διηγήματα ασκούμενων Ασκήσεις Ύφους

Ασκήσεις Ύφους

Πάρτε το παρακάτω κείμενο κι άλλαξτε του ύφος. Γράψτε το όπως θα το έγραφε ο περιπτεράς ή ο άντρας  ή γράψτε το όπως θα το έγραφε ένας λόγιος, ένας χωριάτης, ένας μάγκας, ένας αλλοδαπός, ένας ελληνοαμερικάνος, μια πόρνη, μια κυρία του κατηχητικού, ένας λεπτολόγος, ένας αδιάφορος... Προσπαθήστε με κέφι! Καλή διασκέδαση!

 

Σταμάτησα στο περίπτερο νωρίς το πρωί και νυσταγμένος  για ν' αγοράσω τσιγάρα. Ένας άντρας νευρικός έψαχνε σκυμμένος πάνω στα εβδομαδιαία περιοδικά. Φορούσε ένα ξεπλυμένο τζιν παντελόνι κι ένα μπλουζάκι μπλε με μεγάλο βε που άφηνε να φανεί η μισή του πλάτη όπως ήταν σκυμμένος. Γυρίζοντας προς το μέρος μου το κεφάλι του, είδα τη μεγαλύτερη μύτη που έχω δει ποτέ. Ο περιπτεράς έξαλλος του φώναξε "πάρε τη μύτη σου απ' τα περιοδικά, να ψάξει και κανένας άλλος". Τον ξαναείδα στο ταχυδρομείο λίγο αργότερα όταν μια ηλικιωμένη κυρία του έλεγε πως το μπλουζάκι του δεν ταιριάζει σε σοβαρό άντρα. 

 

  Anastasia G. Poulopoulou Δεν το συνηθίζω να ξυπνάω τόσο πρωί αλλά σήμερα ήταν αναγκαίο. Πριν πάω στην εφορία, πέρασα από το περίπτερο της γειτονιάς. Ο μοναδικός πελάτης του κυρ Δημήτρη ήταν εκείνη τη στιγμή αφοσιωμένος στα περιοδικά και είχε γυρισμένη την πλάτη του προς το μέρος μου. Ήταν περίεργα ντυμένος, μα μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η μπλούζα του, με το μεγάλο βε, που φανέρωνε σχεδόν όλη την πλάτη του. Αυτό μέχρι να γυρίσει προς το μέρος μου! Τότε ξέχασα την πλάτη, αφού ξεπρόβαλε μπροστά μου η πιο τεράστια μύτη, που έχω δει ποτέ. Όμως, δε θα το σχολίαζα μπροστά του, σε αντίθεση με τον κυρ Δημήτρη, που δεν έχασε την ευκαιρία να του πει να πάρει τη μεγάλη μύτη του από τα περιοδικά. Αφού τελείωσα τις υποχρεώσεις μου στην εφορία, πήγα στο ταχυδρομείο. Εκεί τον είδα ξανά. Μία γιαγιούλα έλεγε στον κύριο με τη μεγάλη μύτη ότι η μπλούζα του δεν ταιριάζει σε σοβαρό άνθρωπο. Σε αυτό το σημείο, άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί να σχολιάζουμε πάντοτε τους άλλους και τα αρνητικά τους σημεία, αντί να ασχοληθούμε όλοι πρώτα με τον εαυτό μας...

 

Maria Titomihelaki Velinia Fairy Factory Κρητικός: Εγιάγυρα αλλάργο στο περίπτερο γιάντα εξόμεινα από τσιγάρα ο καψερός τσι εκιά που εθόρουνα τα περιοδικά εξόμεινα κόκαρο. Ήντανε ένα κοπέλι τσαι εγύρισενε τσαι ξάνοιγέ με σα ντω κουζουρό. Εφόριενε ένα γκζεπλιμένο πανταλόνι τσαι οντε ν’ήτουνε σκυφτός εφάνηκενε όλος ντου ο μπέτης τσι εθάριουνα πως ήτονε χωρατατζής, γιαντα οντε γιάγυρε τσαι με ξάνοιξε, εσκιάχτηκα μια ολιά! Ε, Παναΐα μου, ήντα ‘ναι του τηνα η μύτη που ‘χει εκιόνος σες στη μούρη ντου; Ωσαν την μελιτζάνα την τσακώνικια τσαι λαχτάρησα το ιμάμ μπαϊλτί το γιαχνερό τση μάνας μου. Τσαι τόσες τονε ντάκαρε τσαι ο Σήφης ο περιπτεράς να κάνει στη μπάντα τσαι μόνο τσι ντουντούκες που δεν ήβγαλε να τονε ξεφωνίσει το γκακομοίρη. «Άμε μωρέ πια πέρα τη μυτάρα σου που ‘ποιασες όρο το ντόπο να ξανοίξει τσαι κιανείς άρρος τα περιοδικά»! Τον κακομίτση τονε λυπήθηκα. Μετά που επήα στο ταχυδρομείο να πληρώσω τσι κερατάδες τσι ΔΕΗ, τονε ξανάδα το γκακοντυμένο μυταρά. Αλλά δεν ίκατσε τσι ύφηγε με σκυφτή την κεφαλή γιαντα μια γρα τονε ‘κραξε ομπρός στον κόσμο τσαι του φώνιαζε «ε κακομίτση παράορε, ήντα ρεζιλίκια είναι τούτα να; Ήντα τζετζερόλια είναι τούτανα που φορείς»;

 

 

Anasta Cia Απόπειρα: Δεν το συνηθίζω να ξυπνάω τόσο πρωί αλλά σήμερα ήταν αναγκαίο. Πριν πάω στην εφορία, πέρασα από το περίπτερο της γειτονιάς. Ο μοναδικός πελάτης του κυρ Δημήτρη ήταν εκείνη τη στιγμή αφοσιωμένος στα περιοδικά και είχε γυρισμένη την πλάτη του προς το μέρος μου. Ήταν περίεργα ντυμένος, μα μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η μπλούζα του, με το μεγάλο βε, που φανέρωνε σχεδόν όλη την πλάτη του. Αυτό μέχρι να γυρίσει προς το μέρος μου! Τότε ξέχασα την πλάτη, αφού ξεπρόβαλε μπροστά μου η πιο τεράστια μύτη, που έχω δει ποτέ. Όμως, δε θα το σχολίαζα μπροστά του, σε αντίθεση με τον κυρ Δημήτρη, που δεν έχασε την ευκαιρία να του πει να πάρει τη μεγάλη μύτη του από τα περιοδικά. Αφού τελείωσα τις υποχρεώσεις μου στην εφορία, πήγα στο ταχυδρομείο. Εκεί τον είδα ξανά. Μία γιαγιούλα έλεγε στον κύριο με τη μεγάλη μύτη ότι η μπλούζα του δεν ταιριάζει σε σοβαρό άνθρωπο. Σε αυτό το σημείο, άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί να σχολιάζουμε πάντοτε τους άλλους και τα αρνητικά τους σημεία, αντί να ασχοληθούμε όλοι πρώτα με τον εαυτό μας...

 

Tsika Flika Α, βρε, ιγώ στου πιρίπτερου έκανα μια στάκα. Πήγα να πάρου απού ικείνα τα τσιγάρα που ξερ'ς. Τι ήταν ικείνους όρε μάνα μ'! Νεύρα θα είχε κι είχε σγούψει πάνω στα φύλλα με τις γκόλιες κι όλου τα έψαχνι. Α, ρα τι φορούσε αυτούνους ου έρμος; Απ' αυνά τα τζίνια τα πανταλόνια ξεβαμμένου από καμιά χλωρίνη, λάθος της μάνας τ' κι ένα τσούτσικο μπλουζάκ' κι αυνό στο πλυντήριο θα μάζιψι. Α, ρα, τι μάνα έχει ου έρμους που δεν γροικάει να πλέν'; Α, ρα άμα την είχα ιγώ γυναίκα θα την σάπιζα στου ξύλου λέμε. Κι είχι κι ένα άνοιγμα απού μπρουστά του μπλουζάκ' τ'… λέλε μάνα μ'! Κι κάνει μια ου έρμους έτσι κι γλιέπου την μούρη τ'! Οϊ μάναμ' τι μυτόγκα ήταν αυνή; Τουν θυμάσαι τουν Δημητρό τουν ζαβό που τουν κουρουϊδεύαμε στο χουριό κι μιτά πήγι στην Αμερική να γλιτώσι; Ε, τέτοια μύτη είχι κι αυνός κι πάενε κι ακόμα σιαπέρα. Ου πιριπτιράς σκιάχτηκε κι άρχισε να φωνάζει "πάρι τη μύτη σ' απ' τα πιριουδικά να ψάξει κι κανένας άλλους". Α, ρα αυτός μι τη μύτη λες και μι πήρι στου κατόπι. Τσουπ, νάτους πάλι στου ταχυδρουμείου που πήγα. Κι ήταν κι μια γριά ικεί, όχι σαν τις δικές μας στου χουριό μεσ' στα μαύρα, αλλά φουρούσε κάτι παρδαλά ρούχα κι κάτι κολιέδες σαν την αλυσίδα της παρδάλους. Κι διν ξέρου τι θα έκανε στην γριά ου μυτόγκας αλλά τουν φώναζε με μια τσιριχτή φουνή παναϊάμ, άμα την είχα ιγώ γυναίκα θα την κλείδουνα στου σταύλου, για του τσούτσικο του μπλουζάκ' τ'. Δεν ταιριάζει σι σουβαρού άντρα, τουν έλιγι, α, ρα κι είχε δίκιου η γυναίκα!

