Ναυάγιο

Κάτι δεν πάει καλά, κάτι είναι λάθος. Η Πένη ανάβει το φως. Ο Άντης έχει φύγει; Μπροστά της στέκεται κάποιος άγνωστος. Τα μάτια του είναι θολά, χωμένα βαθιά στις κόγχες τους. Το πρόσωπό του, μ’ άγρια γένια, είναι αποστεωμένο. Το σώμα του αφυδατωμένο, στεγνό. Την κοιτάζει σαν ένας νεκρός και η Πένη ουρλιάζει. Ο κόσμος χάνεται σε μια κραυγή.

Ήταν μια μέρα, πριν από μιάμιση βδομάδα, όταν ο Όλης βγήκε για ψάρεμα με καταιγίδα. Η βροχή ήταν κρύα και η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος γέμιζε τον αέρα. Το σύννεφο είχε σκαλώσει στον Όλυμπο μια βδομάδα τώρα. Η Κάρπαθος βούλιαζε στη λάσπη. Αυτός όμως το είχε αποφασίσει. Έπρεπε να μαζέψει τα δίχτυα. Κι αντί να μερώσει ο καιρός, αγρίεψε. Η βάρκα του τσακίστηκε μεσοπέλαγα.

Η Πένη ξύπνησε κλαίγοντας, όπως κάθε βράδυ. Δεν ήξερε γιατί. Μετά θυμήθηκε. Του είχε πει, τον είχε παρακαλέσει να μη βγει. Δεν την άκουσε. Είναι γυμνή κάτω απ’ το πάπλωμα. Δίπλα της τώρα κοιμάται κάποιος άλλος. Η σόμπα καίει με χαμηλή φωτιά. Η τηλεόραση δείχνει χιόνια. Μια δεύτερη κουβέρτα είναι στο πάτωμα, ποιος ξέρει πόση ώρα. Τη ρίχνει πάνω της. Στο μπάνιο κλαίει για κάποια ώρα, καθώς κοιτάζεται στον καθρέφτη. Τα μάτια της κόκκινα, τα χείλη ωχρά. Στο λαιμό της το σημάδι του νέου άντρα της. Δεν είναι βέβαια παντρεμένοι, όχι ακόμα, αλλά αυτόν έχει πια. Ο άλλος είναι νεκρός. Κοιτάζεται ξανά στον καθρέφτη και προσέχει μια ρυτίδα. Πρέπει να είναι απ’ το κλάμα. Ρίχνει νερό στο πρόσωπό της και βγαίνει στο υπνοδωμάτιο.

Σ’ ένα άσπρο σύννεφο ακούει τ’ όνομά της, κινείται προς τη φωνή του. Βρίσκεται γυμνή στα χέρια του Άντη. Κάνει κρύο. Είναι παγωμένη. Της μιλά: «Πένη, μ’ ακούς; Έχεις χτυπήσει;» Πονά, αλλά δεν θυμάται να χτύπησε. Ίσως όταν έπεσε. Του γνέφει όχι, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει, η γλώσσα της είναι μουδιασμένη. Τη σκεπάζει με την κουβέρτα και τη βοηθά να σηκωθεί. Την πάει στο κρεβάτι. Τα πόδια της τρέμουν. Της λέει να ηρεμήσει, όλα θα πάνε καλά, αρκεί να ηρεμήσει. Στο κρεβάτι είναι ξαπλωμένος ο άγνωστος. Τον ξέρει. Αυτό το σκισμένο πουκάμισο του το έκανε δώρο πριν δυο μήνες. Είναι ζωντανός. Ο Όλης είναι ζωντανός. Είναι δεμένος πισθάγκωνα. Γυρνά στον Άντη, που της λέει: «τον χτύπησα, δεν ήξερα τι άλλο να κάνω». Δεν του αποκρίνεται. Δεν ξέρει τι να πει.

Ο Όλης, δεμένος, ανοίγει τα μάτια του. Τα κλείνει. Της ζητάει νερό. Στάζει αίμα απ’ το δεξί του αυτί. Του φέρνει το ποτήρι ως τα χείλη με τρεμάμενα χέρια. Εκείνος ζητάει και δεύτερο και τρίτο. Η Πένη του δίνει. Για κάποια ώρα μετά τους κοιτάζει, χωρίς να μιλά, κοντανασαίνοντας. Λέει του Άντη να φύγει και να τους αφήσει, λέει να τον λύσουν, τους φωνάζει, τους παρακαλεί, αυτό είναι το σπίτι του, αυτή είναι η γυναίκα του. Ο Άντης του λέει να ηρεμήσει.

Του λένε για τους άλλους ψαράδες. Η θάλασσα ξέβρασε δύο κορμιά πριν από μέρες, του Μύρη και του Μένιου. Έγιναν τρεις κηδείες. Δυο γεμάτα φέρετρα, τα δικά τους, ένα άδειο, το δικό του. Μόνο η κυρά Καλή δεν έθαψε το γιόκα της. Είπε πως θα περιμένει ακόμα. Θα τον έχει για ζωντανό και θα προσεύχεται. Η κυρά Καλή ήταν πάντα αγαθιάρα.

«Δεν είναι», τους απαντάει. Η θάλασσα συγχωρεί πολλές φορές. Τον συγχώρεσε κι αυτόν. Όταν τσακίστηκε η βάρκα, πιάστηκε απ’ το τιμόνι. Το κύμα το ξήλωσε απ’ την τιμονιέρα, αλλά όχι απ’ τα χέρια του. Μαζί πέσανε στο νερό και μαζί μείνανε για τέσσερεις μέρες. Ώσπου τα ρέματα τον έφεραν κοντά και βγήκε στη στεριά κολυμπώντας. Κοιμήθηκε μέχρι την αυγή και με το πρώτο φως περπάτησε μέχρι το Τρίστομο. Περίμενε πως θα τους βρει μαζί. Ήξερε ποιον έβλεπε η γυναίκα του όταν έλειπε. Ο Άντης είχε χωράφια, ήταν ριζωμένος στη στεριά. Κοντά στις γυναίκες. Ήταν καλός με πολλές γυναίκες, όχι μόνο με την Πένη, αλλά δεν του κρατάει κακία. Αυτός από την πλευρά του δεν κρατάει κακία σε ούτε στον Άντη, ούτε στην Πένη. Ζητά μόνο να γίνουν πάλι τα πράγματα όπως ήτανε. Το σπίτι του. Τη γυναίκα του να τον αποχαιρετά όταν φεύγει, να τον περιμένει να γυρίσει κι ας κάνει ό,τι θέλει όσο τον περιμένει. Ζητάει συγνώμη αν ποτέ την πλήγωσε, χωρίς να το θέλει.

Η Πένη δεν τον κοιτάζει. Κοιτάζει πότε τον Άντη, πότε το πάτωμα. Στο τέλος του λέει: «Όλη, σε κλαίω, αλλά έχεις πεθάνει για μένα. Σ’ έχω ήδη θάψει», και βγαίνει απ’ το δωμάτιο. Ο Άντης πιάνει το κουπί που μ’ αυτό τον χτύπησε πριν και τον χτυπάει πάλι. Και πάλι. Φωνάζει, μα κανείς δεν τον ακούει. Την επόμενη μέρα το κορμί του βρέθηκε στην παραλία, όχι μακριά, και γέμισε έτσι ο άδειος του τάφος. Η κυρά Καλή είπε πως θα περίμενε κι άλλο. Ήταν πάντα αγαθιάρα.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.