Ημερολόγιο βυθού

Πέντε λεπτά αέρα στη φιάλη μου. Πέντε λεπτά ύπαρξης. Ο δικός μου χρόνος μετριέται σε απόθεμα οξυγόνου κι αζώτου. Δεν είναι ο χρόνος όπως τον ξέρουμε, είναι το δικαίωμα στην αναπνοή. Το μανόμετρο μού δείχνει τα προσεχώς απ’ την υπόλοιπη ταινία της ζωής μου. Νάρκωση αζώτου, συναίσθημα ευφορίας, παράλυση, απώλεια των αισθήσεων, θάνατος.

Κοιτώ τις φυσσαλίδες γύρω μου που χορεύουν στο κενό του βυθού. Στρατιές ολόκληρες που ορμούν έξω από το ρυθμιστή μου. Κάθε ανάσα που παίρνω με φέρνει πιο κοντά στην τελευταία μου. Γεμίζω τα πνευμόνια μου με είκοσι ένα στα εκατό οξυγόνο κι εβδομήντα εννέα άζωτο. Το σώμα μου δεν ξέρει τι να το κάνει κι η πίεση του βυθού θα το μαζέψει γύρω από τους ιστούς μου.

Λένε πως ο πνιγμός είναι ο αθόρυβος φονιάς. Όσοι πνίγονται δεν μπορούν να ζητήσουν βοήθεια. Στην ιεραρχία προηγείται η ανάσα κι η φωνή έπεται. Τα χέρια δε χρησιμεύουν σε τίποτα παρά μόνο για να τεντωθούν στα πλάγια σα σταυρός, σε μια ύστατη προσπάθεια να σπρώξουν τα ένα δισεκατομμύριο τριακόσια σαράντα επτά εκατομμύρια κυβικά χιλιόμετρα νερού που τα περιβάλλουν. Είναι μόριο εμπρός στην άβυσσο.

Ξανακοιτώ. Τέσσερα λεπτά αέρα. Αναρωτιέμαι γιατί ο άνθρωπος θέλει να παραβεί τη νομοτέλεια και προσπαθήσει να ξεπεράσει τη φύση του. Όταν δεν επιχειρεί ν’ ανέβει στην επιφάνεια, αλλά το αντίθετο, να βρεθεί εκεί που δεν ανήκει, οικειοθελώς, τι γίνεται; Μια ελεύθερη πτώση στο κενό. Αυτή είναι η αίσθηση της καθόδου κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ψάχνεις για ένα σημείο να σκαλώσει το βλέμμα σου και να το κρατήσει ως μπούσουλα.

Κάτω, κάτω, κάτω... Το κεφάλι πρώτα, το σώμα κατακόρυφο κι εσύ βοηθάς τη βαρύτητα με μερικές πεδιλιές. Είσαι το ξένο σώμα, ο εισβολέας. Η ομορφιά γύρω σου είναι μια αποκάλυψη δανεική. Την κρατάς μόνο στη μνήμη σου. Αλλοίμονο αν επιχειρήσεις να την πάρεις μαζί σου. Δεν συχγωρεί. Γοργόνες διάφανες στοιχειώνουν τους βυθούς. Κι όταν τις συναντήσεις, είναι ήδη αργά. Έχεις ήδη σπάσει τους κώδικες.

Τρία λεπτά και τριαντα δύο δεύτερα αέρα. Το ρολόι βυθού τρελαίνεται. Αναβοσβήνει η ένδειξη κινδύνου. Αρχίζω να περνώ στην γκρίζα ζώνη. Η χρόνος μου που μου απομένει, είναι ο αέρας μου. Έσπασα τους κανόνες. Βρίσκομαι μετέωρος στη μέση της αβύσσου τριαντα εννιά μέτρα από την επιφάνεια και τριάντα ένα από τον βυθό, έχοντας παραβλέψει την ασφάλειά μου. Κατέβηκα πιο χαμηλά από το επιτρεπόμενο όριο, με το περιεχόμενο της φιάλης μου επικίνδυνα χαμηλό. Το πόδι μου είναι μπλεγμένο στην εσοχή ενός βράχου. Επιπλεόν είμαι μόνος. Είμαι εγχειρίδιο καταδυτικής αποφυγής. Κι οι φυσσαλίδες χορεύουν τρελά.

