Καθρέφτης

Ξημερώματα στο Μέλανα Δρυμό, ο παγερός αέρας έστρωνε πέπλα της ομίχλης απανωτά το ένα στο άλλο. Το χιόνι έπεφτε βουβό. Μια σπιθαμή ήδη και πύκνωνε. Το σαλέ του Φραντς ήταν χτισμένο σε ιδανικό σημείο για λίγες στιγμές χαλάρωσης. Πυκνά τα έλατα ορθώνανε ένα ξύλινο φράγμα στα αδιάκριτα μάτια. Και μέσα στο χειμώνα, όσο πλησίαζαν Χριστούγεννα, η απομόνωση γινότανε απόλυτη. Ο Πέτρος ήξερε το δρόμο καλά. Πολλά Σαββατοκύριακα χαλάρωσης είχαν συμβάλλει σε αυτό. Σήμερα δεν έδειχνε καμία χαλαρότητα, τα χέρια του έσφιγγαν το τιμόνι τόσο που τα δάχτυλά του είχαν ασπρίσει. Πάτησε απότομα το φρένο και η Mercedes A-Class ακινητοποιήθηκε με μια λαστιχένια στριγκλιά.

Χτύπησε την πόρτα πέντ’ – έξι φορές μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο. Γύρισε προς το δάσος, κοιτώντας ψηλά, εκεί που θα ’πρεπε να βρίσκεται ο ουρανός, πίσω απ’ την καταχνιά. Η ανάσα του λαχανιασμένη έστελνε αχνούς στο ενάμισι μέτρο απ’ το στόμα του. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του, ακουμπώντας με την πλάτη στον τοίχο. Ακούγοντας βήματα να πλησιάζουν από μέσα, άλλαξε στάση προς το κοσμικότερο. Έστρωσε το μαλλί του με τις παλάμες. Πήρε μια βαθιά ανάσα ρουφώντας τη μύτη του.

Ο Φραντς του άνοιξε σοβαρός. Ο, συνήθως εύθυμος Φραντς, άρχοντας της φιλοξενίας, τον κοίταξε μια στιγμή αμίλητος πριν απλώσει το χέρι προς τα μέσα, δείχνοντάς του να περάσει. «Καλημέρα, φίλε μου» του είπε «καλώς ήρθες, κάθισε, φτιάχνω καφέ». Ο Πέτρος διάλεξε μια καρέκλα στο τραπέζι μπροστά στη βεράντα και πάλι το βλέμμα του δραπέτευσε απ’ τη μεγάλη τζαμαρία στο ανταριασμένο δάσος. Μετά από λίγο, ο οικοδεσπότης ξανάρθε με δυο μεγάλες κούπες αχνιστές, και κάθισε αντικριστά του. Ήπιαν την πρώτη γουλιά αμίλητοι. Ο Φραντς ακούμπησε τη δικιά του ήρεμα, με τα δυο του χέρια, και τον κοίταξε. «Πώς είσαι»;

Το βλέμμα του Πέτρου έμεινε να κοιτάζει τον αχνιστό καφέ, λες κι έψαχνε να βρει κάτι που έπεσε μέσα. Του ξέφυγε ένας ήχος ανάμεσα σε καγχασμό και λυγμό. «Έχω υπάρξει και καλύτερα, φίλε. Χειρότερα, δεν θα το ’λεγα. Δεκαεφτά χρόνια δούλευα στην εταιρεία. Μια ζωή. Δεν το περίμενα. Δεν είχα δώσει το παραμικρό δικαίωμα. Με ξέρεις απ’ την πρώτη μέρα. Το παραμικρό. Δούλευα όσο λίγοι. Τους κέρδισα χίλιους πελάτες. Χίλιους. Κάνοντας πάντα ό,τι μου ζητούσαν, και με το παραπάνω, χωρίς ν’ αντιμιλήσω ποτέ. Κι εσύ, φίλε, ήσουν άψογος. Πώς μπορούν να μας πετάξουν σαν…, σα στημένες λεμονόκουπες. Τί άνθρωποι είναι ετούτοι»;

