Ζωή ωραία

Αυτά τα ωραία ζούσαμε. Αχ ξε αχ αυτά είναι τα κομμάτια μου.

-Σε βοηθάει να μου τα λες;

-Θα σου πω στο τέλος.

Ήταν από πολύ μεγάλο σόι. Ο παππούς μας από το Αϊβαλί κτηματίας και πολύ λεφτάς. Την ημέρα που πλάκωσαν οι τούρκοι, ντύθηκε, στολίστηκε και βγήκε με τα καλά του στο κατώφλι του σπιτιού. Ήταν τριώροφο αρχοντικό. Εκεί τον έσφαξαν. Το κεφάλι έμεινε μισό στον ώμο και κρεμόταν σαν πατσαβούρα. Άθλιο θέαμα. Έβλεπες λέει η γιαγιά ότι υπάρχει μέσα στο λαιμό του. Και το περιέργο είναι πως έμεινε έτσι όρθιος πολύ ώρα.

Πήρε τον γιο της μπήκαν σ' ένα καϊκι για οπουδήποτε. Τελικά κατεβήκανε στη Μυτιλήνη. Εκεί βρήκε έναν σύντροφο, παντρεύτηκανε κι έκαναν άλλα τρία παιδιά.

Ζωή μέσα σε φτώχεια απερίγραπτη. Η πατάτα στα έξι. Κρέας; Κοτόπουλο; Αγνωστες λέξεις. Και σου λέω και πάλι, φαντάσου τον πόνο της ίδιας που ΄χε κάποτε όλα τα καλά του Θεού. Να μην μπορεί να δώσει στα παιδιά της ούτε τα βασικά.

Πέθανε γρήγορα ο άντρας της κι η μεγάλη κόρη, η μάνα μου, στα εννιά της μπήκε δουλικό σ’ ένα σπίτι. Έπλενε, μαγείρευε, καθάριζε, τα πάντα. Το φαντάζεσαι, εννιά χρονών; Όσο η κόρη σου πάνω κάτω. Ακούγεται αδιανόητο. Κι όμως, η γιαγιά δεν δούλευε και ουσιαστικά η μάνα μου κρατούσε την οικογένεια.

Ήταν εσωτερική και μάζευε λίρες. Ό,τι έβγαζε το ακουμπούσε στη μάνα της.

Κι αυτό μέχρι τα τριάντα πέντε της, όταν γνώρισε τον πατέρα.

Ήταν χωριάτης από τα μέσα μέρη. Κατέβηκε στην πόλη για δουλειά σε μια οικοδομή. Ήταν αντίκρυ στο σπίτι που δούλευε εκείνη, την είδε και παλάβωσε. 'Ηταν οκτώ χρόνια μικρότερός της. Αλλά αυτή ήταν καλλονή. Κι εκείνος ωραίος με λαδί μάτια.

-Σαν της αδερφής σου.

-Ναι ακριβώς. Ο μεγάλος της αδερφός, ο θείος σκοτώθηκε στον εμφύλιο που υπηρετούσε στρατιωτης. Ηρθαν όλοι να μείνουν μαζί τους. Σ’ ένα χαμώσπιτο που αγόρασαν από τα προσφυγικά. Κι αυτό η μάνα μου το πλήρωνε. Ο πατέρας είχε σκόρπια μεροκάματα εδώ κι εκεί. Τώρα τα ακουμπούσε σε δύο τα χρήματα, στη γιαγιά και σε εκείνον. Γεννήθηκα εγώ.

Μ’ έπαιρνε μαζί στη δουλειά σε ένα καρότσι μέσα.

-Ο πατέρας;

-Χανόταν. Ποτό, πουτάνες, βία. Τρομερή βία.

Το σπίτι μας τρώγλη σκέτη. Χωρίς φως, με λάμπες ζούσαμε. Μαγκάλι, όχι θέρμανση και τέτοια. Γεννήθηκε κι η μικρή.

Η γιαγιά έπεσε από τα σκαλιά κι έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω. Η θεία μου είχε φύγει εν τω μεταξεί για την Αθήνα. Ο άλλος αδερφός παντρεύτηκε και σε μια κάμαρα έστησε την οικογένειά του. Κι όλα η μάνα μου. Να τρέχει και να μην προλαβαίνει. Δεν δούλευε συνέχεια τώρα.

Ο πατέρας βρήκε δουλειά στο λιμάνι.

-Τι δουλειά;

Χρηματιστής! Τι δουλεια λες; Λιμενεργάτης. Δούλευε περιέργες ώρες. Όταν ερχόταν καράβι έπρεπε να τρέχει. Αλλά η φτώχια φτώχια.