Την ακούω που γαυγίζει «γκουβ γκουβ». Η γοργόνα με πλησιάζει. Δεν είναι όμορφη όπως θα περίμενα. Είναι τετράγωνη σα φολκσβάγκεν με πτερύγια και βράγχια κι έχει δύο προβολείς για μάτια. Φωσφορίζει κι έρχεται και κολλά απειλητικά το πρόσωπό της στο δικό μου. Στα σωστά μου θα αναγνώριζα αμέσως την Σφυρίδα Μαμούθ, αλλά οι παραισθήσεις αρχίζουν να με ρίχνουν στην έκσταση του βάθους.

Βγάζω τον ρυθμιστή από το στόμα και σχηματίζω ένα υγρό χαμόγελο. Προσπαθώ να φανώ ευγενικός με τη γοργόνα και της προσφέρω μια δόση αερίου. Καταπίνω νερά και οι τελευταίες αναλαμπές αυτοσυντήρησης με οθούν να ξαναβάλω το ρυθμιστή στο στόμα. Η γοργόνα-σφυρίδα με προσπερνά κι αρχίζω να αισθάνομαι τσιμπίματα στον αυχένα και τα άκρα μου.

Τρία λεπτά. Κοιτάζω ψηλά πάνω μου και βλέπω το φως της ατμόσφαιρας όπως αυτό διαχέεται κάτω από την επιφάνεια. Μικροσκοπικά ψαράκια σε κοπάδια αφήνονται στο ρεύμα και παρασύρονται με την ροή του. Ο βυθός είναι η αυλή των θαυμάτων. Κρυώνω. Ξέρω πως σύντομα θα πεθάνω. Κοιτώ το ρολόι μου. Ανάβει κόκκινο. Όλες οι ενδείξεις είναι κόκκινες. Επιτακτικά μου ζητά να ανέβω ψηλότερα και να κάνω στάση αποσυμπίεσης. Κουνώ ξανά το πόδι προσπαθόντας να το τραβήξω από την παγίδα του. Η έντονη αυτή κίνηση μου προκαλεί αγωνία που κατασπαταλά τα αποθέματα του αέρα μου.

Δύο λεπτά και τριάντα έξι δευτερόλεπτα. Μια οξύμωρη ζωή. Είμαι παγειδευμένος αλλά για να ελπίσω στη σωτηρία, που δύο λεπτά και τριάντα έξι δευτερόλεπτα μπορούν να υποσχεθούν, θα πρέπει να μείνω ήσυχος και ήρεμος. Διαφορετικά όποια ηρωική έξοδο κι αν επιχειρήσω θα μου στοιχήσει τα ελάχιστα αποθέματα αέρα που μου απομένουν.

Σ’ αυτήν τη φυλακή της σιωπής στην οποία είμαι καταδικασμένος, μου μένει μόνο να δω τον εαυτό μου μέσα μου. Να τον διυλίσω πριν καταπιώ την υγρή κάμηλο που με περικλείει. Οι σκέψεις μου έχουν μαύρες τελείες και παύλες. Μπαινοβγαίνω σε μια κατάσταση αλήθειας και υπόθεσης. Βλέπω το θάνατο να κολυμπά γοργά προς το μέρος μου και το παράξενο είναι πως δεν φοβάμαι.

Τα μάτια μου βουτούν στο εσωτερικό του κορμιού μου και βλέπω τις φυσσαλίδες να γραπώνονται σαν πεταλίδες γύρω από την σπονδυλική μου στήλη. Παλεύουν να κατακλύσουν κάθε ανέπαφο ακόμα σημείο και να το αποικήσουν. Σε λίγο θα γίνουν αμέτρητες και συμπαγείς. Θα είμαι ολόκληρος ένα κουτάκι αναψυκτικού. Έτοιμος να εκραγώ στην παραμικρή αλλαγή πίεσης.

