Σκορπιός

Νυκταλωπία. Συμβαίνει για πρώτη φορά και μόνο σ’ εκείνον. Πριν επινοηθεί ο όρος. Ορμέμφυτη άγνοια. Καλείται να ονοματοδοτήσει το λεπιδωτό πλάσμα που φράζει τους αεροφόρους σάκους του. Προδοσία. Κάθετη πτώση.

Δέκα φωτογραφίες. Ασπρόμαυρες αλήθειες χρησμοδοτούν για την ζωή του. Υποψιάζονταν, βεβαιώθηκε. Ο φίλος του τις βάζει στο χέρι χωρίς να τον κοιτάζει στα μάτια. Μ’ ένα δυστυχές απολογητικό χαμόγελο. Ξεχωρίζει την πρώτη κι ένα ανατριχιαστικό ψιλόβροχο γαργαλά τη ραχοκοκαλία του. Στην δεύτερη διαπιστώνει πως έχει ανοίξει ένας κύκλος που δεν τον περιέχει. Ως την τελευταία, όλες οι στιγμές τους, ούτως ή αλλιώς κλεμμένες από άλλον, αποτελούν πλέον παλιατσαρία της μνήμης του. Μια συμφυρματική συλλογή σκουπιδιών.

Η σχέση τους αλλάζει. Γίνεται πολυπρισματική. Αστεία οπτική τη λέει. Η δική του, η δική της, του συζύγου, της συζύγου και τώρα του εραστή της ερωμένης.

Από χωροδεσπότης, δουλοπάροικος στο φέουδο του. Μένει άφωνος. Οι εικόνες θερίζουν τις λέξεις. Ντρέπεται. Η εκδίκηση θριαμβολογεί σε βάρος του. Του κλείνει το μάτι κοροϊδευτικά. Έχει αναγάγει την απιστία σ’ επιστήμη. Έχει εξαπατήσει την γυναίκα του, τις ερωμένες του, ακόμα κι αυτήν, την πλησιέστερη στην τελείοτητα σχέση του, με επιτηδειότητα. Πάντοτε ατιμωρητί. Δεν έχει εισπράξει για τον εαυτό του το παραμικρό. Πάντοτε θύτης. Νικητής και τροπαιούχος. Αλλαζονικός μέχρι του σημείου να αισθάνεται μια γενναιόψυχη συγκατάβαση για τον εκάστοτε απατημένο «άλλον», του οποίου τη ζωή σημαδεύει. Δεν έχει νοιώσει ποτέ το δικό του θειάφι να του καίει τα ρουθούνια, να κατακλύζει κάθε εγκεφαλικό κύτταρο και να τον δηλητηριάζει.

Είναι υπέρμαχος της ευτυχίας που συνεπάγεται η ανακλητή σχέση, αυτή που αναβάλλει το «εύρηκα» και τον αφήνει στο παιχνίδι ζωντανό και μάχημο. Διατείνεται πως ο γάμος και η μόνιμη σχέση, απαιτεί μια πλήρωση που φέρνει μέσα της τον ίδιο της τον αφανισμό και παρότι τυπικά όλα αυτά τα πραγμάτωσε, πιστεύει ότι στην ουσία δεν τον αφορούν.

Παντρεμένος δέκα χρόνια με ένα παιδί έξι ετών, επεδιώκει την ηδονιστική συνενοχή της παράνομης σχέσης με ήδη δεσμευμένες γυναίκες. Αυτές του δίνουν το είδος της σχέσης που δεν μπορεί να περιβληθεί με εγγυήσεις και το έντονο συναίσθημα που του γεννούν είναι φθαρτό με ημερομηνία λήξης. Κάτι που τις καθιστά ασφαλείς για την καθεστηκυία τάξη του και για την ισοροπία του εγωκεντρισμού του.