Θυμάμαι μια μέρα μας κρατούσε από το χέρι η μάνα μου. Περάσαμε από έναν που έψηνε σουβλάκια στο καλαμάκι. Λυγώσαμε κι εγώ κι η μικρή. Μας έτρεχαν τα σάλια. Κυριολεκτικά. Θυμάμαι να τα σκουπίζω με το χέρι. Δεν είχε λεφτά για δύο και μας πήρε ένα να το μοιραστούμε. Το άρπαξα και πήγα και το έφαγα όλο. Ακόμα με πληγώνει αυτή η σκέψη. Μη με πονέσεις ποτέ.

Όσο περνά από το χέρι μου, όχι εσκεμμένα. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ κάτι που σαν άνθρωπος μπορεί να το κάνω. Είναι ό,τι πιο τίμιο είπα ποτέ. Δεν είμαι Χριστός, θνητή είμαι.

Η γιαγιά είχε μια μαγκούρα που με αυτή χτυπούσε το παράθυρο όταν ήθελε κάτι. Κι εγώ της έψινα καφέ, τσάι ή της πήγαινα το φαγητό. Της κράταγα παρέα. Μου μιλούσε για το Αϊβαλί, τον πρώτο της άντρα, τους γείτονες.

Η μάνα μου υπέφερε από ζήλεια. Για όλους και για όλα. Συσσώρευε πόνο που γινόταν χωλή μέσα της. Όμως μας κράταγε πεντακάθαρους. Μέχρι σήμερα ψήνεται ζωντανή σκεφτόμενη την ζωή που δεν έζησε.

Κάποια στιγμή ήρθε σε συνενοήση με την αδερφή της που ήταν στην Αθήνα. Εκείνη της βρήκε ένα πλουσιόσπιτο στο Ψυχικό που ήθελε εσωτερική υπηρέτρια. Μας παραχώρησαν ένα χώρο μεγάλο στο υπόγειο. Μας πήρε και φύγαμε. Άφησε τον πατέρα στη Μυτιλήνη. Η γιαγιά είχε μόλις πεθάνει.Ίσως και να την ξαλάφρωσε αυτό.

Με προτροπή του αφεντικού με γράψανε σε μια σχολή ηλεκτρολόγων.

-Ηλικία;

-Δεκατέσσερα, δεκαπέντε. Δεν γραπώνω καλά τις ηλικίες.

Σηκώθηκα κι έφυγα. Εμεινα στην οδό Φυλλής με άλλα δυο παιδιά που δουλεύαμε σε συντηρήσεις ασανσέρ. Ο πατέρας μας βρήκε. Εκείνη δεν τον δέχτηκε. Ηθελε όμως την οικογενειά του κι εγώ τον πατέρα μου.

Σου είπα ποτέ την ιστορία με το εισητήριο;

-Δεν θυμάμαι, μάλλον όχι. Μια με το δανεικό ποδήλατο που το ΄ριξες στη μάντρα μου έχεις πει.

-Άκουσε αυτήν τότε. Πρέπει να ’μουν δέκα πάνω κάτω. Ήθελα σαν τρελός να πάω σινεμά με τον πατέρα μου. Βέβαια ήμουν άφραγκος, την λέξη χαρτζιλίκι δεν την ξέραμε. Δανείστηκα από δω δανείστηκα από ’κει μάζεψα ένα εικοσάρικο. Κατέβηκα στη δουλειά του στο λιμάνι και του λέω βρήκα στο δρόμο ένα εικοσάρικο θέλω να πάμε οι δυό μας σινεμά. Μου λέει θα δούμε, πήγαινε τώρα σπίτι.

Τον περίμενα να γυρίσει για να φύγουμε. Ήρθε, αλλά άρχισε την ανάκριση. Πού τα βρήκες πως και τα λοιπά. Δεν απαντούσα. Απείλησε να με κάνει μαύρο στο ξύλο. Πήρα δρόμο. Άρχισε να με κυνηγά ένα γύρω στη γειτονία. Ήταν αρκετά βαρύς και κάπνιζε πολύ. Είχε κρεμάσει η γλώσσα του. Αλλά εγώ ήμουν με τις παντόφλες κι ο δρόμος χωμάτινος, κάποια στιγμή με γράπωσε.

Με κρέμασε ανάποδα από ένα δοκάρι. Πόδια πάνω κεφάλι κάτω. Έβριζε κι απειλούσε. Πού βρήκες τα λεφτά;

-Νόμισε ότι τα έκλεψες;

Κάτι τέτοιο. Πίσμωσα δεν άνοιγα το στόμα μου. Η μάνα μου να ωρύεται. Ο πατέρας απειλούσε να με κάνει λαμπάδα. Τελικά είπα την αλήθεια. Με κατέβασε, έφαγα ένα γερό χέρι ξύλο.Της είχε απαγορέψει να μου δώσει φαγητό και η κακομοίρα έκανε ολόκληρη συνωμοσία για να με ταΐσει.