 

Naki Kyriaki Poulopoulou Φιλαράκι δεν θα πιστέψεις τι έγινε το πρωί πάνω στην αλλαγή βάρδιας. Σταματάω που λες στο περίπτερο να πάρω κάνα τσιγάρο να φουμάρω ο χαρμάνης, νυσταγμένος από το ξενύχτι όταν μπροστά μου βλέπω ένα τυπάκι μες την τσίτα, σκυμμένο να ψάχνει στα εβδομαδιαία περιοδικά. Φοράει ξεπλυμένο μπλουτζινάκι, μπλουζάκι με μεγάλο βε παρακαλώ, και σκυμμένος όπως είναι φαίνεται η μισή του πλάτη δικέ μου. Γυρίζει και όπως πέφτουμε μούρη με μούρη παθαίνω την πλάκα μου. Βλέπω μια μυτάρα μεγάλε, που όμοια της δεν έχω ματαξαναδεί. Χαζεύω και μένω αφώνου, όταν ξάφνου ο περιπτεράς χωρίς να κολλήσει μία του την λέει του τύπου "άντε ρε τράβα την μυτόγκα σου από τα περιοδικά να δει και κάνας άλλος". Δεν προφταίνω να φύγω να σου πέφτω πάλι πάνω του στο ταχυδρομείο, του την λέει μια γριά και καλά για το μπλουζάκι του, σε στυλάκι δεν ταιριάζει σε σοβαρό άντρα και τέτοια. Τρομερή φάση σου λέω μεγάλε.

 

Adrianna Bakogianni Νυσταγμένη, κουρασμένη, ανίκανη να πάω κι αυτή την καταθλιπτική Δευτέρα για μια ακόμα βαρετή ημέρα δουλειάς... Ένα τσιγάρο θα σε βοηθήσει να χαλαρώσεις, σκέφτομαι. Φτου! Άφησα το πακέτο πάνω στο κρεββάτι απ΄τη βιασύνη μου... Γαμώτο! Βγάζω το τσαλακωμένο πεντάευρω απ΄την τσέπη και κατευθύνομαι στο περίπτερο. Πρέπει να το κόψεις κάποια στιγμή το αναθεματισμένο! Δεν είναι κατάσταση αυτή.Δεν έχεις να πληρώσεις το νοίκι,αλλά για αυτόν τον διάολο βρίσκεις πάντα λεφτά. Οι σκέψεις μου σταμάτησαν απότομα όταν άκουσα τις φωνές του περιπτερά. Ο κύριος Δημήτρης ήταν ανέκαθεν αγροίκος αλλά σήμερα το παράκανε... Έβαλε τις φωνές σ΄έναν άντρα με μεγάλη μύτη,μόνο και μόνο επειδή του έκοβε τη θέα της γκομενίτσας με τα ωραία πόδια και το γεμάτο μπούστο! Δεν μπορώ τις πρωινές φωνές μουρμούρισα και ενοχλημένη έφυγα να πάω στο πιο κάτω περίπτερο για την αγοράω της πρωϊνής μου τζούρας. Στο δρόμο το μόνο που σκεφτόμουν ήταν αν όντως ισχύει αυτό που λένε για τους άντρες με τη "μεγάλη μύτη" και αν είναι πράγματι τόσο χαρισματικοί όσο ακούγεται... Δεν πρόλαβα να καταλήξω σε συμπεράσματα καθώς μια γιαγιά που έβγαινε απ το ταχυδρομείο έδειχνε στην εγγονή της έναν τύπο που πέρναγε στο απέναντι πεζοδρόμιο και της έλεγε να μην μπλέξει ποτέ στη ζωή της με άντρα που φοράει πιο ανοιχτό βε απ΄το δικό της, γιατί μπορεί να της βγει κουνιστός. Κοιτάζω από περιέργεια και βλέπω τον "χαρισματικό" τύπο που ήταν προηγουμένως στον κυρ Μήτσο. Σ' όλη τη διαδρομή για τη δουλειά προσπαθούσα να αναλύσω τη σεξουαλικότητα αυτού του τύπου. Τι του αρέσει,αν έχει σχέση,πώς φτιάχνεται, με τι τη βρίσκει και διάφορα άλλα τέτοια πράγματα. Φτάνοντας στη δουλειά έκπληκτη συνειδητοποιώ πως δεν έχω καπνίσει εκείνο το τσιγάρο που σαν τρελή ήθελα προηγουμένως. Δεν πειράζει, φωνάζω! Μπορεί και να μπορώ να το κόψω τελικά. Να 'σαι καλά άγνωστε-bi ή gay τύπε με τα πλούσια προσόντα...;-)

 

Antony Armaos Ο 80s μαγκας θα΄λεγε... Που λέτε κολλητοί καβάλησα τη XT, πήρα και την "έτσι" μαζί μου και τραβήξαμε για παραλία. Δεν είχα όμως τσιγάρα κι έπρεπε να πάρω. Μην χαρμανιάσουμε δεν λεέι ναούμ. Με δυό κολιές βρέθηκα έξω απ΄ τα ηλεκτρονικά που συχνάζουμε με την παρέα της disco και κατέβηκα στο περίπτερο να πάρω τσιγαράκια να΄χουμε να φουμάρουμε. Μπροστά μου είναι ένας τύπος σκυμμένος και χαζέυει τις φυλλάδες και τα περιοδικά. "Δικέ μου κάνεις λίγο στην μπάντα" του λέω και βλέπω μπλουζάκι με βε και όλη η πλάτη να φαίνεται κανονικά. Όχι ρε, δεν παίζεται ο τύπος σκέφτηκα. Τότε είναι που σηκώνεται και εκέι μεγάλε μου΄φυγε το καφάσι. Είχε μια μύτη ο τύπος που έσκιζε σου λέω. Καράφλιασα, δεν το πίστευα. Σαν να μην έφτανε αυτό του πετάει ο περιπτεράς ένα "παρ' τη μύτη σου απο κεί να περάσει ο άνθρωπος" ε, και έγινε κόλαση. Ο μυτόγκας έφυγε αμέσως και λιώσαμε στα γέλια. Στο δρόμο για την παραλία θυμάμαι ξαφνικά οτι δεν πήγα ταχυδρομείο για μια δουλειά της μάνας μου. Φτουουουουουου λέω στην δικιά μου... γυρνάμε πίσω αμέσως. Τι έγινε ρε μωρό; μου λέει. Κάτι ξέχασα ρε μωρό της λέω. Αμάν μωρέ δικέ μου με τραβολογάς από δώ κι απο κεί. Έλα της λέω, γιατί μου την βγαίνεις έτσι τώρα ναούμε; Αφού φτάνουμε στο ταχυδρομείο "Ε όχι λέω δεν γίνονται αυτά". Τί είναι πάλι; μου λέει η δικιά μου καθώς η τεράστια τσιχλόφουσκα έσκαγε πάνω στα μούτρα της. Ο μυτόγκας της λέω! Α χαχα κοίτα του την λέει μια γιαγιά για το μπλουζάκι που φοράει.

 

Katerina Apostolopoulou Η ώρα ήταν περίπου 10 το πρωί. Απ' την ώρα που ξύπνησα έχω πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα. Αποροφημένη σ’ ένα άρθρο κοινωνικού περιεχομένου (μ' έχει πιάσει τελευταία η μανία με τα κοινωνικά) απλώνω το χέρι ν' ανάψω τσιγάρο όταν αντιλαμβάνομαι ότι το πακέτο χαμογελά απέναντι μου σαρκαστικά. «Θέλω τσιγάροοο» μου φωνάζω σχεδόν υστερικά. Φεύγω τρέχοντας για το περίπτερο της γειτονιάς βρίζοντας θεούς και δαίμονες. Φτάνοντας εκεί και στη φούρια μου πάνω, πέφτω σ έναν άντρα που ήταν σκυμμένος πάνω στα περιοδικά. Η συγνώμη μου σχεδόν πνίγηκε όταν είδα το μπλουζάκι που φορούσε. Ένα τεράστιο V αποκάλυπτε τη μισή του πλάτη…(θα του ξεχύλωσε στο πλύσιμο) σκεφτόμουνα, όταν εκείνος μετά το σκούντημα μου και την αθόρυβη συγνώμη μου γύρισε προς το μέρος μου… μια τεράστια μύτη στο κέντρο του προσώπου του, έκρυβε σχεδόν το γλυκό χαμόγελο που σχημάτισαν τα χείλη του. «Παρακαλώ, εμένα με συγχωρείται» είπε ενώ ο περιπτεράς του έβαλε τις φωνές να τελειώνει με τα περιοδικά και να μην εμποδίζει τους υπόλοιπους πελάτες. Πήρα δύο πακέτα τσιγάρα, και γυρίζοντας σπίτι σκέφτηκα πόσο θα ήθελα ένα γλυκό. Δίπλα το ζαχαροπλαστείο (άντε να αγιάσεις μετά… διαίτα από βδομάδα). Μπαίνοντας στο ζαχαροπλαστείο βλέπω τον κυριούλη μπροστά στις σοκολατίνες ενώ μια κυρία δίπλα, του έλεγε πως το μπλουζάκι του δεν τον κολάκευε καθόλου. Εκείνος με το τεράστιο V του και τη τεράστια μύτη του, γύρισε προς το μέρος της κυρίας, της χαμογέλασε μ' εκείνο το μοναδικό τεράστιο χαμόγελό του! Εγώ πάλι αγόρασα μια black forest και πήρα το δρόμο της επιστροφής, φτάνοντας στην εξώπορτα ανακαλύπτω πως δεν έχω πάρει κλειδιά κι ότι είμαι με τις πυτζάμες!

