διηγήματα φίλων Σώσειλου Σοφία Στέλλα Οι στοιχειωμένες αρβύλες

Οι στοιχειωμένες αρβύλες

«Θόδωρε! Πάλι άφησες τις αρβύλες στο σαλόνι! Δεν αντέχω αυτήν τη μυρωδιά. Πόσες φορές να στο πω; Τόσα χρόνια στο μέτωπο και όποτε έρχεσαι μου χαλάς την ηρεμία μου. Τι μουρμουράς και δεν σ’ ακούω. Έτσι μπράβο, πες τα έξω απ’ τα δόντια. Νομίζεις πως είμαι κι εγώ σαν την ξαδέλφη μου, που λιώνει σε κάθε σου λέξη; Πάνε αυτά. Είναι πάντως καλή μαγείρισσα η Θάλεια. Την παραδέχομαι σε αυτό. Εσύ δεν ήσουν που της μάζευες φύλλα για ντολμαδάκια απ’ το αμπέλι του Κυρ Αντώνη; Τι καλός άνθρωπος και αυτός. Πόσο μου στάθηκε από τότε που σκοτώθηκες.» Έγειρε το κεφάλι και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. «Αυτό λυπάμαι… το παιδί. Δεν είναι καλά. Φοράει τα ρούχα σου. Προσπαθεί να χώσει τα τεράστια πουκάμισα στα μικρά παντελόνια. Τρέχει στο δρόμο με το στραβό πηλίκιο, να του κρύβει τον ήλιο. Σε ψάχνει, σε περιμένει. Εσύ ήσουν ο ήλιος του. Πώς μπορείς κι έρχεσαι έτσι απρόσκλητος κάθε τόσο. Κι αυτές οι αρβύλες πια…»

Σηκώθηκε απ’ τoν καναπέ, τράβηξε με δύναμη τις κουρτίνες σαν να προσπαθούσε να ξορκίσει κάτι. Άνοιξε ένα προς ένα, όλα τα παράθυρα του μικρού σπιτιού. Ανέπνευσε αργά, βαθιά σαν να ήταν η τελευταία της πνοή. Ακούστηκε η εξώπορτα να κλείνει και γύρισε. Στο μέτωπό της χαρακώθηκε ακόμη πιο βαθιά μία επίμονη ρυτίδα. Μήπως ήταν της φαντασίας της; Μήπως δεν έφυγε; Κοίταξε ανήσυχα τριγύρω της. Τα λιτά ξύλινα έπιπλα έριχναν μαύρες σκιές στους λευκούς τοίχους. Η δική του σκιά δεν ήταν πουθενά. «Θόδωρε! Αγάπη μου, συγνώμη…» Ένιωσε την ανάσα του, μύρισε την παρουσία του. Έκλεισε τα μάτια της και ρίγησε. Πόσο θα ήθελε τα γνώριμα χέρια να γλιστρούσαν κάτω απ' το φουστάνι της. Τον είχε ανάγκη. Ένιωθε τόσο μόνη. «Γιατί μας άφησες; Γιατί; Γιατί;» Η φωνή της ένα παράπονο, έσκισε τη σιωπή. «Γιατί δεν μου απαντάς; Όποτε θες μου μιλάς!» Χτυπούσε τον αέρα και τα δάκρυα τής αυλάκωναν το πρόσωπο. Όσο δεν έβρισκε αντίσταση, τρελαινόταν.

Τη βρήκε το παιδί να λυσσομανά μόνη της. Το κλάμα της γύρισε σε γέλιο. Γέλαγε, γέλαγε για ώρα. Γυάλισε το μάτι. Πήρε το παιδί στην αγκαλιά και το έσφιξε τόσο που πια το πονούσε. Προσπάθησε αυτό να γλιτώσει από την εμμονή της. Η Δέσποινα πήρε μια ανάσα και το μακρόσυρτο γέλιο γύρισε ξανά σε ένα βουβό λυγμό. Τα γαλανά μάτια του μικρού Αντρέα βουρκώσανε. Άνοιξε τα χέρια του και την έκλεισε αυτός στην αγκαλιά του, χάιδεψε τρυφερά τα βρεγμένα μάγουλα. Ήταν πια ο άντρας του σπιτιού. Είχε καθήκον να την προστατέψει.

