Το πέταγμα της μέλισσας

Σαββατόβραδο στην παραλιακή, ένα πολύχρωμο ποτάμι αυτοκίνητα ρέει αργά στην κάθοδο προς τη Μέκκα της νύχτας, μιας Αθήνας που λίγο κοιμάται. Χαμένη στην κακοφωνία. Κόρνες, βρισιές, μαρσαρίσματα και λάστιχα που στριγγλίζουν χωρίς προφανή λόγο πάνω στην άσφαλτο. Μέσα στο μικροσκοπικό της Smart, η Ελίζα πολέμαγε τα λεπτά που ’φευγαν.

Η νύχτα είχε αρχίσει ευοίωνα. Το νερό ήταν ζεστό στην ώρα του. Τα μαλλιά της στέγνωσαν γρήγορα. Το βάψιμο δεν πήρε πολύ ώρα. Φόρεμα, τακούνια, κοσμήματα ταίριαξαν με μιας. Μπήκε στο αμάξι, έβαλε μπροστά το GPS για το κέντρο «Μονόκερως», και προετοιμάστηκε ψυχολογικά για μια δίωρη οδήγηση σε αυξημένη κίνηση.

Κάπου στο μισάωρο, τα πράγματα στράβωσαν. Μία διαδήλωση στο Σύνταγμα έφτιαξε ένα γερό μποτιλιάρισμα. Οι δρόμοι σε ακτίνα χιλιομέτρων έπηξαν. Η «εκτιμώμενη ώρα οδήγησης» στο GPS μπήκε σε μια απειλητική διαδικασία επιμήκυνσης. Όπως πήγαιναν τα πράγματα, θα έστηνε ξανά τον Κώστα. Φτάνοντας στην παραλιακή, ήδη καθυστερημένη, δέχτηκε την αναμενόμενη κλίση. Έβγαλε με το αριστερό το κινητό της, ν’ απαντήσει, κι εκείνη τη στιγμή μια μέλισσα – καμικάζι τη χτύπησε στο μάγουλο. Αντανακλαστικά πάτησε φρένο και το χέρι της τινάχτηκε μηχανικά προς τον ύπουλο κι απρόσμενο εχθρό που βούιζε κοντά στ’ αυτί της. Το κλάξον του πίσω της τίναξε τα τεντωμένα της νεύρα κι αυτό ήταν! Τα δάχτυλά της χαλάρωσαν ελάχιστα τη λαβή και η συσκευή του κινητού της εκσφενδονίστηκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο, χτύπησε στο τιμόνι μιας μηχανής, έσκασε στο οδόστρωμα κι έλιωσε βασανιστικά κάτω απ’ τις ρόδες ενός νωχελικού τζιπ.

Ακολούθησε ένα μικρό χάος σε αργή κίνηση, με τη μοτοσυκλέτα να χάνει την ισορροπία της και να πέφτει στο μπροστινό ταξί, τη μέλισσα να φεύγει από ’κει που ήρθε, τον πίσω να κολλάει και τα δυο του χέρια στην κόρνα κι εκείνη να κοιτάζει το στραπατσαρισμένο κινητό της που δεχόταν το δεύτερο τσαλαπάτημα από ένα κάμπριο. Κάπου εκεί η λογική της, εντελώς απροειδοποίητα, τράβηξε χειρόφρενο. Άνοιξε την πόρτα μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο διαμαρτυριών απ’ όλες τις κατευθύνσεις, βούτηξε στις ρόδες του κάμπριο και στολίζοντας με τις πιο χυδαίες βρισιές που της ερχόταν στο νου τον αποσβολωμένο οδηγό του, ανέσυρε το τραυματισμένο κινητό της.

Η λογική της άρχισε και πάλι να λειτουργεί. Συνειδητοποίησε ένα τρίπτυχο γεγονότων. Το κινητό της είχε μεταβεί στον παράδεισο των κινητών, η κίνηση γύρω της ξεκίνησε, σα να μην είχε συμβεί τίποτα, κι ο οδηγός του κάμπριο που την κοίταζε αμίλητος ήταν το αφεντικό της. Κάτω από το πλέγμα των περιστάσεων, δεν της έμενε παρά να πει ένα αξιοπρεπές «καλησπέρα σας, κύριε Τάκη» και να γυρίσει στο αυτοκίνητό της, χωρίς να περιμένει απόκριση.  