Υ.Γ. Συγνώμη που άλλαξα το ταχυδρομείο με το ζαχαροπλαστείο αλλά πάντα το τσιγάρο το συνδυάζω με γλυκό.

 

Tsika Flika Μετά την ολονυκτία του Αγίου Ζηνοβίου, μεγάλη η χάρη του, σταμάτησα να πάρω τσιγάρα από ένα περίπτερο. Όχι για μένα, αλλά για τον άσωτο τον αδερφό μου, ο Θεός να βάλει το χέρι του να βρει επιτέλους το δρόμο του. Ένας νευρικός κύριος είχε σκύψει στα εβδομαδιαία περιοδικά, στα όργανα του εξαποδώ που δε δείχνουν πια κανένα σεβασμό στα ήθη και στις αξίες και χρησιμοποιούν τις γυναίκες ως γενετήσια αντικείμενα εκμετάλλευσης και πειρασμού για να παραπλανούν τον κόσμο και να αμβλύνουν τα ήθη καταστρέφοντας θεσμούς όπως οικογένεια, πατρίδα και θρησκεία. Ο κύριος αυτός, θύμα της μόδας που θέλει να ντύνονται το ίδιο άνδρες και γυναίκες φορούσε ένα τζιν παντελόνι, παλιό και ξεβαμμένο, τάχα ότι είναι ΙΝ και ένα μπλε μπλουζάκι, με ένα μεγάλο βε και έτσι όπως ήταν σκυμμένος ούτε που νοιαζόταν που άφηνε αδιάντροπα τη μισή πλάτη του σε κοινή θέα. Αχ, πώς καταντήσαμε να ντύνουμε έτσι τα θεία σώματα που μας δόθηκαν από τον Κύριο ημών! Μάλλον θα ήταν από τους …θου κύριε φυλακί τω στόματι μου. Γεμίσαμε από δαύτους πια. Σόδομα και Γόμορα! Γυρίζοντας προς το μέρος μου παρατήρησα τη μεγάλη μύτη του. Μέγας είσαι Κύριε και τα πάντα εν σοφία εποίησες! Για κάποιο λόγο θα του είχε δοθεί μια τέτοια μεγάλη μύτη. Κύριος μόνο οίδε γιατί. Ο περιπτεράς ήταν κι αυτός εκνευρισμένος, τι τα θες, μακριά από το Θεό δεν υπάρχει γαλήνη, και φώναξε στον κύριο με την τεράστια μύτη: "πάρε τη μύτη σου απ' τα περιοδικά, να ψάξει και κανένας άλλος". Αυτό βέβαια δεν ήταν ηθικα σωστό, να του χτυπάει δηλαδή έτσι κατάμουτρα ένα εξωτερικό ελάττωμά του. Μην κρίνετε ίνα μην κριθείτε όπως είναι γραμμένο και στην Καινή Διαθήκη. Αλλά τι να πεις; Πάει χάλασε ο κόσμος και ο σατανάς θα χορεύει από τη χαρά του με όλα αυτά που βλέπει. Λίγο αργότερα, ξαναείδα τον ίδιο άντρα στο ταχυδρομείο και μια σεβάσμια καθώς πρέπει ηλικιωμένη κυρία, βρήκε το θάρρος, ας είναι ευλογημένο το στόμα της, να του πει ότι τέτοια μπλουζάκια δεν ταιριάζουν σε σοβαρούς άντρες (αν ήταν άντρας δηλαδή, κι όχι… θου κύριε!).

Συγνώμη που καταχράζομαι τον χώρο και επέστρεψα και με δεύτερο κείμενο αλλά μου άρεσε η προκληση και δεν άντεξα στον πειρασμό... θου Κύριε!

 

Emmy Mes Ανοίγω πρώτα το μάτι. Μετά το πακέτο. - Φτού! Πρέπει να κατέβω για καπνό. Φοράω τα DC μου και κατεβαίνω… Ένας τύπος με βε σαν εξώπλατο, τσεκάρει τα εβδομαδιαία. Πρέπει να το’χει κάψει, σκέφτομαι. Γυρίζει προς το μέρος μου και νοιώθω μια σκιά να με πλακώνει. Μαν, τρελλάθηκα. Τέτοια μύτη δεν έχω ξαναδεί! Αλλά η φάση ήταν ο περιπτεράς… «Πάρε τη μύτη σου απ’ τα περιοδικά, να ψάξει και κανένας άλλος». Δεν υπάρχει λέμε! Τον ίδιο τύπο τον πέτυχα πιο μετά και στο ταχυδρομείο που του την έλεγε μια θείτσα για το εξώπλατο. Καλή φάση…

 

Τζούλια Σοφιά Μου τη δίνει όταν μένω από τσιγάρα. Ένα παραπάνω όταν ξυπνάω και διαπιστώνω πως δε με φτάνουν. Έβαλα μια φόρμα και με την τσίμπλα στο μάτι ξεκίνησα για το πλησιέστερο περίπτερο. Είχα και κάτι σηκωμάρες, τρελές... Τον έκοψα από μακριά, τι κώλος Παναγιά μου! Όπως άνοιγε ξεδιάντροπα το μπλουζάκι του μπορούσα να δω κάθε λεπτομέρεια της πλάτης και του κορμιού του. Και τι πλάτη και τι κορμί... τα έχασα τελείως. Το φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια μου με εμπόδιζε να σκεφτώ λογικά. Τι να του πω, πώς να αρχίσω; Κάνε να γυρίσει προς τα δω! Ξαφνικά το βλέμμα μου έπεσε στην μύτη. Και τι μύτη; Η πιο μεγάλη που 'χα ποτέ δει. Έπρεπε να έχει κάτι για να διαφέρει. Ξανθέ μου άγγελε θέλω να λατρέψω την μύτη σου. Κι εκεί που έψαχνα να βρω τρόπο να σπάσω τον πάγο, "πάρε τη μύτη σου απ' τα περιοδικά, να ψάξει και κανένας άλλος"... Ήξερα πως ήταν μαλάκας ο περιπτεράς αλλά όχι και έτσι... Ο ξανθός μου άγγελος καβάλησε το μηχανάκι του και εξαφανίστηκε. Έμεινα προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε γίνει. Αποσβολωμένος. Αδύναμος. Και ερεθισμένος τα μάλα. Γιατί δε του μίλησα; Γιατί τα έχασα; Γιατί, γιατί; Κατευθύνθηκα προς το ταχυδρομείο, κατέβηκα που κατέβηκα, ας πάω να δω τουλάχιστον τι είναι αυτό το συστημένο. Δεν πίστευα στην τύχη μου! Υπάρχει τελικά Θεός! Το ξανθό αγγελούδι μου, μιλούσε με μια όχι και τοσο συμπαθητική γριά. Κάτι του λεγε για το ανοιχτό του μπλουζάκι... δεν είναι σοβαρός και τέτοια χαζά. Δεν άντεξα να μην επέμβω, είχε έρθει η ώρα μου. "Γιαγιάκα δε πα να πλύνεις κανα πιάτο, τι θες κι ανακατεύεσαι με τη μόδα"; Ο άντρας της ζωής μου, μου χαμογελούσε θεληματικά. Έχουν περάσει τρια χρόνια από τότε. Με τον Μάνο παντρευτήκαμε στο Άμστερνταμ. Τώρα που σας γράφω του χαιδεύω το θεικό του κωλαράκι!

