διηγήματα ασκούμενων Φωτοπούλου Ιωάννα Δεν είναι αργά για αλήθειες

Δεν είναι αργά για αλήθειες

Υπάρχουν πρωινά που ξυπνάς και νιώθεις ζωντανός. Τεντώνεσαι με άνεση στο ζεστό σου κρεβάτι και ενώ είσαι τόσο βολικά μέσα στα σκεπάσματά σου, δεν βλέπεις την ώρα να αναδυθείς από αυτά και να αρχίσεις να ζεις. Υπάρχουν όμως και σκοτεινά πρωινά. Αυτά που σε βρίσκουν ενώ τ’ αποφεύγεις. Απλώνουν χέρια, γεμάτα πλεονεξία και κλέβουν τα όνειρα σου. Χαρακώνουν τον ύπνο σου και σαν φάντασμα που τριγυρνά στα ερείπια μιας παλιάς ξεχασμένης πόλης σηκώνεσαι από τον προσωρινό σου τάφο για να περπατήσεις στα χαλάσματα.

Είναι όμως και κάποια πρωινά που δε σε προετοιμάζουν για όσα θα συμβούν. Ξέρεις ποια είναι η αρχή τους. Μα δεν μπορείς να φανταστείς τη συνέχεια. Ένα τέτοιο πρωινό είχε φωλιάσει στα σεντόνια του Νίκου εκείνη την άνοιξη.

Αν και αρχές Απριλίου, ο καιρός μύριζε καλοκαίρι. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το φως πάνιαζε τα μάτια του. Είπε νοερά στον εαυτό του να μην βγει από το σπίτι του χωρίς γυαλιά ηλίου. Δεν άντεξε. Τα μάτια του τον πέθαιναν στον πόνο. Πλύθηκε και τα φόρεσε. Ένιωσε να πατάει λίγο καλύτερα στα πόδια του. Άρχισε να ντύνεται την δικηγορίστικη στολή του. Την βαρετή, μαύρη αυτή στολή που την μονοτονία της έσπαγε μια γκρι γραβάτα. Είχαν πιει πάλι χθες το βράδυ. Είχαν πιει σαν να μην υπάρχει αύριο. Κι όμως να που το αύριο τον βρήκε και θ’ αργούσε στην δουλειά του. Πάλι. Αυτό ήταν που του έδενε το στομάχι έναν κόμπο. Πάλι θ’ αργούσε.

Δεν άντεχε άλλο. Ήταν έτοιμος να ζήσει την ζωή του όπως αυτός την ήθελε. Το μισούσε αυτό το γραφείο. Αυτόν τον καθωσπρεπισμό. Την σοβαροφάνεια όλων των εργαζομένων της εταιρίας. Το βάρος που κουβαλούσε στους ώμους του από ’κείνη την αποφράδα μέρα που είχε ορκιστεί και κράτησε στα χέρια του το πτυχίο της φωνής του νόμου.

-Γιέ μου, έλεγε ο πατέρας του με δάκρυα στα μάτια. Σήμερα έκανες περήφανους τους γονείς και τους προγόνους σου. Όλοι εδώ μέσα, οι συνάδελφοί σου σήμερα έγιναν δικηγόροι. Αλλά εσύ είσαι η πέμπτη γενιά δικηγόρων στην οικογένεια μας. Αυτό είναι ένα προνόμιο που έχεις μόνο εσύ. Αυτό σε κάνει μοναδικό. Αυτή είναι η κληρονομιά σου. Να περπατάς πάντα με το κεφάλι σου ψηλά. Τον έσφιξε στην αγκαλιά του κι ήταν η μοναδική αγκαλιά που θυμόταν ο Νίκος από τότε που ήταν παιδί. Έπρεπε να γίνει δικηγόρος για ν’ αποκτήσει πατέρα. Κι ας μην του άρεσε το επάγγελμα. Τι βεβήλωση θα ήταν να μην ακολουθήσει τα βήματα των σπουδαίων προγόνων του. Κι ας ήταν ο παππούς του που είχε μπει φυλακή για παράβαση του νόμου. Κι ας ήταν ο πατέρας του που με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του είχε αθωώσει, με το αζημίωτο φυσικά, έναν μεγάλο εγκληματία πριν κάμποσα χρόνια. Όλα αυτά ανήκαν στη σφαίρα του παρελθόντος και το μόνο που έμενε τελικά ήταν ο πλούτος και η φήμη.

Όχι όμως και για τον Νίκο. Αυτός ήταν διαφορετικός. Δεν είχε καμία μεγαλομανία. Καμία τάση για επίδειξη. Ήταν διαφορετικός και το ήξερε. Όλοι γύρω του ήξεραν. Δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τα δεινά που του επιφύλασσε η ζωή του δικηγόρου. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του γερασμένο μπροστά στο τζάκι να λέει στα εγγόνια του ιστορίες από τις ένδοξες στιγμές του στο δικαστήριο και αυτά να τον λατρεύουν. Όχι. Δεν ήταν δικά του όνειρα αυτά. Ήταν παρωχημένες εκφράσεις αγάπης του πατέρα του. Ο οποίος ζούσε μονίμως με το άγχος του γάμου του μοναχογιού του.