Δύο λεπτά. Η αντίστροφη μέτρηση είναι ανελέητη. Μου περνά ή σκέψη να την προλάβω και να τραβήξω τον ρυθμιστή από το στόμα. Αλλά όταν σηκώνω το χέρι, δεν βρίσκω το πρόσωπό μου. Δεν είναι στη θέση του. Για την ακρίβεια βρίσκω το κενό. Δεν έχω πρόσωπο, όπως δεν έχω και πόδια. Νοιώθω τα χέρια μου αλλά δεν τα βλέπω. Τα μάτια μου διακρύνουν μόνο μαύρες κουκίδες που ενώνονται μεταξύ τους. Το σκοτάδι πυκνώνει.

Ένα λεπτό και δεκαέξι δευτερόλεπτα. Η κάθε αναπνοή που πέρνω απαιτεί γιγάντια προσπάθεια. Είναι σα να ξύνω τα τοιχώματα της φιάλης προκειμένου να ξεκολλήσω λίγη ζωή από πάνω τους. Τώρα ξέρω πώς είναι να πεθαίνεις. Αν είχα ελεύθερα τα πόδια μου θα ’θελα να χορέψω. Ναι, αυτό μου λείπει τώρα, πάνω απ’ όλα. Μετανιώνω που δεν χόρεψα αρκετά στη ζωή μου. Μέσα στη στεγανή μάσκα μου νοιώθω τα μάτια μου να υγραίνονται. Είναι αλμυρά και με καίνε. Δεν είναι το θαλασσινό νερό του τάφου που ανοίγεται εμπρός μου, είναι τα μάτια μου που κλείνουν απ’ έξω, τα όσα αφήνω πίσω μου.

Σαραντα τρία δευτερόλεπτα. Πόσα πολλά χωράνε σ’ ένα τόσο μηδαμινό διάστημα! Όλη η υπόλοιπη ζωή μου. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά. Η σκιά ενός σκάφους σταματά από πάνω μου.

Τριάντα δύο δευτερόλεπτα. Η σκιά βγάζει χέρια και πόδια και κολυμπά προς το μέρος μου. Είναι πελώρεια, θεόρατη κι απλώνεται.

Είκοσι ένα δευτερόλεπτα. Την σκιά ακολουθεί ένα φώς λαγαρό. Τελευταία στιγμή η σκια λοξοδρομεί και φεύγει. «Εεε!» φωνάζω με το νου μου γιατί ξέρω πως η σκιά μ’ ακούει «μην με προσπερνάς, σε περίμενω εδώ και πέντε λεπτά αέρα. Μια ζωή ολόκληρη». Αυτή όμως συνεχίζει ώσπου χάνεται στην άβυσσο.

Οκτώ δευτερόλεπτα. Τα μάτια μου κλείνουν. Σχεδόν δεν αναπνέω. Το φως έχει φτάσει γύρω μου. Με τυλίγει κι ενώνεται μαζί μου. Τρέμω. Τώρα φοβάμαι, μα ξέρω πως με διεκδικεί και είμαι πλέον στο έλεός του. Νιώθω το νου μου, τη μνήμη μου, τον εαυτό μου ολόκληρο ν’ αδειάζει.

Τρία, δύο, ένα δευτερόλεπτα. Δεν έχω αναμνήσεις, δεν έχω εικόνες, δεν έχω γνώση. Το κενό. Είμαι το απόλυτο κενό. Το φως δυναμώνει. Δύο χέρια με αρπάζουν και με τραβάνε. Αφήνω τον βυθό. Νοιώθω να με ξεριζώνουν απ’ το γοφό. Με γυρνάνε ανάποδα. Με χτυπάνε στην πλάτη. Το χρώμα μου είναι μπλε. Ασφυκτιώ. Με χτυπούν άλλη μια φορά. Αφήνω μια στριγγλιά δυνατή. Ανάσα, βλένα, φως, όλα μαζί...

Γεννιέμαι, ένα, δύο, τρία δευτερόλεπτα. Το ρολόι της ζωής μου ξεκινά.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.