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ Που λες μαντάμ, άκουσε ν' ακούσεις και μπάνισε να δεις, εγώ ξυπνώ πρωί πρωί με τη δροσούλα καθ' ότι τσιτώνει το δέρμα και ξυπνάει τον οργανισμό, νυσταγμένος και με το βλέφαρο κουρτινάκι αντιλαμβάνομαι ότι στερούμαι τσιγάρου. Τι να κάνω ενδύομαι καθώς πρέπει και κατηφορίζω στο περίπτερον. Εκεί είναι που έπαθα … μπανίζω ένα χλε χλε να εντριφεί στον περιοδικό τύπο. Φορούσε που λες μανταμίτσα ένα παντελόνι πολύ υπό και με πολύ ξέβαμμα, να πούμε, και ένα φανελάκι της βαφτίσεως, καθότι όμως γούσταρε ο τύπος λόγος δε μας πίπτει και σχόλιο ουδέν. Όμως ρε αδελφάκι μου όταν είδα τη μυτογκα που έσερνε έπαθα, αυτό δεν ήταν μύτη, ήταν ένα πραμα να! με μπαρδον δηλαδή αλλά εξεπλαγειν. Ύστερις του φωνασκεί το κατάστημα: πάρε τη μύτη σου από τα περιοδικά, να ψάξει και κάνας άλλος. Υπάγω ύστερις στο ΕΛΤΑ για το μπουγιουρντι του υδατος να ρίξω το παραδάκι και ακούω γραία να ευρίσκεται σε κατάσταση κατηχήσεως και να λέει στον τύπο με το γεωτρύπανο ότι δεν αρμοζει σε ανήρ καθώς πρέπει τοιαύτη ενδυσις. Έτσι έγιναν μαντάμ τα γεγονότα τα γενόμενα.

 

γιώργος παναγιωτίδης Διελθών εκ περιπτέρου, νυσταλέος, προς άγραν κιτίου σιγαρέτων, απαντώ ανήρ νευρικόν όστις ερευνούσε τον περιοδικόν τύπον… τον περιδικόν τύπον βεβαίως βεβαίως. Ήτο ενδεδυμένος με σκελίδαν ξέθωρον εκ βάβμακος αποκαλούμενη τζιν και με κυανούν πανωφόριον κονδών χειρίδων ούτο εδιέθετε μέγα V τοιοτοτρόπως ώστε ηδύνατο φανεί η πλάτη του ανδρός καθάπερ ούτος έκυπτε επί του τύπου… επί του τύπου βεβαίως βεβαίως. Στρέφοντας την κεφαλή του εις το οπτικόν μου πεδίον, ορώ τη μεγαλυτέρα ρίνα που ουδεπόποτε εώρακα έως την σήμερον. Ο περιπτερούχος εν εξάλλω καταστάση έκραξε "λάβε τη ρίνα σου εκ των περιοδικών, να ημπορέσει ν’ αναζητήσει και έτερος ουδής "... και έτερος ουδείς βεβαίως βεβαίως. Τον επανείδα οσονούπω εν το ταχυδρομικόν κατάστημα, εν το ταχυδρομικόν κατάστημα βεβαίως βεβαίως, όταν γηραιά κυρία διέπραττε παρατήρησιν περί του πανωφορίου αυτού πως δεν αρμόζει σε άνδραν σεπτόν, σε άνδραν σεπτόν βεβαίως βεβαίως.

 

Lila Papapaschou Κυρία "Ελευθέρων Ηθών", μιας κάποιας ηλικίας, νεανίζουσα: Έλα μωρή...μια ώρα περιμένω. Κάτσε να στα πω...αχ με τάραξε το παλιόπαιδο πρωϊνιάτικα. Ευτυχώς που χθες ήταν κλειστό το "μαγαζί" και έκλεισα λίγο το τσίνορο. Πώς με κόβεις, φράπα; Τόσο χάλια μωρή... αχ δίκιο έχει λιώμα είμαι. Πριν έρθω σταμάτησα στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα - μην με καρφώσεις στον μαλάκα ότι το ξανάρχισα, ανησυχεί μην του χαλάσει το εμπόρευμα - κομμάτια παρόλο που έλιωσα στον ύπνο και βλέπω μια "κουλή" εν εξάλλω να ψάχνει τα εβδομαδιαία -μωρή - ναι τα περιοδικά που ζουν απ' τα αλλαξοκωλίκια των σταρ, τρομάρα του μου θέλει και τζετ σετ η κωλάρα του. Ναι καλά το κατάλαβες η κουλή μας προέκυψε άντρας αλλά αγάπη μου ούτε εγώ δεν βγαίνω έτσι στον κόσμο εκτός δουλειάς. Το τζιν ξεσκισμένο απ' όλες τις μπάντες και το κορσεδάκι από τα περσινά της Ζωζώς Σαπουτζάκη, ξες ποιον μου θύμισε καλέ, τον γιο της Μαρίκας της κουτσής που πήγε στην Βενεζουέλα και γύρισε από Μανώλης... Σύνθια. Αχ σε λίγο δεν θα μετράμε μωρή, θα μας φάνε την δουλειά τα τραβέλια! Anyway κάνει μια στροφή ο λεγάμενος και τι να δω ο Πινόκιο σε στύση. Τέτοιο πράγμα δεν ξανάδα σε φάτσα ανθρώπινη, υπερπαραγωγή, σκιάχτηκα. Ο κυρ Μήτσος - και γαμώ τους περιπτεράδες πανάθεμα τον -γκάριζε από μέσα "Πάρε την μύτη ρε άχρηστε από τα περιοδικά να ψάξει και κανένας άλλος. Α, όλα κι όλα κυρ Μήτσο μου. Εδώ θα τα χαλάσουμε. Έχει προσόντα το παλληκάρι. Ξέρεις τι λένε για την μύτη και για το παπούτσι...έτσι δεν λένε μωρή. Μη γελάς γαμώτο το κέρατο σου... αχ γερνάω η ρουφιάνα. Α και το καλύτερο δεν στο 'πα, στο κράτησα για φινάλε. Τον ξαναπέτυχα στο ταχυδρομείο, πολύ γέλιο, του'κανε κατήχηση ένα σάψαλο, την χάλασε το στάιλινγκ, δεν ήταν του γούστου της, δεν είναι αυτά για σοβαρούς άντρες του είπε. Αχ ρε καημένη να 'ξερες τι μου ζητάνε κάθε βράδυ κάτι σοβαροί άντρες με κοστούμια και γραβάτες, άστο ήσυχο το παιδάκι να βάλει ότι γουστάρει... πήξαμε στην Ιερά Εξέταση... αχ και να' ξέρες τι βλέπουν τα ματάκια μου, θα σου φτανε η πίεση διακόσια!

 

Mary Brili Μόλις την έκανε κι ο τελευταίος πελάτης, κατέβασα ρολά κι είπα να πάω για τούφες. Δεν κάνω μια στάση λέω και σ' αυτόν τον γρουσούζη τον περιπτερά... μην μείνουμε κι από φούμο. Αυτή τη φορά τα είχε βάλει με την μύτη ένός φουκαριάρη που του έπιανε τα περιοδικά -είχε κι αυτός μία μύτη ρε αδελφούλα μου ίδια η πλατεία Συντάγματος- και άκου δικιά μου, στρίβοντας στην Φίλωνος, στο Ταχυδρομείο ποιόν βλέπω; τον δικό σου τον λιμοκοντόρο με ένα πουρό που σχολιάζε σαν πουριτάνα το βαθύ εξώπλατο ντεκολτέ του φουκαριάρη του μυτόγκα. Για το μπλου τζιν, ούτε λόγος γιατί ο δικός σας ρε το τεκνό ο λιμοκοντόρος φορούσε ένα τζιν που του έριχνε στο ξεθώριασμα αφού αυτουνού του είχε κάνει και τρύπες. Μόλις την έκανε κι ο τελευταίος πελάτης, κατέβασα ρολά και είπα να πάω για τούφε.

 

Maria Michael -Ελα βρε Θανο, ναι πετάχθηκα εφορία και ταχυδρομείο, είχα μια μέρα πάλι, κάτσε καλά! Μην το συζητας, τι εχω πάθει μαυτόν τον τύπο ρε παιδί μου, σου είπε ο Ανέστης ε; Έχω βρει κακό μπελά μιλάμε φίλε, δεν ξεκολλάει ρε συ. Σήμερα πριν προλάβω να βάλω το τελευταίο μανταλάκι νάσου πάλι κουνιστός και λυγιστός. Κι έχει μια μύτη βρε αδελφέ, λαχταράω κάθε πρωί. Πέταξε κι ένα V σαν να βγήκε απο δεξίωση του Γαβαλλά ρε συ και μπαστακώθηκε μπροστά στον πάγκο να μου κρύβει τον ήλιο. Μιλάμε για μεγάλο κόλλημα. Δυο, όχι τρεις φορές τον ρώτησα αν θέλει κάτι, ούτε που με κοίταξε. Ακόμα και το σκυλί μου ρε συ μαζεύτηκε στην άκρη, άχνα δεν έβγαλε. Η κυρά Ελένη απά απέναντι με νεύμα μου ζήτησε εφημερίδα, δεν πλησίαζε ανθρωπος σου λέω, τη μέρα μου μέσα! Μόνο ένας, ξενυχτισμένος φαινόταν, κοντοστάθηκε για τσιγάρα και είδε το χάρο με τα μάτια του ο άνθρωπος, παραπατώντας έφυγε, ούτε ευχαριστώ δεν είπε. Α στην ευχή του! Ευτυχώς ήρθε ο Ανέστης να κρατήσει λίγο το πόστο να πεταχθώ για τις δουλειες. Α αυτός, όχι δεν έμεινε, χτύπησε το τηλέφωνο του κι έφυγε, τη γλίτωσε ο μεγάλος. Ναι βρε λαό και στην εφορία αλλά στο ταχυδρομείο χαμός. Αλλά δεν στο πα το καλύτερο, τον πέτυχα πάλι, την τύχη μου μέσα. Στο ταχυδρομείο ρε συ, το πιστευεις; Στη διπλανή ουρά να περιμένει κι αυτός ενώ δυο τρεις άλλοι πιο κει είχαν βάλει τα γέλια. Μια κυριούλα του την είπε κιόλας "Πού πάτε κύριε έτσι; Μέσα σε κόσμο είστε". Κι όσο αυτός δεν απαντούσε τόσο φούντωνε η κυρία. Μπα δεν μπορεί, κουφός πρέπει νά 'ναι βρε συ, λέξη δεν εβγαλε. Εδώ, στο στόμα τόχα να του πω κι εγώ, "να το αποφεύγεις το V ρε φίλε σου χαλάει τη μύτη" αλλά έδωσα τόπο. Έλα φίλε σ' αφήνω, δεν βλέπω να βγαίνει μεροκάματο σήμερα, τα λέμε στο γήπεδο.