Νύχτωσε. Ο ουρανός κρύφτηκε κάτω απ’ το βάρος πυκνών σύννεφων. Το φθινοπωρινό αγιάζι πάγωσε την κάμαρα. Κι ας ήταν τα παράθυρα κλειστά, υπήρχαν χαραμάδες παντού. Δύσκολες εποχές. Η Δέσποινα σκέπασε τον μικρό Αντρέα με μια χειροποίητη κουβέρτα. Ώρες, μέρες την έμπλεκε με το βελονάκι. Τα χέρια ακούραστα να επαναλαμβάνουν την ίδια ρυθμική κίνηση. Δυο μπροστά, ένα πίσω, δυο μπροστά, ένα πίσω. Το κουβάρι του μαλλιού ανάμεσα στα χέρια, στα πόδια. Τον ένιωσε.   Ήταν πάλι εκεί. «Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έβρισκες ερεθιστικό το να πλέκω; Ήταν άραγε που μ’ έβρισκες προσηλωμένη σε κάτι άλλο; Ζήλευες, έτσι; Το ήξερα. Ερχόσουν κουρασμένος κι αναζητούσες χάδια και στοργή από ’μένα σα να προσπαθούσες να εξιλεωθείς. Διψούσες για τη συγχώρεση μου. Ήταν πιο σημαντικό να ’σαι δέσμιος στο κόμμα παρά στη γυναίκα και το παιδί σου. Και να τα ’κανες όλα αυτά για την πατρίδα… Στο διάβολο! Ό,τι και να μου λες δεν με πείθεις. Γι’ αυτούς τα ’κανες. Ένα πιόνι ήσουνα. Ένα όπλο στα χέρια τους. Σκότωνες τ’ αδέλφια σου. Πώς μπόρεσες; Τόση μυστικοπάθεια, τόσο τρεχαλητό, κρύψιμο. Άξιζε; Άξιζε;» Η φωνή της έγινε πάλι σκληρή, δυνατή.

Πήγε στο μπάνιο. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο. Τρόμαξε με το είδωλο της στον καθρέφτη. «Δεν μ’ αναγνωρίζω. Πόσο σκλήρυνα! Πόσο γερασμένη δείχνω! Πού πήγαν τα όμορφα λαμπερά μαλλιά μου;» φώναξε. Μέσα στον αυστηρό της κότσο γυρόφερναν ατίθασες γκρίζες τούφες. Το μισοσκόταδο συνεργός στην αποκαρδιωτική εικόνα. Πίσω της είδε την φιγούρα του ψηλή κι επιβλητική να γεμίζει τον καθρέφτη. «Εσύ φταις! Το ξέρεις, γι’ αυτό και δεν μ’ αφήνεις τώρα να ηρεμήσω. Δεν έζησα, δεν χάρηκα τίποτα στην ζωή μου.Με την κοιλιά στο στόμα και γυρίζαμε από πόλη σε χωριό, από μπουντρούμι σ’ αχυρώνα. Έπρεπε να ’χες παντρευτεί τη Θάλεια. Θα σ’ άντεχε καλύτερα από ’μένα. Πιστεύατε τα ίδια πράγματα. Λυπάμαι αλλά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας για ιδεολογίες τρίτων. Κι εσύ από χέρι δικού μας δεν πήγες; Κι εμένα, βλέπεις πώς με κατάντησες. Να ζω χωρίς εσένα, με ’σένα!»

Άνοιξε την ντουλάπα κι έβγαλε το χοντρό παλτό του. Τ’ ακούμπησε στη μεριά του κρεβατιού που κάποτε κοιμόταν εκείνος. Τοποθέτησε τ’ άρβυλά του στην ευθεία πιο κάτω. Πήγε ξανά στο μπάνιο, έλυσε τα μαλλιά της και τα βούρτσισε καλά να ισιώσουν. Τσίμπησε λίγο τα χλωμά μάγουλα να δώσει χρώμα, δάγκωσε τα χείλη. Φόρεσε την καλύτερή της νυχτικιά και ξάπλωσε πλάι του.

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.