντους στα πόδια και είκοσι στο εγώ. Μην την παρέξηγεις τη μητέρα σου, δεν ήταν πάντοτε έτσι. Όταν την γνώρισα ήταν το καλύτερο παιδί. Αλέγκρο, χαρούμενο, ζωντανό. Η αλήθεια είναι πως αυτά τα χαρακτηριστικά από εκείνην τα πήρες, τουλάχιστον όπως ήταν κάποτε. Και τι την άλλαξε; Δεν ξέρω. Ίσως φταίνε οι ορμόνες...»

Το μάτι του πέφτει σε μια φωτογραφία του πατέρα απ’ τον στρατό. Σηκώνεται και την πλησιάζει. Στέκεται γελαστός κι ευτυχισμένος, αγκαλιάζοντας απ’ τους ώμους έναν άλλο φαντάρο. Η καρδιά του αναπηδά στο στήθος. Ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό. Τα μάτια του άλλου, το χαμόγελο, τα χείλη, το ύψος, οι δέκα πόντοι από τακούνι που του λείπουν. Σηκώνει αργά το κεφάλι και κοιτάζει άχρωμος τον πατέρα. Αυτός ο φαντάρος; Ψιθυρίζει ξέπνοα. Εκείνος κρατά τα μάτια κατεβασμένα. «Ήταν κάποτε το καλύτερο παιδί. Αλέγκρο, χαρούμενο, ζωντανό...»

Άνθια Χριστοδούλου Θεοφίλου

Οι γάτες του δρόμου


Σήμερα βγήκε να ταΐσει τις γάτες του δρόμου στις πέντε το πρωί, μια ώρα νωρίτερα απ’ ότι συνήθως. Αυτή τη φορά πήρε από μακρινή υπεραγορά, κονσερβοποιημένο χοιρινό και το έκοψε σε μικρά κομματάκια. Είχε διαλέξει το πιο ακριβό. Ήταν πιο μαλακό και πιο μυρωδάτο. Στο πεζοδρόμιο άφησε δύο κεσεδάκια. Είχε φροντίσει να αφαιρέσει το γιαούρτι και να τα ξεπλύνει απ’ το προηγούμενο βράδυ. Στο ένα έβαλε φρέσκο γάλα, στο άλλο νερό εμφιαλωμένο.

Κάθισε στο πεζοδρόμιο και τις παρατηρούσε. Όσες δεν προλάβαιναν να πάρουν κομμάτι δάγκωναν τις άλλες. Είχε φυλάξει επιπλέον κομμάτια σε ξεχωριστό σακούλι για τα μικρά που δεν πρόφταιναν. Τα έπαιρνε ένα ένα, τα έφερνε κοντά του και τα τάιζε, κάποτε ο ίδιος με μια τσιμπίδα. Μετά έβγαζε αντισηπτικό και απολύμανε μ’ αυτό τα δάκτυλά του προσεκτικά. Ακολουθούσε την ίδια διαδικασία για όλα τα μικρά γατιά. Μετά τα έπαιρνε στην αγκαλιά του και τα χάιδευε μέχρι να γουργουρίσουν. Απολύμαινε και πάλι σχολαστικά τα χέρια του.

Είχε μια δική του γάτα στο σπίτι αλλά οι γάτες του δρόμου, αδέσποτες κι ανεξάρτητες, τον απασχολούσαν πολύ περισσότερο τώρα τελευταία. Τις κοιτούσε κι ανέλυε σιωπηλά την έννοια της λέξης «ανεξαρτησία». «Ανεξαρτησία θα πει να μπορείς να συντηρείσαι μόνος σου, να μην έχεις ανάγκη την συναισθηματική, ηθική ή οικονομική υποστήριξη κανενός», σκεφτόταν. Εκείνος ζούσε ολομόναχος μα απ’ όλες τις έννοιες δεν ήταν καθόλου ανεξάρτητος ενώ τα δικά του παιδιά δεν εξαρτιόντουσαν από τον ίδιο χρόνια τώρα. Δεν του έκαναν ούτε ένα τηλεφώνημα και όταν τα έπαιρνε αυτός δεν το σήκωναν.

Η πρώην γυναίκα του είχε δηλητηριάσει τα παιδιά του με όλες εκείνες τις αισχρές κατηγορίες εναντίον του.

Κοίταξε το ρολόι. Πέντε και εικοσιπέντε. Ώρα να πηγαίνει. Δεκαπέντε μέτρα πιο κάτω πήρε το μάτι του μια αφίσα φιλοζωικού σωματείου. Διάβασε, «Η δηλητηρίαση των ζώων είναι έγκλημα, μην αφήνετε τους δράστες ατιμώρητους.  Αν γνωρίζετε ότι κάποιος δηλητηρίασε ζώα  ή σκοπεύει να το κάνει, καταγγείλετέ τους στην αστυνομία. Μη συμβάλετε στην διαιώνιση του προβλήματος!» Το στήθος του ανεβοκατέβηκε απότομα. Πιο κάτω έγραφε τα συμπτώματα της φόλας: «υπερβολική σιελόρροια, μυϊκός τρόμος, (έλλειψη συντονισμού κινήσεων), έντονος εμετός, διάρροια, παραλήρημα, φοβεροί σπασμοί, αγωνιώδες βλέμμα, κατάρρευση και σπασμοί, αφόδευση, εμετός». Η σιαγόνα του έτριξε. Άνοιξε το βήμα. Ίσα που προλάβαινε να φύγει πριν ξεκινήσουν τα συμπτώματα και τον τσακώσει κανείς εκεί.