 

Anastasia Amanatidou Μόνο αυτό μου έλειπε τώρα. Να με κοιτάει ο κόσμος και να γελάει, τι ηλίθια αδερφή έχω, Θεέ μου! Και να πω ότι δεν το΄ξερα; Το ‘ξερα που να με πάρει. Δεν πρόλαβα να πατήσω το πόδι μου στην Αθήνα και ‘’αχ, να σε περιποιηθώ’’ και να το ένα, να το άλλο, δώστου και βάζει όλα τα ρούχα μου στο πλυντήριο. Τα κατέστρεψε. Μου ‘ρχεται να γυρίσω πίσω να την πλακώσω στο ξύλο, όσο σκέφτομαι το σπαστικό της γέλιο όταν μου’δινε να δοκιμάσω τα δικά της. Που σκατά είναι το περιοδικό μου, ούτε να το βρω απ’τα νεύρα δε μπορώ. Και τι να’ κανα, να ‘μενα μέσα; Έχω δουλειές, δεν κάνω διακοπές όπως κάποιοι άλλοι. Η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Γυρνώντας να δω ποιος με καρφώνει τόση ώρα, μένω κόκκαλο. Ένας τύπος κουστουμάτος με μια απαίσια γραβάτα, κάπως κοιμισμένος, κάθεται και με κοιτάει σα χάνος. Μα τι κοιτάει; «Πάρε τη μύτη σου απ’τα περιοδικά, να ψάξει και κανένας άλλος» Αυτό ήταν. Ή θα φύγω ή θα μπλέξω σε καυγά πρωινιάτικα. Πάω να στείλω τα έγγραφα. Και η μύτη μου τι του ‘φταιξε δηλαδή; Ε ρε ψυχολογικά που ‘χει ο κόσμος... Και έχει και ουρά στο ταχυδρομείο, τη τύχη μου! Είμαι να σκάσω! Ξαφνικά, χωρίς να πιστεύω στα αυτιά μου, ακούω τα ειρωνικά σχόλια μιας γριάς από πίσω μου, για τι; Για το μπλουζάκι μου. Το ποτήρι ξεχείλησε. Εκεί που θα τα άκουγε για τα καλά η γριά, γυρνάω και τι να δω. Τον χάνω, πάλι να κάθεται και να με κοιτάει. Απίστευτο. Παραιτούμαι. Φεύγω. Και από αύριο ψάχνω για σπίτι.

 

Emmy Mes Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας νεαρός που ζούσε σε ένα προάστιο των Αθηνών και κάπνιζε σαν φουγάρο. Ένα ωραίο πρωινό, καθώς έπινε τον πρώτο από τους επτά καφέδες της ημέρας, του τελείωσαν τα τσιγάρα. Τότε αποφάσισε να κατέβει στο περίπτερο. Καθώς πλησίαζε, είδε έναν άντρα σκυμμένο πάνω από τα περιοδικά. Φορούσε τζιν και μια περίεργη μπλούζα, με ένα τόσο τεράστιο άνοιγμα, που καθώς ήταν σκυμμένος, άφηνε την μπλούζα να πέφτει πίσω και τον έκανε να μοιάζει γυμνός. Ξαφνικά, ο άντρας γύρισε και τότε ο νεαρός αντίκρισε την μεγαλύτερη μύτη που είχε δει ποτέ ανθρώπου μάτι! Από διακριτικότητα έστριψε το βλέμμα αλλού και έκανε σαν να μην άκουσε όταν ο περιπτεράς απευθυνόμενος στον άντρα είπε με ύφος όλο κακία: "πάρε τη μύτη σου απ' τα περιοδικά, να ψάξει και κανένας άλλος". Γιατί άραγε τέτοια κακία; Πήρε τα τσιγάρα και λίγο ενοχλημένος από την σκηνή κατευθύνθηκε προς το ταχυδρομείο. Προς μεγάλη του έκπληξη μπροστά του στη σειρά βρισκόταν ο ίδιος άντρας. Ο οποίος αυτή τη φορά ήταν στόχος μιας ηλικιωμένης κυρίας που έμοιαζε να σχολιάζει το ντύσιμό του και συγκεκριμένα την μπλούζα του. Περιέργως ο φίλος μας με την μεγάλη μύτη δεν αντιδρούσε παρά μόνο χαμογελούσε. Ήξερε φαίνεται καλά πως η διαφορετικότητά του ήταν αυτή που έκανε τον κόσμο να ασχολείται διαρκώς μαζί του και δεν έδινε σημασία. Και όλα στη στάση του εκείνη τη στιγμή φώναζαν «ελευθερία». Ηθικό δίδαγμα: η διαφορετικότητα προκαλεί και ο τρόπος που τη χειριζόμαστε δείχνει ποιοι πραγματικά είμαστε.

 

Makis Moulos Πάλι το ξημέρωμα με βρήκε. Κομμάτια είμαι. Άντε να πάω σπίτι να την πέσω γιατί δεν με βλέπω καλά. Τσιγάρα να πάρω. Αν ξυπνήσω χωρίς τσιγάρα θα φρικάρω. Περίπτερο είναι αυτό? Ναι. Καλέ πλάτη είναι αυτό ή επιτέλους έβαλε έναν πίνακα της προκοπής ο κυρ Τζίμης? Ουιιιι, πλάτη είναι! «συγνώμη δεν το ήθελα…»…«it´s ok, no worries». Ιιιιιιιι,,, μιλάει και αμερικανικά! Θα λιώσω! Τι να μου’ πε τώρα ρε γαμώτο. Ουφ! Να φύγω γρήγορα γιατί άρχισα να βλέπω αστεράκια στο τζιν του. Ιιιιι, να και το φεγγάρι! Φεύγω φεύγω. Ωχ, με κοιτάει. Τώρα φταίω εγώ που η μύτη του πετάει «μεγάλες» σκέψεις στο κεφάλι μου? Κι αυτός ο Τζίμης, πάντα ζήλευε τις μεγάλες μύτες και την πέταξε την κακία στον άνθρωπο. «Πάρ’ την μύτη σου απ’ τις φυλλάδες να…», απαπαπα, δεν καταλαβαίνω τι λέει. Όσα δεν φτάνει η αλεπού… αχχχ, φεύγω φεύγω. Πάω σπίτι μου να ηρεμήσω. Θα ξεράσω. Όχι ρε συ, πάλι στο ταχυδρομείο μπήκα! Ααα, δεν είμαι καλά. Πάλι αυτόν βλέπω κι εδώ. Το κρεβάτι μου. Τι θέλει η γριά αρχόντισσα; Τι του λέει; Ότι το μπλουζάκι του δεν ταιριάζει σε σοβαρό άντρα! Ε φυσικά, αυτό έλειπε. «Δίκιο έχει η κυρία. Άντε άντε, έλα πάνω να το βγάλεις και θα σου δώσω εγώ ένα άλλο πιο σοβαρό που έχω!».