Στην Αθήνα η μάνα μου δουλειά από το ξημέρωμα ως τη νύχτα.

-Πόσων χρονών ήταν;

-Πενήντα πέντε πια. Δούλεψε μέχρι τα εβδομήντα της. Από τα εννιά, το φαντάζεσαι; Και θα δούλευε περισσότερο αν η οικογένεια δεν έφευγε για το Λονδινο μόνιμα.

Ο πατέρας μού έλειπε πολύ. Κατέβαινα στο λιμάνι και χάζευα τα πλοία που φεύγανε για Μυτιλήνη. Αν τύχαινε, του έστελνα κανένα δωράκι με κάποιο γνωστό, τσιγάρα, καμιά φτηνή κολώνια από το ψιλικατζίδικο, ένα γράμμα. Ό,τι μπορούσα δηλαδή. Μου έλειπε πολύ. Ζούσε μόνος του. Δούλευε ακόμα στο λιμάνι.

Κάποια στιγμή έπεσε από έναν γερανό και χτύπησε. Τον φέρανε στην Αθήνα. Πήγα να τον δω. Πήρα μια συμπικνωμένη πορτοκαλάδα και πήγα.

Βυσσινάδα θα ήταν.

-Πώς;

-Λέω, βυσσινάδα. Τέτοια πηγαίναν τότε στους αρρώστους.

Μπορεί, δεν θυμάμαι. Ήρθε κι η μάνα να τον δει. Μιλήσανε πολύ και τα βρήκανε. Εκείνος ήρθε μόνιμα στην Αθήνα κι έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο. Εγώ δεν πήγα να μείνω μαζί τους. Είχα μάθει σε άλλη ζωή πια, είχα κόψει τον λώρο.

Όμως για την μάνα το μαρτύριο δεν σταμάτησε. Τώρα είχε πια περάσει στην εμμονή. Έβλεπε παντού γκόμενες. Φανταστικά περιστατικά. Το αποτέλεσμα ήταν περισσότερη βία. Του έκανε τον βίο αβίωτο. Κατηγορίες εκείνη, βία εκείνος. Και δωσ’ του από την αρχή. Ένας ανελέητος φαύλος κύκλος.

Όταν εκείνος πήρε την σύνταξή του γυρίσανε στην Μυτιλήνη. Εγώ δεν ξαναγύρισα από τότε που έφυγα. Τώρα είναι η πρώτη φορά. Για την κηδεία του.

Ξέρεις μου έλλειψε από την ζωή μου η παρουσία του. Ο καλός του λόγος, το άγγιγμα του. Μόνο βία, βία κι άλλη βία είδα από ’κεινον. Όμως τον αγάπησα.

Ξέρεις στα τελευταία του τα ’χε χάσει. Είχε αρχίσει να κάνει περιέργα πράγματα. Του ’χε μπει στο μυαλό πως είναι μάγος

-Κλαίς;

-Κλαίω. Ξέρεις πώς πέθανε; Στο ’πα;

-Μου είπες από την καρδιά του.

-Ψέμματα σου είπα. Γιατί ντράπηκα. Προχθές κάνοντας τον τρελό, κάποιοι για να τον κεράσουν ούζο τον έβαλαν να φάει γυαλιά. Πέθανε φρικτά.

Χριστέ μου...

Σ’ ένα χαντάκι μέσα διπλωμένος στα δύο από τους πόνους. Τώρα κλαις εσύ.

-Κλαίω.

ΥΓ. Είναι κάτι που βαραίνει την ψυχή μου και πρέπει να το βγάλω από μέσα μου. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στην Μυτιλήνη από τότε που έφυγα παιδί. Ξανάρθα πριν δυο καλοκαίρια. Κατέβηκα από το πλοίο και πήρα τον δρόμο για το σπίτι. Σ’ ένα καφενείο στην προκυμαία ο κόσμος έκανε χάζι κάτι και γελούσε. Πλησίασα, ήταν ο πατέρας. Μεθυσμένος. Τον είχαν σε μια καρέκλα κι έσπαγαν πλάκα μαζί του σπρώχνοντάς τον και γελοιοποιώντας τον. Του έλεγαν έλα μάγε βγάλε έναν λαγό από το καπέλο σου. Δεν πήγα κοντά του. Ντράπηκα να πω πως είμαι γιος του. Γιος του μάγου. Γιος του τρελού. Έκανα στροφή κι έτρεξα στο λιμάνι. Ξαναμπήκα στο πλοίο και γύρισα στον Πειραία μέσω άγονης γραμμής. Έκλαψα σ’ όλο το Αιγαίο.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.