Ο Γεωμέτρης

Ήταν τρεις μέρες αφότου άφησα την Ηρακλεόπολη, στο δρόμο για το Αμμώνιο. Στα μέρη ετούτα ο Ήλιος είναι ο πρώτος θεός. Ίσκιο δεν βρίσκει κανείς πουθενά, κάτω από το φωτεινό του δίσκο. Μόνο τη νύχτα η βασιλεία του παύει για λίγο. Ο Ήλιος γέννησε τη Γη, η Γη την Έρημο, η Έρημος το Νείλο. Όλοι οι θεοί γέννησαν τα δικά τους παιδιά, ο καθένας με τη δύναμή του. Μέσα στις σκιές όπου μεγαλώνουν ξυπνάνε πλάσματα των κατώτερων θεών. Πλάσματα τα οποία τρέμουν το φως. Τα ονόματά τους δεν πρέπει να μαρτυράμε. Τα όνειρα μπλέκονται με τις αναμνήσεις, τα οράματα με την αλήθεια.

Την τρίτη νύχτα στην βορεινή όαση, η σφίγγα ήρθε στη φωτιά μου. Η χαίτη της άστραφτε, κόκκινη απ’ τις φλόγες, και στα μάτια της λαμπύριζε αστέρινο φως. Τίναξε τα φτερά της κι έγειρε το κεφάλι, κοιτάζοντάς με. «Σου αρέσει ο τόπος μου; Θα ήθελες να μείνεις για δείπνο;» με ρώτησε γλείφοντας τα χείλη της με τη διχαλωτή της γλώσσα. Της είπα, αρχόντισσα, μου παράγγειλαν να χτίσω ένα ναό του Ήλιου, στην άλλη άκρη της ερήμου. Εκεί είναι ο προορισμός μου. Ο ίδιος ο Άμμων Ρα με φυλά. Με κοίταζε με το ειρωνικό χαμόγελο των αγαλμάτων. Μ’ ένα χτύπο της ουράς της πάνω στην άμμο, τ’ άλογό μου σηκώθηκε στα πίσω πόδια τρομαγμένο. Μ’ ένα συριγμό η σφίγγα το κάθισε πάλι στον τόπο που ήταν, τρεμάμενο. «Ξέρει κι αυτό να χτίζει ναούς;» με ρώτησε.

«Όλα όσα έχουν σημασία, είναι μέσα στο δισάκι σου: νερό, κρασί, ψωμί και αστρολάβος. Αν είσαι πράγματι σοφός, εξήγησέ μου κάτι. Η έρημος είναι μια θάλασσα. Με τους αέρηδες φτιάνει κύματα πιο τρανά. Σαλεύουν ραντίζοντας άμμο κι αλάτι ολόγυρα και πνίγουν τα πάντα στο διάβα τους. Το πιο μεγάλο βασίλειο του κόσμου σταματά στις όχθες της. Τι νόημα έχει ένας πέτρινος ναός σ’ αυτή τη θάλασσα; Δεν είναι ολόκληρη ένας ναός από μόνη της; Δεν είναι τα πάντα στο έλεος του πατέρα μου; Δεν είναι τα κόκκαλα, που είναι σπαρμένη, θυσίες; Τι θα ωφελήσει τον Άμμωνα ο ναός που πας να χτίσεις;»

Αρχόντισσα, της απάντησα, όλα αυτά τριγύρω τα φτιάξανε θεοί. Εμείς οι θνητοί δεν έχουμε άλλο τρόπο να ευχαριστήσουμε ή να παρακαλέσουμε, παρά τα μικρά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε. Αναστέναξε. «Αν το πιστεύεις αυτό, δεν θα δεις την επόμενη όαση» μου φώναξε, κι αρπάζοντας τ’ άλογο στα σαγόνια της χάθηκε μες στη νύχτα, πετώντας.

Το πρωί κίνησα δυτικά με τα πόδια, πάνω στο αμόνι του Άμμωνος. Το να περιμένω δεν μου φαινόταν σοφό. Κάποιος θα ερχόταν κάποτε, αλλά ένας θεός ξέρει πότε. Μόνο η θέλησή μου η αχαλίνωτη, με κράταγε στα πόδια μου. Η δίψα μου για άλλη μια μέρα ζωής. Γιατί η κάψα του τόπου έκαιγε μάτια και δέρμα και λαιμό. Στάδια επί σταδίων ερημιάς παντού. Πέρασαν έτσι πέντε ατέλειωτες μέρες. Η ζωή μου στάλαζε απ’ την κλεψύδρα της και χανόταν στην άμμο. Κρασί και ψωμί και νερό τελειώσανε και μου απόμεινε μόνο ο αστρολάβος. Το βράδυ μέτρησα μ’ αυτόν τ’ αστέρια, για στερνή φορά είπα.

Την άλλη μέρα τον άφησα πίσω μου, πάνω σε μια πέτρα. Και περπάτησα. Το μεσημέρι τα πόδια μου δεν άντεχαν άλλο. Σωριάστηκα βουλιάζοντας σ’ ένα πύρινο στρώμα και παρακάλεσα για μια μέρα ζωής ακόμα. Ή για ανώδυνο τέλος. Όταν άνοιξα πάλι τα μάτια, η σφίγγα στεκόταν δίπλα μου. Είχε στα νύχια της το τρίγωνό μου. Το πέταξε. Πέρασε ξυστά απ’ το πρόσωπό μου.

Με ρώτησε «πώς επικαλείσαι τον Άμμωνα, σοφός άνθρωπος, χωρίς θυσία, χωρίς βωμό, χωρίς ναό;» Της απάντησα, αν θέλει ο θεός θα με ακούσει, αν δεν θέλει, τίποτα από τούτα δεν θα τον μεταπείσει. Γέλασε με τον τρόπο των αγαλμάτων. «Γιατί συνεχίζεις», με ρώτησε «χωρίς να προχωράς; Γιατί κάνεις κύκλους;» Της είπα, δεν κάνω κύκλους, είμαι στη σωστή πορεία. «Είσαι σοφός, αλλά το μυαλό σου σε γέλασε. Ευτυχώς για σένα, η πορεία σου ήταν λάθος. Είσαι πίσω στην όαση που άφησες. Είναι ’κει, μετά το αμμόλοφο. Ένα καραβάνι περιμένει στη σκιά των φοινίκων, μ’ άλογα και καμήλες. Θα είναι καλύτερα να πας μαζί τους. Αντίο για πάντα, γελασμένε σοφέ.»

Περίμενε λίγο, της φώναξα. Η απάντησε στο αίνιγμά των σφιγγών, αυτός ο οποίος στηρίζεται σε τέσσερα πόδια το πρωί, δύο το μεσημέρι και τρία το βράδυ, είναι ο άνθρωπος; «Θα μπορούσε», είπε, «εκτός αν έχει εφτά το άλλο πρωί και δεκατέσσερα το μεσημέρι. Τότε είναι ο Κρόνος». Απόρησα Ο Κρόνος; «Ο Χρόνος», είπε και πέταξε μακριά μου.

Δέκα μέρες αργότερα, φτάσαμε στο Αμμώνιο. Κοιτάζοντας τις πέτρινες σφίγγες με τα γυναικεία πρόσωπα, έκανα τη σκέψη πως μας έλκουν γιατί ξέρουμε ότι τα δικά τους αινίγματα έχουν απάντηση. Πάντα έχουν. Αντίθετα με τα μεγάλα αινίγματα που μας ταλαιπωρούν κάθε φορά που κοιτάμε τ’ άστρα ή κάθε φορά που μας κοιτάνε εκείνα.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.