 

Maria Vlaxava Πρωί πρωί με την τσίμπλα στο μάτι και χωρίς τσιγάρα. Ντάξει δεν παλεύεται. Πάω να πάρω στον κυρ Κώστα. Και εκεί που είπα: οκ , το ' χω, βλέπω έναν κύριο να μου κλείνει το δρόμο..Αααα, λέω, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται! Και εκεί που πάω να του κάνω παρατήρηση γιατί αργούμε κύριε πολύ αργούμε, διακρίνω ένα τεράστιο βε στο μπλουζάκι του και έβλεπα σχεδόν όλη την πλάτη του. Πωωωωω δε φτάνει που ενοχλείς αλλά το κάνεις και με δύο τρόπους, σκέφτηκα! Δε μπορώ το κιτσαριό βρε παιδί μου , πόσο μάλλον όταν μου στέκεται μπροστά μου ενοχλώντας με... Κάνετε λίγο πιο εκεί, του είπα όσο ευγενικά μπορούσα, παράλληλα με την παρατήρηση του κυρ Κώστα όμως, την οποία και δεν άκουσα. Ο κύριος γύρισε για να μου απαντήσει και τότε κατάλαβα τι του είπε ο κυρ Κώστας. Η αλήθεια είναι πως η μύτη του κυρίου έκρυβε όλο το πρόσωπό του που ομολογουμένως ήταν συμπαθέστατο. Συγγνώμη ψέλλισε και πήγε παραπέρα για να περάσω. Μετά θυμήθηκα πως είχα να στείλω κι ένα μίνι δέμα. Πάλι καλά το έχω στην τσάντα μου, αλλιώς θα τα έσπαγα όλα. Και πήγα στο ταχυδρομείο. Και περίμενα και περίμενα... Πωωωω δε μπορώ αυτές τις ουρές. Και εκεί που σκεφτόμουν να φύγω, με συνεπήρε η φωνή μιας γιαγιάς η οποία προσπαθούσε να πείσει έναν κύριο πως το ντύσιμό του δεν ταιριάζει σε σοβαρό άνθρωπο. Μπήκα στον πειρασμό, μη λέω ψέμματα. Γύρισα να κοιτάξω και τσουπ. Ο κύριος με τη μύτη στο περίπτερο, χαμογελούσε στη γιαγιά και της εξηγούσε. Μου θυμίζει κάτι ταινίες που ο κύριος με τη μύτη για παράδειγμα κάνει μεγάλη καριέρα σε όποιον τομέα έχει επιλέξει, περνώντας από χίλια κύματα λόγω κοινωνικού ρατσισμού. Πωωωωω τώρα που είπα ταινία... Ξέχασα να γυρίσω την ταινία και την έχω σπίτι... Θα τα σπάσω όλα...

 

Angeliki Plouma Εγώ από Σομαλία...Ντίο κρόνια έχει Ελλάντα αλλά ντόξα το τεό είμαι φκαριστημένο..Κοντά στο πιάτσα Βικτώρια έκουμε και σύλογκο...τρώμε κιόλα με λίγκα κρήματα αλλά ντε αφήνουν εμάς καπνίσει..καταλαβαίνεις ότι μετά τα φαγιά ένα σιγκάρο το τέλεις πολύ..Ανέβηκα λοιπόν στο κιόσκι της πιάτσα και είπα πριν αγκοράσει το σιγκάρο να ρίξει μια ματιά στα τζουρνάλια που τα χουν κεί από ντίπλα...αλλά που να περάσω...ήταν εκεί ένας κώλος να...μια πλάτη να...excuse me..λέω ρε αλλά ο κώλος και η πλάτη ντεν κουνιόταν..νόμισα ότι ντεν ακούει, τον αγκισε στη πλάτη...γύριξε ..”τι τες ρε σκύλε» μ είπε και με βάρεσε με ένα τζουρνάλι στη φάτσα, απ αφτά με τα ντώρα ξέρεις βαρύ...γκέμισα αίματα στη μύτη και στο στόμα και κλαιγα...άντικο είχε...τι του κανα...για ένα άτρωπο που σκοτώσαμε μου λεγκε..αλλά ντε καταλαβαίνει γκιατί εγκώ 4 μέρες έλειπα στην Εύβοια, έκανα ντουλειές σε καλό άτρωπο στα κοράφια, και ντε ξέρει αλλά έκλαιγα γιατί ήμουν κουρασμένος και αντικο ήταν κιόλα και μετά έβλεπα και τη μύτη του -να κι η μύτη μεγκάλη σα το κώλο και τη πλάτη -.«να του την έσπαγκα εγκώ τα γκέμιζε αίμα η πιάτσα» σκέφτηκα..αλλά ντε μίλησα - στο σύλογκο μας λένε να μη μιλάμε γιατί τα μας στείλουν πίσω και εγκό ντεν έκει που να πάω..οι ντικοί μου όλοι σκοτωμένοι και έβαλα το κεφάλι κάτω και αγκόρασα και μαντήλια μαζί με το σιγκαρέτο κι ανέβηκα Πατησίων στο Ταχυντρομείο –γκιατί ήτελα στείλει καρτα να εφκαριστήσω καλό άτρωπο από Εύβοιακαι μόλις έφτανα είδα πάλι αυτόν με τα «να» αλλά είδα και μια γκριά με μια τσάντα να βαράει το κεφάλι του και τη μύτη του..δε ξέρω γιατί και μη το πείς αλλά γκέλαγα πολύ και γκελάω ακόμα...

 

Anna Maria Grammenou Κάθε μέρα τα ίδια. Ανοίγω και κλείνω το περίπτερο μόνος μου. Μου φέρνει φαγητό το μαγειρείο απέναντι και κρατάει το πόστο μου ο μπάρμπας από το καφενείο για να πεταχτώ για την ανάγκη μου. Βλέπω κόσμο και κοσμάκη να σταματά μπροστά μου μα λίγες είναι οι κουβέντες που αλλάζουμε. Μόνο το πρόσωπο τους βλέπω στην αρχή και πρέπει γρήγορα να καταλάβω μέσα σε λίγα λεπτά τι καπνό φουμάρουν . Οι περισσότεροι φουμάρουν, για τσιγάρα σταματούν εδώ. Άλλοι πάλι, ολοένα λιγότεροι, ζητούν και εφημερίδα ή κάτι άλλο. Περικοπές κάνουν όλοι. Εγω τι να περικόψω πιά. Η ζωή μου είναι τόσο μικρή, ισα ισα που χωράει σε αυτό το περίπτερο. Μέχρι που μια μέρα γέμισε το άνοιγμα της βιτρίνας μου από ένα πρόσωπο περίεργο. Ενας άνδρας γύρω στα 40, που δεν ξαναπέρασε από την γειτονιά μας, αφού έκανε το γύρω του περίπτερου περιεργαζόμενος ότι πραμάτεια είχα απλώσει, από περιοδικά και εφημερίδες, άρχισε να μαζεύει ένα από το καθένα. Μετά έβαλε το πρόσωπο του στο άνοιγμα και η πελώρια μύτη του μπήκε μέσα στο περίπτερο και κατέλαβε το μισό. Με ρώτησε με βαριά φωνή:< Τι χρωστάω ΜΑΝ? > Πάγωσα. Η μύτη του είχε κολλήσει σχεδόν στην δική μου και τα μάτια του ένα από εδώ και ένα από εκεί, την συνόδευαν σαν δύο σοβαροί σωματοφύλακες. Σήκωσα με δέος τα μάτια μου από αυτήν και κτύπησα στην ταμειακή μου το σύνολο. Του είπα το ποσό. Άφησε τα χρήματα. Ένα χαρτονόμισμα 100 ευρω. Πήρε τα έντυπα τράβηξε την μύτη του έξω από το μαγαζί μου.<Δικά σου ΜΑΝ, είπε και γυρισε την πλάτη του. Εφυγε αθόρυβα χωρίς να πάρει τα ρέστα που έβαλα μπροστά του. Καθώς απομακρυνόταν είδα ολόκληρο τον άνδρα, το βάδισμα του, τα ρούχα του. Ένα τζίν παντελόνι, ένα μακό μπλουζάκι, βαριά ανάσα, βαριά καρδιά. Πέρασε απέναντι. Μπήκε στο ταχυδρομείο και βγήκε μετά από λίγο με ένα μεγάλο φάκελο στα χέρια του. Εστριψε στην γωνία και εξαφανιστηκε.

 

