Ο χορός των αγγέλων

Κάθε πρωί, για χρόνια τώρα, κάνω την ίδια διαδρομή  πηγαίνοντας  για τη δουλειά μου. Κάθε μέρα, όσο αργοπορημένη κι αν είμαι, το βήμα μου ασυναίσθητα κοντοστέκεται μπροστά στο παλιό αρχοντικό της οδού Αριστείδου, αριθμός 11. Το βλέμμα μου χάνεται για λίγο στην ρημαγμένη γοητεία του, στην παντοτινή του αίγλη. Σήμερα βρέχει και δεν έχω ομπρέλα μαζί μου. Είμαι στην αυλή του παλαιού αρχοντικού. Χωρίς να το καλοσκεφτώ σπρώχνω την εξώπορτα και προχωρώ στο εσωτερικό.

Μυρωδιά μούχλας ανάκατη με περιττώματα και σκουπίδια. Σκοτάδι. Προς στιγμής δεν βλέπω τίποτα. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου μ’ απελπισία. Τουλάχιστο δεν βρέχομαι, σκέφτομαι, κι αποκλείω τη σκέψη να φύγω τρέχοντας. Βλέπω μια πηγή φωτός στο βάθος. Ένα μισογκρεμισμένο παράθυρο ρίχνει λοξά μια δεσμίδα φωτός. Κατευθύνομαι αργά προς τα εκεί προσπαθώντας ν’ αποφύγω διάσπαρτα αντικείμενα που κείτονται στο πάτωμα. Έξω απ’ το σπασμένο τζάμι η καταιγίδα συνεχίζει κι αποφασίζω να κουρνιάσω εκεί για λίγη ώρα. Ακουμπάω την πλάτη μου στον τοίχο και κάθομαι καταγής. Μπροστά στα πόδια μου, σε μια σπασμένη κορνίζα, μια μισοσβησμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία μου τραβά την προσοχή.

Τα πρόσωπα περιέργως είναι όλα αλλοιωμένα απ’ την υγρασία και τη βρωμιά. Όλο το πάνω μέρος της φωτογραφίας είναι έτσι. Είναι το σημείο όπου είχε σπάσει το τζάμι και που άθελά του την άφησε εκτεθειμένη στο χρόνο. Ανάμεσα στο μισοσκόταδο διακρίνω πάνω στο κιτρινισμένο χαρτί έναν άντρα καθισμένο σε μία περίτεχνη καρέκλα με δύο μικρά παιδάκια όρθια δίπλα του. Είναι ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Ό άντρας φοράει ένα σκούρο κουστούμι με λεπτή λευκή ρίγα. Έχει λευκό μαντίλι στο πέτο και φοράει γυαλιστερά μαύρα παπούτσια με κορδόνια. Το λευκό πουκάμισο ίδιο με το μαντίλι έρχεται σ’ αντίθεση με τη σκουρόχρωμη γραβάτα. Το κοριτσάκι, που πρέπει να είναι τεσσάρων χρονών, στέκεται πρώτη κοντά στον καθισμένο κύριο. Φοράει ανοιχτόχρωμο φουστάνι, λευκές κάλτσες και παπουτσάκια με κορδονάκι στο πλάι. Έχει φιογκάκια στα μανίκια όπως και στα επιμελώς χτενισμένα μαλλιά της. Η γαλαζοπράσινη μουτζούρα απ’ την μούχλα δεν μ’ αφήνει να ανακαλύψω το κάποτε νεανικό μουτράκι. Το λίγων χρονών μεγαλύτερο αγοράκι, είναι κι αυτό ντυμένο στα λευκά, φοράει ένα χοντρό πουκάμισο με φουσκωτά μανίκια και τεράστιο γιακά, πολύ κοντό παντελόνι, κλειστά παπούτσια με μακριές κάλτσες τραβηγμένες λίγο κάτω απ’ το γόνατο. Τα μαλλιά του είναι ανοιχτόχρωμα και κοντοκουρεμένα.