Θες από αντίδραση, θες από προτίμηση, αυτός ο γάμος αναβαλλόταν συνεχώς. Είχε προτεραιότητα η καριέρα. Κι όλο αργούσε ο γάμος. Ποτέ δεν είχαν γνωρίσει ούτε μια κοπέλα του. Και η κοινωνική κατακραυγή ένιωθε να τον πλησιάζει. Κι όμως δεν καταλάβαινε το γιατί. «Εάν η φύση είχε ως πρωταρχικό σκοπό την αναπαραγωγή μας δεν θα επέτρεπε στα μισά αρσενικά παιδιά να έχουν άλλη άποψη για αυτό. Δεν υπάρχει θεός. Αλλά κι εάν υπάρχει τις ίδιες σκέψεις με εμένα κάνει» σκεφτόταν. «Κάποια άλλη γέννησε τον γιό του. Χωρίς καμία επαφή από μέρους του. Παρά μονάχα εγκυμοσύνη. Αυτό που λέμε τεχνητή γονιμοποίηση. Η δύναμη του θείου στα χέρια ενός γιατρού. Και γιατί όχι.»

Έτσι ξεκίνησε εκείνο το πρωινό. Έφτασε στην δουλειά του μισή ώρα αργότερα. Επάνω στο γραφείο του βρήκε ένα σημείωμα. Παραπεμπτικό. Παρέπεμπε τον ίδιο στο γραφείο του αφεντικού του. Άφησε το χάρτινο ποτήρι του γαλλικού καφέ που είχε μόλις αγοράσει από το κυλικείο. Έκανε να βγάλει και τα γυαλιά ηλίου. Το μετάνιωσε. Τα άφησε στην θέση τους. Γύρισε, πήρε τον καφέ και το σημείωμα και κατευθύνθηκε προς την απέναντι όχθη πατώντας πάνω σε ένα πολύ λεπτό σκοινί. Χωρίς καμιά ισορροπία, κανένα στήριγμα. Με τον άνεμο κόντρα και σοβαρή πιθανότητα βροχής. Πέρασε την πόρτα του γραφείου χωρίς να χτυπήσει. Η γραμματέας ευτυχώς απουσίαζε εκείνη τη στιγμή οπότε δεν βρήκε εμπόδιο. Η ασέβεια του ήταν πέρα από το συνηθισμένο. Είχε περάσει τα όρια και ένιωθε δυνατός.

Άφησε τον καφέ πάνω στο γραφείο του αφεντικού του και πέταξε επιδεικτικά το σημείωμα στο πάτωμα.

-Με ζητήσατε αφεντικό; Είπε με μια δόση ειρωνείας στην φωνή του. Έβγαλε τα γυαλιά του για πρώτη φορά εκείνο το πρωί. Ήθελε να δει το πρόσωπο του άντρα που είχε απέναντι του. Οι εκφράσεις του προσώπου του άλλαζαν η μια μετά την άλλη. Η σοβαρότητα του μετατράπηκε σε θυμό. Δεν κράτησε για πολύ. Ο θυμός σε πολύ λίγο είχε μετατραπεί σε νευρικότητα. Και η νευρικότητα προσπάθεια να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αντιμετωπίσει την ασέβεια του υπαλλήλου του. Κι αυτή η προσπάθεια θυμός πάλι. Και αυτός ο θυμός πόθος. Βαθύς. Διακαής. Πόθος κρυφός και καταπιεσμένος. Πόθος που τριγυρνά στα πιο σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού μας.

Ο Νίκος σηκώθηκε από την καρέκλα του. Τον πλησίασε.

-Λοιπόν; Ρώτησε κι η φωνή του ήταν σιγανή, ερωτικός ψίθυρος κορμιών που έμειναν καιρό το ένα μακριά από το άλλο. Σκοπεύεις να με απολύσεις έτσι δεν είναι; Τόσο το καλύτερο, κατέληξε προκλητικά. Δεν θα χρειαστεί να μπλέξουμε τα προσωπικά με τα επαγγελματικά μας. Με μια βίαιη κίνηση του χεριού του έπιασε το πίσω μέρος του λαιμού του αφεντικού του. Τον σήκωσε από την καρέκλα και τον φίλησε. Πήρε μεγαλύτερη ανταπόκριση απ’ αυτή που τολμούσε να φαντάζεται.

Τώρα τον κοίταζε στα μάτια.

-Εγώ δεν γυρνάω πίσω, είπε αποφασιστικά. Αυτό θέλω για μένα. Εσένα.

Είχε κερδίσει την ζωή του. Βγήκε από το γραφείο του αφεντικού του με την απόλυση για την οποία τόσο είχε παλέψει. Αλλά το βήμα του ανάλαφρο. Ο καφές χλιαρός. Πινόταν πιο ευχάριστα. Η αναπνοή του μύριζε αλκοόλ, όπως και το επόμενο πρωί. Αλλά δεν είχε ξυπνήσει μόνος του στο κρεβάτι.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.