Το ρολόι της ζωής

Τα σκυροδέματα είναι μπροστά απ’ τη σκάλα. Παίρνω το πρώτο στις πλάτες μου, ανεβαίνω στην ταράτσα και το αφήνω. Εκεί δουλεύουν δύο σιδεράδες, ο Κριστόφ κι ο Ιγκόρ.

«Καλημέρα Χασάν», με χαιρετούν.

«Καλημέρα» τους λέω.

Τα μετέφερα όλα εκεί. Νιώθω τα μπράτσα μου φουσκωμένα. Έρχεται δίπλα μου ο Άνχελ ο ρουμάνος, να φτιάξουμε τσιμέντο.

Ο ήλιος μας καίει. Ο σβέρκος μας έχει ήδη κοκκινίσει. Τα νεύρα μας είναι τσιτωμένα. Παντού ακούγονται φωνές. Είναι εύκολο να γίνει τσακωμός αν κάποιος δεν κάνει κάτι σωστά.

«Πιάσε το κατσαβίδι ρε μαλάκα»

«Μη βάζεις τόσο τσιμέντο ρε βλάκα»

«Ακούμπα καλά το τσιμέντο ρε ηλίθιε»

Ήρθε η ώρα για το διάλλειμα. Δε μιλάω σε κανένα, κάθομαι μόνος μου, τρώω ψωμί με κάτι χτεσινούς κεφτέδες κι αναπολώ το σπίτι μου στο Κάιρο.

«Χασάν, γιατί δεν έρχεσαι να κάτσεις μαζί μας»; Με προσκάλεσε ο αλβανός ο Αλία.

Κάθονταν όλοι μαζί. Τρώγανε, μιλάγανε. Σηκώθηκα κι έκατσα μαζί τους.

«Γιατί κάθεσαι συνεχώς μόνος σου; Εμείς εδώ λέμε αστεία να περνάει η ώρα», λέει ο Κριστόφ.

Μένω αμίλητος. Γελάω με τ’ ανέκδοτά τους. Όπως κάθε μέρα, περιμένω να έρθει η ώρα που θα σχολάσουμε, να πάω στο σπίτι μου, να ξεκουραστώ.

Σηκωθήκαμε και πιάσαμε ξανά δουλειά. Πάλι βρισιές. Βλέπω τον Ιγκόρ με τον Κριστόφ να μιλάνε στα πολωνικά σε έντονο ύφος. Ο πρώτος γυρνάει προς εμένα και μου λέει:

«Τι κοιτάς ρε μαλάκα»;

«Άμα, εμένα ξαναπείς έτσι, θα σε χτυπήσω», του απαντώ.

Σηκώνει ένα σίδερο να το πετάξει πάνω μου. Τον κρατάει ο Κριστόφ.

«Γκαμήσω εσένα», φωνάζει ο Ιγκόρ.

Γυρνάω την πλάτη και συνεχίζω τη δουλειά μου.

Το ρολόι δείχνει δύο, μαζεύουμε τα πράγματα και φεύγουμε. Πάω στο σπίτι, μια παλιά μονοκατοικία στην οδό Περικλέους στο Μαρούσι, όπου ζω με τον αδερφό μου, τον Σαμίρ. Δεν είναι εδώ. Κοιμάμαι δυο ώρες.

Παίρνω τον κουβά μου να καθαρίσω τζάμια αυτοκινήτων. Το στέκι μου είναι στη διασταύρωση των οδών Πεντέλης και Κηφισίας στο Μαρούσι. Ξέρω με ακρίβεια πόσα δευτερόλεπτα διαρκεί το κόκκινο για τα αυτοκίνητα. Οι περισσότεροι οδηγοί μου αρνούνται, κάποιοι ευγενικά κι άλλοι με διώχνουν ή με αγνοούν. Λίγοι είναι αυτοί που μου επιτρέπουν. Το φανάρι είναι πράσινο και κοιτάω τ’ αμάξια που περνάνε. Ανάβει το πορτοκαλί κι ετοιμάζομαι να πάρω τη θέση μου. Πάει στο κόκκινο. Τα οχήματα σταματούν. Μπροστά μου φρενάρει ο πρώτος απότομα κι εκείνος που τον ακολουθεί τον χτυπάει. Βγαίνουν έξω. Ορμάνε ο ένας στον άλλο.

«Πώς σταματάς έτσι απότομα, ρε;» λέει ο ένας.

«Έπρεπε να έχεις αφήσει απόσταση, δε στο έμαθαν αυτό, όταν πήρες δίπλωμα;» απαντά ο άλλος.

«Άντε ρε, που θα μου κάνεις και μάθημα!»

Έχει μαζευτεί πολύς κόσμος γύρω τους. Βγάζουν χαρτιά να γράψουν τα στοιχεία τους. Έχουν σπάσει τα πίσω φώτα του μπροστινού.