Τα πάντα στην φωτογραφία δηλώνουν αρχοντιά και πλούτο. Τ’ ακριβά ρούχα, τα σκαλιστά κλασσικά έπιπλα, τα χειροποίητα χαλιά, οι βαριές κουρτίνες που διακρίνονται στο πλάι. Ασυναίσθητα κοιτάζω γύρω μου. Οι ψηλοτάβανοι τοίχοι μισογκρεμισμένοι, τα περίτεχνα γύψινα σκορπισμένα στο πάτωμα. Βρωμιά κι ακαθαρσίες παντού. Όλα βρίσκονται σε μια θλιβερή αποσύνθεση. Παίρνω την φωτογραφία στα χέρια. Περιεργάζομαι την κορνίζα. Σκαλισμένο ξύλο. Ένας φαρδύς μαίανδρος την πλαισιώνει.  Λείπει όλο το πάνω μέρος. Έχει σημάδια χρυσόσκονης τα οποία τα έχει καλύψει μια παχιά στρώση σκόνης. Η κορνίζα διαλύεται στα χέρια μου. Ο κρότος του τζαμιού που σπάει με ταράζει. Θέλω να φύγω από ’κει μέσα. Κάτι όμως με κρατά. Η φωτογραφία απογυμνωμένη βρίσκεται στα χέρια μου. Την γυρίζω ανάποδα. Στο κάτω μέρος εμφανίζεται μία οβάλ σφραγίδα. «Φωτογραφείον Μιχαήλ Μαρκουλή» Ποιο πάνω, με μαύρο μελάνι και καλλιγραφικά γράμματα, γράφει «Οικογένεια κυρίου Ν. Παστελίδη, Αθήναι, 12.6.1915». Συγκινούμαι. Αυτή ήταν η οικογένεια του κυρίου Παστελίδη. Γιατί άραγε δεν ήταν η γυναίκα του παρούσα; Τι ν’ απέγιναν οι τρεις τους τα επόμενα χρόνια, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο; Στις κακουχίες του ’40 τα παιδιά θα ήταν ήδη ενήλικες. Μπορεί να τους σκότωσαν οι Γερμανοί. Μπορεί και οι δικοί μας στον εμφύλιο. Μήπως από τότε ερήμωσε το σπίτι και κατάντησε έτσι;

Ψάχνω να δω τα μάτια των παιδιών, να δω τη θλίψη τους. Η μούχλα δεν μ’ αφήνει. Η μητέρα τους πρέπει να είχε ήδη πεθάνει το 1915. Ποιος ξέρει το γιατί; Μπορεί να συνέβη κατά την διάρκεια της γέννας της μικρής της κόρης, μπορεί κι από μια γρίπη, σε κάποια βαρυχειμωνιά. Απ’ ότι φαίνεται ο κύριος Παστελίδης έμεινε μόνος του, ν’ αναθρέφει τα δυο μικρά παιδιά του σ’ αυτό το σπίτι, που εγώ τόσα χρόνια θαύμαζα και ζήλευα για την ομορφιά του. Στο μισοσκόταδο φαντάζομαι το σπίτι να ζωντανεύει. Οι τοίχοι είναι σε φιστικί και κρεμ αποχρώσεις και πλαισιώνονται από περίτεχνες κεντητές κουρτίνες, βαριά ξύλινα έπιπλα, τζαμένιες κονσόλες γεμάτες ασημικά, πολύχρωμα χαλιά, κρυστάλλινους πολυελαίους, φως, πολύ φως. Στο βάθος κάποιος παίζει στο πιάνο μελωδικές σονάτες. Τα παιδιά στριφογυρίζουν χορεύοντας σα μικροί άγγελοι, ντυμένοι στα λευκά. Η μουσική γίνεται ένα με τη βροχή που έχει σχεδόν σταματήσει κι απαλά χαϊδεύει τα δέντρα και τη γύρω πλάση. Έχω επανέλθει στην πραγματικότητά μου. Σηκώνομαι να φύγω. «Θα ξαναγυρίσω, σας το υπόσχομαι!»

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.