Georgia Papavasili (λεπτολόγος! Τα στοιχεία είναι τυχαία!) Είναι Δευτέρα 4 Απριλίου 2011, ξημερώματα και για την ακρίβεια η ώρα είναι 5 και 33 λεπτά και 45 δευτερόλεπτα.. Γυρίζω από Παπαβραμίδου, δηλαδή από το κέντρο που τραγουδούσε ο κύριος Γιώργος Παπαβραμίδου μαζί με την Νατάσσα Μιχαλάκη στο κέντρο «Όρνιθες» που βρίσκεται στην Ιερά Οδό και μάλιστα στην διεύθυνση Ανθούσα 55, βέβαια μαζί τους τραγουδούσαν κι άλλοι νέοι τραγουδιστές: η Άννα Αντωνίου, ο Κώστας Καπλανίδης και η Θάλεια Νανίκου. Πηγαίνω Σύνταγμα για να βρω περίπτερο για να αγοράσω τσιγάρα, τα τσιγάρα μου είναι η μάρκα «καπνέξ». Για να πάω Σύνταγμα πήρα το δρόμο της Πειραιώς, δηλαδή από την οδό Ανθούσα 55, βγήκα στην Ιερά Οδό παίρνοντας το ρεύμα προς Αθήνα αφού το γράφει και η ταμπέλα προς Κέντρο. Στρίβω αριστερά και βγαίνω στην Πειραιώς που κανονικά ονομάζεται Παναγή Τσαλδάρη αλλά έχει καθιερωθεί ως Πειραιώς και πηγαίνω προς Ομόνοια. Περνάω την πλατεία Ομονοίας, την πλατεία Κλαυθμώνος και φτάνω στην πλατεία Συντάγματος. Σταματάω στο πρώτο περίπτερο δεξιά στο ρεύμα προς Ζάππειο και Λεωφόρο Συγγρού. Βγαίνω από το αυτοκίνητο μου που είναι χρώμα γκρι και μάρκα «Καρέξ» μοντέλο του 2010 παρακαλώ και το έχω αγοράσει με δόσεις βέβαια γιατί το ταμείο είναι.. σχεδόν μείον! Και ο αδερφός μου, μου έλεγε να πάρω άλλο μοντέλο.. ναι, σας έλεγα που πήγα στο περίπτερο, εκεί βλέπω ένα τύπο γεμάτο τσαντίλα (μου θυμίζει και τον εαυτό μου!) που να ψάχνει με μανία πάνω στα περιοδικά, τα εβδομαδιαία, ξέρετε αυτά τα «εβδομαδιαίο» και όλα αυτά του τύπου, καταλαβαίνετε για να μην σας τα αναφέρω ένα – ένα. Ήταν σκυμμένος, και φορούσε ξεπλυμένο τζιν σε μπλε απόχρωση και σε στενή γραμμή και φορούσε και ζώνη μαύρη, τόσο που έσκυβε που φαινόταν η μέση του, σιγά καλέ, σκέφτομαι αλλά και η μπλούζα του δεν πάει πίσω, χρώμα μπλε, σαν αυτό της σημαίας! Με ένα μεγάλο βε τόσο που φαινόταν η πλάτη του, δεν λέω ήταν ωραία και γυαλιστερή και χωρίς τρίχες και ψιλομαυρισμένη παρακαλώ! Ωραία πλάτη αλλά εντάξει, μία το παντελόνι, μία η πλάτη, θα βγουν όλα έξω σκέφτομαι. Αλλά πριν προλάβω να σκεφτώ κάτι άλλο γυρίζει προς το μέρος μου το κεφάλι του και εκείνο που πρόσεξα πρώτα ήταν η μύτη του, πω πω τι μύτη ήταν αυτή, δεν ξανά είχα δει τόσο μεγάλη μύτη! Τρόμαξα, πρόσεξα όμως και τα μάτια του ήταν μπλε σαν την μπλούζα που φορούσε και είχε φρύδια όμορφα μαύρα όπως και μαύρα ήταν τα μαλλιά του, όμως πριν προλάβω να τον δω καλύτερα και να σας πω περισσότερα, σηκώνεται ο περιπτεράς πάνω, ένας πενηντάρης, με παραπανίσια κιλά που φορούσε κι αυτός τζιν παντελόνι και ένα μπλουζάκι κολλεγιακό σε χρώμα χακί, του φωνάζει «πάρε τη μύτη σου απ' τα περιοδικά, να ψάξει και κανένας άλλος» και ομολογώ πώς τρόμαξε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας και τρόμαξα κι εγώ αλλά περίμενα να ξανά μπει μέσα ο περιπτεράς για να μου δώσει τα τσιγάρα μου και να πάω σπίτι μου. Μπήκα στο αμάξι μου και πήγα στο σπίτι μου στην Κυψέλη και αφού βρήκα να παρκάρω σκέφτομαι είναι η τυχερή μου μέρα! Πάω στον πέμπτο με το ανσασέρ που είναι το διαμέρισμα μας, ένα τριάρι δηλαδή όχι τίποτα σπουδαίο, σκέφτομαι εκτός των άλλων να πάω και στο ταχυδρομείο που ήθελα να στείλω το δώρο της βαφτιστήρας μου της Αλίκης που μένει στο Βόλο, στο κέντρο του Βόλου και την βάπτισα γιατί ξέρω τον πατέρα της από τότε που σπουδάζαμε στο Οικονομικό και μετά γνώρισε την γυναίκα του την Λένα και παντρεύτηκαν το 2004, τότε με την Ολυμπιάδα, ναι τον Αύγουστο, ναι τι έλεγα, ότι θα πάω στο ταχυδρομείο και εκεί που είμαι στο ταχυδρομείο και περιμένω στις καρέκλες τις μπλε για να έρθει η σειρά μου, εγώ βλέπετε είχα το νούμερο 122 και ήμασταν στο 100, μια ηλικιωμένη κυρία να λέει πώς το μπλουζάκι του δεν ταιριάζει σε σοβαρό άντρα και μόλις γυρίζω δεξιά για να δω την ηλικιωμένη κυρία που ήταν καμιά εβδομηνταριά χρόνια και με μαλλί κομμωτηρίου ξανθό σαντρέ και σε ποιον το λέει βλέπω όρθιο τον κύριο που είχα δει στο περίπτερο στο Σύνταγμα! Τι σύμπτωση κι αυτή σκέφτομαι! Τι μέρα κι αυτή! Σταματάω τώρα γιατί ήρθε η σειρά μου, χτύπησε η φωτεινή ένδειξη το 122!

 

Αδαμαντία Ξηρίδου "Γυρνούσα απ’ τη δουλειά τύφλα στη βότκα. Νοέμβρης ,δεν αντέχεις αλλιώς όλη τη νύχτα. Είχε δουλειά. Δόξα τω Θεώ! Έκλειναν τα μάτια μου, η μάσκαρα είχε φύγει —δεκάωρο πάει, που πέρασα το πρώτο χέρι— όμως αν δε ρουφήξω ένα τελευταίο δε μου κολλάει ύπνος. Πήγαινα ολόισια στο σκοπό μου όταν άκουσα χαρχάλεμα στ’ αριστερά. Κάνω έτσι και τι να δω; Ένας φοιτητής έψαχνε στα περιοδικά. Κύριος να φορά Κυριακή πρωί τζιν, δεν πάει. Ο καημένος δεν έχει να πληρώσει και πάει να τη βγάλει με καμιά τσόντα, είπα. Δε λέω καλές και χρήσιμες αλλά από τότε που πουλιούνται στο τάλιρο κόπηκε η δική μου η προκοπή. Πρωί να ψάχνει περιοδικά και με μια μπλούζα ξεχειλωμένη ,που έδειχνε όλη την πλάτη του έξω. Αν μας έβαζες δίπλα δίπλα πιο σεμνή ήμουν εγώ. Άνοιξα το πακέτο επιτόπου κι άναψα. Με πήρε είδηση και γύρισε το κεφάλι. Όλα τα έχω δει: και ξινά και στραβά κι αλλοδαπά (αυτούς τους βάζω και πληρώνουν από πριν. Αν κι οι δικοί μας – μη σου πω– πιο σκάρτοι βγήκαν) ,όλα τα ‘χω δει, μα τέτοια μύτη πιο μακριά κι από καβλί πρώτη φορά ! Ο περιπτεράς έξαλλος του φώναξε "πάρε τη μύτη σου απ' τα περιοδικά, να ψάξει και κανένας άλλος". Ο φοιτητής έστριψε την πλάτη και την έκανε γιαλό. Πάτησα το τσιγάρο με το τακούνι και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Στο ταχυδρομείο, στη γωνία, τον πετυχαίνω πάλι! Κοιμόμουν όρθια. Αίφνης να τόνε πάλι μπροστά μου μαζί με μια γριά, που τον ξεφώνιζε να βάλει ρούχα «σοβαρά». Ρε, λες, να 'ναι καινούριος;

 

Makis Moulos Κρόνια είχα να κατέβει Ελλάντα. Εγώ είχα κοπεί κάπνισμα αλλά τώρα εδώ μύρισε πάλι καπνό και θυμήθηκε. Πρωί εντώ κόσμο καπνίζει. Γυναίκα, άντρα, παιδί, γυναίκα με μέσα παιδί. Το μάμα μου κάπνιζε κι αυτό. Αυτό το κιόσκι Αμερική ντεν έχει. Τσιγάρα πάμε shop. Τέλω να smoke. Τι man είναι αυτό στο κιοσκι? Σίγουρα είμαι Ελλάντα ή είναι όνειρο? Αυτό το man πλάτη έχει έξω και τζινς που φοράει Αμερική. No no, στο Ελλάντα είμαι. Τώρα που βλέπει μεγάλο μύτη είμαι sure. Στο Αμερική, μύτη μεγάλο, χειρούργο πλαστικό, μύτη μικρό. All μύτη είναι ίδιο. Εδώ κόσμο not the same. Το κιόσκι man είναι rude! Λέει στο handsome man ότι μύτη ενοχλεί. Κι άμα man ντεν έχει money να πάει να κάνει μύτη μικρό? Τι φτωχό man... πάω post office να στείλω κάρτα στο μάμα να του πω ότι όλα ίδια στο Ελλάντα. Τίποτα άλλαξε. Κόσμο rude με φτωχό άνθρωπο. Το κακόμοιρο man ήρθε post office. Μάλλον να στείλει να στείλει γράμμα στο πάπα του. Βάλει money να κάνει εγχείρηση. Μια γιαγιά λέει στο φτωχό man για το t – shirt , ότι δεν πάει σοβαρό man. Αφού man αρέσει. Why?