«Εσύ είδες τι έγινε, να με υποστηρίξεις τώρα που θα έρθει η αστυνομία», μου λέει αυτός που χτυπήθηκε.

«Εμένα να υποστηρίξεις, είδες που πήγε να με βαρέσει», λέει ο άλλος.

Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι σε λίγο θα έρθει η αστυνομία και δε θέλω με τίποτα να είμαι εδώ. Γυρνάω την πλάτη κι αρχίζω να τρέχω πανικόβλητος. Απομακρύνθηκα από εκεί, βρήκα άλλο φανάρι. Στο πρώτο κόκκινο, σταματάει μπροστά μία κίτρινη Φεράρι.

δηγός είναι ένας νεαρός άντρας με συνοδηγό μια ξανθιά, όμορφη κοπέλα.

«Φίλε, καθάρισέ μου το τζάμι», μου ζητάει.

Ακουμπάω κάτω τον κουβά και βάζω όλη μου την τέχνη. Τελειώνω, και με μεγάλη μου έκπληξη τον βλέπω να κρατάει ένα δέκα ευρώ στο χέρι του.

«Ορίστε, σ’ ευχαριστώ», μου λέει.

«Σας ευκαριστώ πάρα πολύ», του απαντώ ενθουσιασμένος.

Πολύ γενναιόδωρος, ίσως ήθελε να εντυπωσιάσει την κοπέλα, αλλά αυτό δε μ’ αφορά. Δε χρειάζεται να δουλέψω άλλο σήμερα, καλύτερα να πάω σπίτι.

Ο Σαμίρ είναι εκεί, βλέπει τηλεόραση.

«Χασάν, χάλασε το ξυπνητήρι. Πρέπει να πάρουμε άλλο. Προλαβαίνουμε τώρα»;

«Ναι, δεν έχουν κλείσει τα μαγαζιά. Πάμε».

Μπαίνουμε στο πλησιέστερο κατάστημα. Έχει μέσα, άλλους τρεις πελάτες κι εγώ με τον αδερφό μου αρχίζουμε να ψάχνουμε.

«Κοίτα αυτό, πώς σου φαίνεται»; Με ρωτάει.

«Μπα, δε μ’ αρέσει το σχήμα του».

Συνεχίζουμε να τα βλέπουμε. Καταλήξαμε σ’ ένα που μας άρεσε και πήγαμε στο ταμείο.

«Καλησπέρα σας», μας χαιρετάει ο ταμίας.

«Γκειά σας, θέλουμε αυτό το ρολόι».

«Ακίνητοι, ληστεία!» ακούστηκε μια φωνή από πίσω.

Γυρνάμε όλοι και βλέπουμε ένα άτομο με κουκούλα να τρέχει προς το ταμείο. Εκείνη τη στιγμή ο ένας πελάτης βγάζει μέσα απ’ το σακάκι του πιστόλι και το προτείνει σ’ αυτόν.

«Αστυνομία, κατέβασε το όπλο σου».

Ο κλέφτης, για κακή μου τύχη, με πιάνει, μου περνάει το ένα χέρι απ’ το λαιμό και με τ’ άλλο κολλάει το όπλο στο κεφάλι μου.

«Πέστε κάτω όλοι, αλλιώς θα τον πυροβολήσω».

Όλοι έπεσαν κάτω, εκτός απ’ τον αστυνομικό ο οποίος έμεινε στη θέση του. Σημάδευαν ο ένας τον άλλο, σε απόσταση δύο μέτρων μεταξύ τους.

«Είπα κατέβασε το όπλο σου γιατί θα του ρίξω».

«Δεν έχεις ελπίδα παραδώσου».

Η αγωνία μου, είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Μέσα μου, ελπίζω να κάνει πίσω ο αστυνομικός. Όλα περνάνε απ’ το μυαλό μου. Το Κάιρο που ίσως δεν ξαναδώ, όλους όσους έχω πολύ καιρό να μιλήσω, αυτούς που αδίκησα να τους ζητήσω συγγνώμη, μπορεί να μην έχω την ευκαιρία.

«Θα μετρήσω ως το δέκα, αν δεν κάνεις ότι σου λέω τον πυροβολώ», λέει ο κακοποιός και ξεκινά.

«Ένα, δύο, τρία»…

Η καρδιά μου χτυπά έτοιμη να σπάσει. Νιώθω σταγόνες ιδρώτα να κυλάνε δίπλα από τα’ αυτιά μου, κοιταζόμαστε με τον Σαμίρ. Ίσως είναι τα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής μου.

«Τέσσερα, πέντε, έξι»… συνεχίζει να μετρά ο ληστής.

Δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ να κάνω κάτι, κλείνω τα μάτια κι αφήνομαι στην τύχη μου.

«Εφτά, οχτώ, εννιά, δέκα».

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.