Ωστόσο αυτή η τελευταία περιπέτεια έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική κι έχει ξυπνήσει ναρκωμένες αισθήσεις. Είναι μια αμαρτία εξ’ αδιαιρέτου, που συνδυάζει όλα τα εχέγγυα μιας ευτυχίας. Με το μικρό πρόβλημα της ύπαρξης δύο απατημένων συζύγων. Του δικού της και της δικής του. Δυο τελματωμένες σχέσεις που συγκριτικά με το φως της δικής τους σχέσης, θαμπώνουν το εξωτερικό στρώμα της πραγματικότητας τους. Απαρατήρητες σαν ξεβαμένα πρόσωπα ηθοποίων μετά την παράσταση.

Παρά την ένταση όμως, ο σκορπίος μέσα του ξαναδάγκωσε κι έχυσε κι εδώ το δηλητήριο του. Προδοσία, της προδοσίας, ω προδοσία. Την διέλυσε όταν το διαπίστωσε. Προσπάθηκε να ανασκευάσει συσταλτικά την κατάσταση και να ξεπεράσει τον σκόπελο της παρατυπίας του. Άλλα ενόσω το προσπαθούσε, ανέκυψε και δεύτερο παρόμοιο γεγονός και ενώ μία παρασπονδία κάπως καλύπτεται, δύο απανωτές, δύσκολα καλύπτονται.

Την είδε να συντρίβεται, να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, να συρρικνώνεται και να χώνεται μες στο αυγό του φιδιού, έτοιμη να τον κατασπαράξει. Το χαστούκι που του έδωσε δεν πόνεσε τόσο όσο η προφητεία της. «Θα πεθάνεις μόνος σου» του είπε. Του θύμησε αυτό που του ’χε πει παλαιότερα η γυναίκα του. «Σαν πεθάνει δεν θα βρεθεί άνθρωπος να σηκώσει το φέρετρο του.» Κουβέντες βαρειές βαφτισμένες στην απόγνωση που προκαλεί ένα πεθαμένο όνειρο.

Έκλαψε. Για τρίτη φορά στη ζωή του. Ζήτησε πίστωση χρόνου και μια δεύτερη ευκαιρία. Του την έδωσε. Είχε μουδιάσει από το ενδεχόμενο πως ό,τι επένδυσε θα αποδεικνυόταν φρούδο. Είχαν μιλήσει για ένα κοινό μέλλον, καθαρό, χωρίς ψέματα και σκιες. Προφανώς όταν μιλούσαν για πίστη δεν αναφέρονταν στο ίδιο πράγμα. Έτσι στήθηκε ένα παραπαίον οδόφραγμα για να σταματήσουν την έλευση του τέλους.

Και τώρα έχει στα χέρια του τις φωτογραφίες της. Την δείχνουν χαρούμενη να γελάει με έναν άλλον. Αυτό τον πληγώνει περισσότερο. Το γέλιο της είναι δική του αποκλειστικότητα. Ξέρει πως να το γεννά, να το κάνει να πηγάζει απο μέσα της και να το διατηρεί στο πρόσωπο και στην ψυχή της. Ήταν αυτό που τους είχε φέρει κοντά στην αρχή, αυτό που τους συντήρησε. Της έλειπε το γέλιο, του είχε πει και αυτός της το παρείχε σε υπερβολικές δόσεις. Αυτό την έκανε ευτυχισμένη. Και τώρα κοιτάζει τα ίδια μάτια δακρυσμένα από τα γέλια, την ίδια γκριμάτσα άκρατης ιλαρότητας στο πρόσωπό της, κι ο υπεύθυνος είναι άλλος.

Ούτε καν στέκεται στις επόμενες φωτογραφίες που καθιστούν ηλίου φαεινώτερο το είδος της σχέσης που καταγράφουν. Μουδιάζει. Απορεί με την γη που γυρίζει, με την καρδιά του που εξακολουθεί να λειτουργεί, με την κανονικότητα της ζωής. Πού βρίσκουν το κουράγιο να συνεχίζουν; Είναι δυνατόν να αγνοούν πως για πρώτη φορά στη ζωή του κατατάχθηκε στην στρατιά των απατημένων; Να παραβλέπουν τους οξύουρους που εισβάλλουν στα σωθικά του και τον κατατρώνε; Είναι δυνατόν να του συμβαίνει αυτό;

«Έχει ο καιρός γυρίσματα» του ’χε πει, «εκεί που δεν το περιμένεις…».

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.