Στο πρώτο περίπτερο που βρήκε, βγήκε τηλεφωνήσει. Ποιος ήταν ο αριθμός του Κώστα; Δεν θυμόταν. Άνοιξε την τσάντα της, δεν είχε μαζί της ατζέντα. Έβγαλε την κάρτα SIM και πλησίασε τον περιπτερά. «Συγνώμη, μήπως θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω το κινητό σας με την κάρτα μου, είναι ανάγκη», του είπε. Εκείνος την κοίταξε σα να μην καταλάβαινε. «Κορίτσι μου, είμαι παντρεμένος άνθρωπος, δεν κάνω τέτοια. Δεν πας σπίτι σου καλύτερα, μια χαρά κοπέλα;» της είπε τελικά. Άνοιξε το στόμα της. Το ξανάκλεισε. Γύρισε πάλι στο Smart. Στο επόμενο περίπτερο δοκίμασε ξανά, με επιτυχία, αλλά ο Κώστας δεν απαντούσε. Ένα μήνυμα SMS που παρέλαβε της έλεγε «Σε περιμένω μια ώρα. Θα περιμένω άλλη μισή και θα φύγω. Ελπίζω να μην σου έτυχε κάτι σοβαρό». Αυτό μια ώρα πριν. Του απάντησε «Μην ανησυχείς, απλά θα καθυστερήσω. Έσπασε ο διάολ. το πδρτ έχασα το κντμ και έμπλεξα σε κνσ, θα σ πω από κοντά!».

Λίγα λεπτά αργότερα που έφτασε στο κέντρο, κανείς δεν την περίμενε. Το κέντρο διασκέδασης ήταν διώροφο, με τον περιφερειακό εξώστη να δημιουργεί κάτι σαν αίθριο πάνω απ’ την πλατεία. Πλατεία, εξώστης, σκάλες, διάδρομοι, κατάμεστα από πλάσματα της νύχτας. Ηχεία στη διαπασών, με τα μπάσα να δονούν ακόμα και τους τοίχους, γήινοι ρυθμοί για γήινους χορούς και κέφι να σταλάζει σε κάθε κολώνα, καθρέφτη, κάθε απομίμηση αρχαίου γλυπτού. Και ένα μισόφωτο διάστικτο από αστραπές φλας, δέσμες λέιζερ και στροβοσκοπικά εφέ, πιο εκθαμβωτικό απ’ τον ήλιο του μεσημεριού. Αλλά μέσα στον κόσμο, μόνη. Έφυγε.

Στο αυτοκίνητο, της πέσανε τα κλειδιά απ’ τα χέρια. Έδωσε μια κλωτσιά στο λάστιχο κι έσπασε το τακούνι της, το δεξί. Σκύβοντας να πιάσει τα κλειδιά, πήγε να σπάσει και τ’ αριστερό, παραπάτησε και βρέθηκε γονατιστή. Έβγαλε και τις δυο γόβες και τις άφησε να πέσουν κοντά της. Ένας άγνωστος την πλησίασε. «Δεσποινίς, χρειάζεστε βοήθεια;» Του έγνεψε ναι, τον άφησε να τη σηκώσει στα πόδια της και βρέθηκε να κλαίει στον ώμο του. Ήταν ο πιο ωραίος άντρας που είχε γνωρίσει.

Την άλλη μέρα στη δουλειά, της είπαν να μαζέψει τα προσωπικά της. Το περίμενε. Ο κύριος Τάκης έκανε ένα μικρό κήρυγμα, για κάποια ιεράρχηση προτεραιοτήτων και μια σημαντική ευκαιρία για ενδυνάμωση αυτοελέγχου και διάφορα άλλα που καταλάβαινε χωρίς να κατανοεί. Την έστειλε σπίτι της. Στο δρόμο αγόρασε μια νέα συσκευή. Μετά από ώρες φόρτισης της μπαταρίας, έλαβε όλα τα μηνύματα που είχε χάσει στο μεταξύ. Η σύνοψη ήταν, αν θες να χωρίσεις μην ψάχνεις φτηνές δικαιολογίες.

Μέσα σε μια νύχτα, λοιπόν, έχασε και δουλειά και σχέση. Και μάλλον βρήκε μια καινούρια. Σχέση. Πολλά θα εξαρτηθούν από το σημερινό ραντεβού. Στέκεται με συγκέντρωση μπροστά στον καθρέφτη κι αλλάζει ρούχα και παπούτσια και κοσμήματα. Το βράδυ ξεκινά ευοίωνα. Δεν πρέπει ν’ αφαιρεθεί. Ο κίνδυνος καραδοκεί. Φοράει τ’ αγαπημένο της άρωμα και βγαίνει και πάλι στη νύχτα. Στο πρώτο σκαλοπάτι, μια μέλισσα – καμικάζι προσγειώνεται στον ώμο της. Χωρίς να το σκεφτεί τη λειώνει με μια φάπα. Η μέλισσα ξαφνιάζεται τόσο, που δεν προφταίνει καν να την τσιμπήσει. Καθώς κλειδώνει, η μόνη σκέψη που περνάει απ’ το μυαλό της, είναι πως ίσως πρέπει ν’ αλλάξει κολόνια. Αλλά αυτό μπορεί να περιμένει. Έχει ραντεβού με τη μοίρα της και τίποτα δεν θα την κάνει να το χάσει.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.