«Ηρέμησε, Πέτρο, φίλε μου. Το ξέρεις καλά πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Τα οικονομικά μεγέθη, σου είναι γνωστά. Το πράγμα συζητιόνταν καιρό τώρα. Μόνο η ποσόστωση δεν είχε καθοριστεί. Μετά το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο, απλά οι λεπτομέρειες μπήκαν στη θέση τους. Δέκα τοις εκατό, λογικό ποσοστό, θα έλεγα. Έως και συντηρητικό. Εμείς ήμασταν απλά το πρώτο κύμα. Εάν δεν υπάρξει ανάκαμψη, να μην αμφιβάλεις ότι θα ληφθούν κι άλλα μέτρα σύντομα. Λυπάμαι, αλλά πρέπει να θυμόμαστε πως η εταιρεία έρχεται επάνω απ’ όλα. Μίλησα με τον Γιόχαν και σε διαβεβαιώνω, η απόφαση τον έχει καταβάλλει. Ήταν απόλυτα υποχρεωμένος να πράξει όπως έπραξε. Και μου κατέστησε σαφές πως, στην περίπτωσή σου, καμία επαγγελματική μομφή δεν υφίσταται. Είναι αυτονόητο πως μπορείς να υπολογίζεις πάντα στις συστάσεις του στην αναζήτηση της νέας σου δουλειάς. Αυτό ως απόδειξη, του μεγέθους της εκτίμησής του για τη δουλειά σου και το ηθικό σου ανάστημα, το οποίο δεν πέρασε απαρατήρητο».

«Τότε γιατί να απολυθούμε;» ρώτησε ο Πέτρος. «Δυστυχώς, αναφορικά με την περίπτωσή σου, τα κοινωνικά κριτήρια που εφαρμόστηκαν προέκριναν να διατηρήσει τη θέση του ένας Γερμανός υπήκοος», απάντησε μαλακά ο Φραντς. «Εσύ είσαι Γερμανός υπήκοος», του αντέτεινε ο Πέτρος. «Εργένης, Γερμανός υπήκοος», τον διόρθωσε ο άλλος. «Ασχέτως των λεπτομερειών, οφείλουμε να δούμε τη γενικότερη εικόνα. Η μακροημέρευση της εταιρείας είναι καθήκον όλων, γιατί μόνο έτσι παραμένει εγγυημένη η επιβίωση συναδέλφων. Είναι θέμα γενικότερου καλού.»

Αυτό του ήταν πολύ. Έσπρωξε την καρέκλα του προς τα πίσω και σηκώθηκε. Έγειρε στο τραπέζι, πάνω στις γροθιές του. «Δεν μπορείς να υπερασπίζεσαι ανθρώπους που καταστρέφουν εκατοντάδες ζωές καλύτερων ανθρώπων, αξιοπρεπών ανθρώπων, ανάμεσα στο τρίτο και το πέμπτο θέμα μιας ατζέντας. Και δεν τους ενοχλεί η συνείδησή τους. Ζεστός ο καφές σου αλλά πολύς».

«Φίλε μου, δραματοποιείς τα γεγονότα», είπε ο Φραντς με ηρεμία. «Κάποιος θα έλεγε τις κούπες μας μισογεμάτες, κάποιος άλλος μισοάδειες. Ένα καλό διευθυντικό στέλεχος θα τις έλεγε απλά μισοπλυμένες. Θα μπορούσες να με πετάξεις μέχρι την πόλη; Έχω ένα πρόβλημα βενζίνης».

Ο δρόμος, αν και γνώριμος, ήθελε προσοχή. Σε μια ευθεία ο Πέτρος έσβησε τη μηχανή. Ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι, λέγοντας με απόγνωση «Φραντς, τι θα κάνουμε;» Εκείνος τον κτύπησε ελαφρά στην πλάτη «θα επιβιώσουμε, φίλε μου, τί άλλο»; Εκείνη τη στιγμή ένα μικρό ελάφι πήδηξε απ’ την πλαγιά στο δρόμο. Τους κοίταζε με ένα βλέμμα υγρό κι αθώο. Πλησίασε δειλά και τους προσπέρασε. Άξαφνα σιωπηλοί και δίχως αιτιάσεις, απόμειναν να το κοιτάζουν στους καθρέφτες, καθώς χανότανε στην καταχνιά. Κάτω απ’ το είδωλό του, ο κατασκευαστής προειδοποιούσε «Προσοχή! Τ’ αντικείμενα στον καθρέφτη είναι πιο κοντά απ’ όσο φαίνονται».

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.