 

Xaris Xariton Kούνησα το κεφάλι μου να φύγει το τελευταίο όνειρο της μέθης. εκείνο τρομαγμένο το βάλε στα πόδια κι έκλεισε πίσω του τις κουρτίνες του υποσυνείδητου. η αυλαία της πραγματικότητας άνοιξε κι εγώ παρηκμασμένος ηθοποιός συνέχισα να παίζω στης ζωής μου το σενάριο. Σκούπισα τα σάλια μου, στηρίχτηκα στον πράσινο κάδο και δοκίμασα να σηκωθώ. Παρά το χθεσινό μου, άγριο, μεθύσι, κατάφερα να σταθώ μια χαρά. Ανασήκωσα το σακάκι μου και κοίταξα γύρω. Διψούσα τρομερά. Κάποιος θεός με λυπήθηκε κι έστησε ένα περίπτερο ακριβώς απέναντι. Είχε και ψυγείο με αναψυκτικά: όαση! Ευχαρίστησα τον θεό με μία πορδή και έδωσα εντολές στα ποδάρια μου να με πάνε προς τα κει. Άνοιξα το ψυγείο, γράπωσα μια σόδα και την κατέβασα με δυο γουλιές υπό το βλέμμα του δικαίως, υποψιασμένου για τράκα, περιπτερά. «1 ευρώ» έσκουξε. Έβαλα τα χέρια μου στις τσέπες, κάτι κέρματα κουδούνισαν και του τα έριξα στο τασάκι. Ο περιπτεράς αγρίεψε: «αυτά είναι 60 λεπτά. Θέλω άλλα 40 κύριος. Δε θα κάνω σεφτέ με τράκα. Ψάξου και βρες τα υπόλοιπα». Ο περιπτεράς βγήκε απ έξω κι έκανε να με μαγκώσει απ το γιακά. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή: «μια στιγμή. Θα συμπληρώσω εγώ τα 40 λεπτά του κυρίου» ο περιπτεράς γύρισε και κοιτάξαμε κι οι δυο μια μύτη να μιλάει! Απ τη μύτη βγήκαν 2 χέρια κι έδωσαν στον περιπτερά τα κέρματα. Η μύτη είχε και πόδια! Για στάσου! Πίσω απ τη μύτη ένα κεφάλι, ένα σώμα, ααα! Άνθρωπος ήταν! «ξέμεινες από ψιλά;»  με ρώτησε ο άνθρωπος-μύτη. «όχι ακριβώς! απλά, με κυρίευσε ο δαίμονας της δίψας σε μία χρονική στιγμή που ήμουν αδύναμος και δεν υπολόγισα τους ανταλλακτικούς κανόνες του νεοφιλελεύθερου συστήματος»απάντησα συνεχίζοντας να κοιτάω έντονα τη μύτη. Εκείνος αντιλήφθηκε την έκπληξή μου και γέλασε. «α, εσύ μόλις μας ήρθες» είπε με κατανόηση και συνέχισε: «θα συνηθίσεις…». Μου γύρισε τη πλάτη, κατευθύνθηκε προς το πάγκο με τις εφημερίδες κι άρχισε να τις ξεφυλλίζει. Φορούσε τη μπλούζα του ανάποδα και φαινόταν όλη του η πλάτη. Τον πλησίασα «τι εννοείς ‘μόλις ήρθα’» τον ρώτησα. Ο άνθρωπος-μύτη χωρίς να γυρίσει μου απάντησε αδιάφορα: «να μην σε καθυστερώ φίλε μου, πήγαινε στη δουλειά σου». Δε βρήκα ικανοποιητική την απάντησή του και ενοχλημένος κάπως, έφυγα. Δεν ήξερα σε ποιο μέρος της πόλης ήμουν, θα έπρεπε να ρωτήσω, αλλά τα πεζοδρόμια άδεια, ίσως να ήταν πολύ πρωί ακόμα. Έστριψα κάπου και ευτυχώς είδα σε αρκετή απόσταση μία ουρά από ανθρώπους. Σίγουρα θα ήταν κάποια υπηρεσία ή τράπεζα. Πλησιάζοντας διέκρινα τον λογότυπο του ταχυδρομείου. Πλησίασα το τελευταίο άτομο της ουράς, ήταν μία κυρία, και της χτύπησα απαλά τη πλάτη: «με συγχωρείτε…» εκείνη γύρισε και είδα δύο τεράστια μάτια, «τι θέλετε κύριε;» με ρώτησε ξαφνιασμένη και έσφιξε την τσάντα της στο σώμα της. Έκπληκτος από το μέγεθος των ματιών της έχασα τα λόγια μου. Η κυρία γέλασε και φώναξε προς τους ανθρώπους της ουράς: «παιδιά ένας καινούριος»! όλοι γύρισαν προς το μέρος μου. Και τότε τους είδα! Όλοι είχαν και κάτι τεράστιο πάνω τους. τεράστια μάτια, τεράστιες μύτες, τεράστια αυτιά και όλα δυσανάλογα με το σώμα τους. άρχισαν να κατευθύνονται προς το μέρος μου. Έκανα λίγο πίσω, παραπάτησα στο πεζοδρόμιο και έπεσα κάτω. Έκαναν κύκλο γύρω μου και με κοιτούσαν παράξενα. «γιατί μου λέτε πως είμαι καινούριος» τους ρώτησα. «γιατί φοράς την μπλούζα σου ανάποδα» απάντησε μια φωνή δίπλα μου και γυρίζοντας είδα τον άνθρωπο-μύτη απ το περίπτερο. Με σήκωσε, μου έβγαλε τη μπλούζα και μου την φόρεσε ανάποδα. «έτσι μπράβο» είπε. Όλοι τότε σταμάτησαν να με κοιτούν και να με περιτριγυρίζουν και πήγαν να στηθούν και πάλι στην ουρά. Άκουσα την κυρία να λέει στον άνθρωπο-μύτη: «και μην φοράς τέτοιο χρώμα μπλουζάκι παιδί μου. Σε κάνει να φαίνεσαι περίεργος».

  

Duracell Fuerza Loca Έτσι που λαλείς κόρη, ξυπνώ σήμερα που τα εφτά χαράματα με τη γαρίλλα στο μάτι με έναν πονοτζέφαλο τάγκα τούγκου μες τα μυαλά μου, μάναμου μάναμου λαλώ σου! Τζαι μετά η παλαβή αθθυμήθηκα ότι εν είχα ούτε τσιάρα, ελείψαν μου που τα ψες. Τζαι είπα να πεταχτώ στο περίπτερον του Πανίκκου να πίαω κανέναν πακκέτο. Τζαι πάω τζαμαί τζαι τι θωρώ ομπρός μου! Έναν αρσενικόν μαντράχαλον να νεκατώννει τα περιοδικά σαννα τζαι εύκαλλεν αζήνες που τη νευρικότηταν του. Εφόρεν έναν τζιν ξεθωρκασμένον τζαι μιαν μπλούζα μπλε με μεγάλον βι πουπίσω που εφαίνουνταν τζι οι τρίσιες του έτσι όπως ήταν τζαμαι σιυφτός! Τζαι άκου κόρη να δεις πάρακατω! Γυρίζω πας τα μούτρα του τζαι τι θωρώ! Μιαν μούττην τεράστιαν όπως το σιπέττο του τζυρού μου! Πιο μεγάλην εν εξαναείδα λαλώ σου! Τζι ύστερα η περιπτερού μπήει κάτι τσιριλλιές «ρε κουμπάρε φκαρ' την μούττην σου που τα περιοδικά μου τζαι πάεννε στο καλόν πέρκυ τζαι αφήκεις τζαι κανέναν άλλον πελάτην να γοράσει περιοδικόν!» Τζαι κόρη! Χαράς τη σύμπτωσην! Μετά επία στο ταχυδρομείον τζαι τούκκου έτον μπροστά μου πάλε! Μιλώ σου εφύρτηκα στα γέλια γιατί μετά επέρασεν μια κοτζιάκαρη τζαι λαλεί του «έτσι άθρωπος μυάλος ήντα μπου τούτα που φορείς; Εν έσιεις γυεναίκαν να σε ντύνει χαρώ σε;» Λαλώ σου αν είχα το κινητό ήταν να τον φκάλω φωτογραφία να δεις τη μούττην του.

 

Katerina Apostolopoulou Ετσά μαθές σύντεκνε, αχάραγο ήτουνε τσε ξόμεινα ο κουζουλός από τσιγάρα τσ’ εντάκαρα ίσαμε το περίπτερο. Τσ’ ίντα εθόρου εκειά μαθές; Ενα κοπέλι κακουδέρικο με τζιν βράκα τσε μια μπλούζα μάθια μου να σε χαρώ, ούλη η πλαταριά όξω, ξάνοιγε τσι φύλλαδες, όντε ο μανούσος ο περιπτεράς εκρέπαρε τσ’ αγκάνισε του «ειι του λόγου σου, παραμέρισε διάολε τσ’ απολίμαρες σου, να θωρίσει τσε κανας άλλος, πριχού σε κατεχερίσω» Ξανοίγω μάθια μου τσ’ ιντα θωρώ; Μια μυτόγκα οσάν κολοκύθα ομπρός μου. Ωχουυυ, ντουσουντίζω, ιντά ναι τούτο ορέ; Στη ζήση μου ούλη πράμα ίδιο δε ματάδα. Ντακάρω για το ταχυδρομείο τσε νάσου το κοπέλι εκειά. Μια γρα ελάλα του « Ετσάνε κοπέλι μου, δε κατέω πράμα μπλιο, εγώ με γρα, μα του λόγου σου ένα κοπέλι ίσαμε κεια πάνω να φορείς ετούτονα το ρούχο;»

 

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.