Τίνα Κατσαρή

Με την πρώτη ματιά


Για καιρό εκείνος μοναχός, στο σκοτεινό του σπίτι. Συναντήθηκαν τυχαία. Τον έμαθε. Δεν υπάρχουν απλώς δέντρα. Αλλά βελανιδιές, καστανιές, ακακίες… Όχι απλώς πουλιά. Αλλά σπίνοι, κοτσύφια, καρδερίνες. Άλλο Μικρή, άλλο Μεγάλη Άρκτος. Άλλο παλίρροια, άλλο άμπωτη. Καθόταν παράμερα στις πολυσύχναστες λεωφόρους. Μάζευε σκόρπια φύλλα. Περαστικοί τα προσπερνούσαν αδιάφορα. Ύστερα ξεχώριζε τα καφετιά, τα κοκκινωπά, τα πράσινα. Τα ταξινομούσε κατά χρώμα στο σπίτι. Τα παρατηρούσε. Τις διακλαδώσεις, τα νεύρα τους. Με μαρκαδόρο τα ζωγράφιζε στην παλάμη του. Άλλοτε καθόταν μπροστά στις γρίλιες. Το πρωινό φως χάιδευε ανεμπόδιστα τη μοκέτα, την καρέκλα, τον τοίχο. Έπαιζε με τους ίσκιους. Παιδί. Άλλοτε χάζευε τη βροχή. Τις σταγόνες στο τζάμι. Άλλες δυνατές, γρήγορα το διέσχιζαν. Σε παράλληλες τροχιές. Κάποιες αργές, τρεμόπαιζαν αδύναμα μέχρι κάποιο σημείο. Κάποιες έσβηναν. Άλλες έσμιγαν και συνέχιζαν την πορεία τους. Πήρε μπογιά και ζωγράφισε δύο ενωμένες στον τοίχο. Όπως ενώθηκαν οι δυο τους. Στη μεταμόσχευση.

Αναστασία Αμανατίδου

Εσύ χάνεις  


Ωραία που είναι εδώ, αναστέναξε η ηλιαχτίδα και ξάπλωσε στα μάτια του άντρα. Εκείνος τα κούνησε δυσανασχετώντας.

Επιτέλους! Αφού έπαιξα κρυφτό με τα φύλλα μιας μικρούλας καστανιάς και περιπλανήθηκα στο δάσος, έτρεξα, αχ! πόσο μου αρέσει να τρέχω, κι έφτασα στην απέραντη θάλασσα όπου χόρευα με τα χρυσαφένια κύματα, ώσπου ήρθε ένα κατάμαυρο σύννεφο και κυνηγημένη έπεσα στην αγκαλιά σου! Δεν είναι υπέροχο;

Τυλιγμένος από τη μυρωδιά της, με ζάλιζε το άσπρο της φόρεμα και το χαμόγελό της με συνεπήρε στη νύχτα που τρέχαμε στη βροχή έξω από το la maison με τη μουσική να μας ακολουθεί. Ορκιστήκαμε αιώνια αγάπη, και αφού φιληθήκαμε, γράψαμε τα ονόματά μας στον τοίχο και το γέλιο της με ανατρίχιαζε ολόκληρο, μέχρι που ήρθες και συγκρούστηκα με την πραγματικότητα.

Η ηλιαχτίδα απομακρύνθηκε λίγο.

Αγάπησε εμένα! Τρεμόπαιξε χαρούμενα. Υπάρχει αρκετός χώρος και για τους δύο.

Ο άντρας της γύρισε την πλάτη.

Εσύ χάνεις, είπε κι έφυγε.


Κατερίνα Παπαδημητρίου

Χειμώνας χωρίς αύριο


Συναντήθηκαν τον Δεκέμβρη. Τον άγγιξε σ’ ένα ύστατο χαίρε. Ήταν σαν της έλεγε «δεν σε περίμενα». Είχαν κοινό σημείο. Το κρύο. Εκείνη το έφερε, εκείνος το περιείχε.

Μία εβδομάδα πριν, όταν εκείνος βρισκόταν ακόμα στο σπίτι, περνώντας απ’ τον καθρέφτη του χολ, έστρεψε το βλέμμα στο είδωλο της γυναίκας του που τον παρακολουθούσε βουβά. Ήξεραν. Έσυρε με κόπο τα βήματά του στην καρέκλα δίπλα στο το παράθυρο. Κάθισε. Εκείνη του φόρεσε μάλλινες κάλτσες. Της είπε «μου αρέσει όταν συννεφιάζει». Εκείνη διαφώνησε. Σε αντίθεση μ’ εκείνον, προτιμούσε τις ηλιόλουστες μέρες. Ήταν τότε εικοσιπέντε του Νοέμβρη. Χωρίς αύριο.

Πλησιάζουν στον ναό. Τον αγκαλιάζει. Το κοστούμι του έχει βραχεί. «Πάντα μ’ αγαπούσες», του λέει. Λίγο πριν χαθεί απ’ τα μάτια όσων ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μια σταγόνα της τον ακουμπά στο μέτωπο. Κυλάει αργά στα παγωμένα χείλη του. Της λέει, «όχι πια» και τη φιλά. Το φιλί τους έχει γεύση από χώμα.

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.